image_pdfimage_print

Ποιοι και γιατί φοβούνται τον Λένιν και την επαναστατική του κληρονομιά;

Του Δημήτρη Πατέλη

22 Απριλίου του 1870 γεννιέται ο μεγαλοφυής ηγέτης και θεωρητικός του επαναστατικού κινήματος, Βλαντιμίρ Ιλίτς Ουλιάνοφ, ο Λένιν. Απεβίωσε 21 Ιανουαρίου του 1924.

Ποια ήταν η συνεισφορά του στην κοινωνία, στο επαναστατικό κίνημα και στην επιστήμη;

Έχει άραγε νόημα η ενασχόληση με τη ζωή και το έργο του στην εποχή μας;

Με το όνομά του είναι συνδεδεμένη η οργανική διαλεκτική σύζευξη επαναστατικής θεωρίας, στάσης ζωής και πράξης, σε αντιδιαστολή τόσο με τον ανεγκέφαλο πρακτικισμό και πραγματισμό του καιροσκοπικού ακτιβισμού των πολιτικάντηδων, όσο και με τις αποκομμένες από τις πρακτικές ανάγκες του επαναστατικού κινήματος αφηρημένες θεωρητικολογίες της «καθηγητικής επιστήμης» (Μαρξ).

Είναι η προσωποποίηση της δημιουργικής διαλεκτικής ανάπτυξης της θεωρίας (και των τριών συστατικών στοιχείων της) και πράξης του κομμουνιστικού κινήματος κατά τη μετάβαση της κεφαλαιοκρατίας στο ιμπεριαλιστικό της στάδιο, στην εποχή των παγκοσμίων πολέμων και των σοσιαλιστικών επαναστάσεων.

Σε αυτόν οφείλεται η σύλληψη και οργάνωση του κόμματος «νέου τύπου» ως συλλογικού οργάνου παραγωγής επαναστατικής θεωρίας και πολλαπλά διαμεσολαβημένης «εισαγωγής» αυτής της θεωρίας στην εκάστοτε ιστορικά προσδιορισμένη εργατική τάξη, για την συνειδητή οργάνωση της πρακτικής της επαναστατικής δράσης, σε όλα τα επίπεδα, με όλα τα διαθέσιμα μέσα και τρόπους, σε ποικίλες συγκυρίες.

Ο Λένιν απέδειξε ότι «Χωρίς επαναστατική θεωρία δεν μπορεί να υπάρξει και επαναστατικό κίνημα […] το ρόλο του πρωτοπόρου αγωνιστή μπορεί να τον εκπληρώσει μόνο ένα κόμμα που καθοδηγείται από πρωτοπόρα θεωρία» ( Β. Ι. Λένιν: «Τι να κάνουμε;», Άπαντα, τ. 6, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1976, σελ. 24-25).

Αυτό στα λόγια το παραδέχονται πολλοί. Ωστόσο, ο Λένιν δεν ανεχόταν την παραμικρή αυτάρεσκη επανάπαυση σε δήθεν αιώνιας ισχύος θεωρητικά κεκτημένα, καμία μετατροπή της θεωρίας σε δογματοποιημένο αποθετήριο νεκρών θέσεων, ανασυρόμενων ευκαιριακά και επιλεκτικά κατά το δοκούν. Καμία μεταφυσική σχηματοποίηση και στερεοτυπική αγοραία συνθηματολογία του συρμού.

Ο Λένιν μας κληροδότησε εξαιρετικά πλούσιο και πολύτιμο συγγραφικό έργο (βλ. Β. Ι. Λένιν. Άπαντα. 5η πλήρης έκδοση, Σύγχρονη Εποχή).

Στο παράδειγμα της Ρωσίας, κατέδειξε την νομοτελή ανάπτυξη της κεφαλαιοκρατίας, παρά την πληθώρα φεουδαρχικών, αρχαϊκών κοινοτικών, πατριαρχικών κ.λπ. επιβιώσεων και καταλοίπων στην κοινωνία, στην οικονομία και στον πολιτισμό, αλλά και τα επαναστατικά καθήκοντα των κομμουνιστών προς υπέρβαση της μακροχρόνιας υστέρησης της ανάπτυξης, την οποία η κεφαλαιοκρατία στάθηκε ανίκανη να φέρει σε πέρας.

Ο Λένιν είναι ο μόνος μαρξιστής διανοητής, ο οποίος μετά τον θάνατο του Κ. Μαρξ καταπιάνεται ουσιαστικά με τα προβλήματα της βασικής αρτηρίας διερεύνησης της διαλεκτικής μεθόδου, της διαλεκτικής λογικής και της ανάπτυξης της υλιστικής αντίληψης της ιστορίας.

Ενώ φλέγεται ο Α’ Παγκόσμιος Ιμπεριαλιστικός Πόλεμος, ο Λένιν δεν τον αντιμετωπίζει ως «μία από τα ίδια», δεν αρκείται σε κατ’ αναλογία ιστορικές κρίσεις εκ του προχείρου, με την επίκληση παραδειγμάτων πολέμων άλλων εποχών. Διαβλέπει τις ριζικές αλλαγές που έχουν επέλθει και αντιλαμβάνεται την θεωρητική και μεθοδολογική ανεπάρκεια της διαθέσιμης μαρξιστικής επιστήμης για την διερεύνηση του νέου σταδίου του μονοπωλιακού καπιταλισμού.

Τότε ακριβώς, παράλληλα με τις οικονομικές του μελέτες για τον ιμπεριαλισμό και για τις φιλοσοφικές & μεθοδολογικές ανάγκες αυτών,  προέβη σε ενδελεχή, λεπτομερή και συστηματική μελέτη της Λογικής του   Χέγκελ, οπότε και διατυπώνει με οξύ κριτικό και αυτοκριτικό τρόπο εν είδει παραδόξου ένα πρόβλημα: «Αφορισμός: Είναι αδύνατο να κατανοηθεί καθ’ όλα το «Κεφάλαιο» του Μαρξ και ιδιαίτερα το 1ο κεφάλαιό του, χωρίς να έχει μελετηθεί και χωρίς να έχει κατανοηθεί ολόκληρη η Λογική του Χέγκελ. Συνεπώς, κανένας από τους μαρξιστές δεν κατανόησε τον Μαρξ μετά από ½ αιώνα!!» (Β. Ι. Λένιν. Άπαντα. Τ. 29, σε. 162). Έκτοτε τα πράγματα δεν δείχνουν να έχουν βελτιωθεί αισθητά…

Η θεμελιώδης σημασία αυτού του προβλήματος δεν συνειδητοποιούνταν επί μακρόν από τους μετά τον Μαρξ στοχαστές. Μόνον ο Λένιν τη συνειδητοποιεί εν μέρει και θέτει στα «Φιλοσοφικά Τετράδια» το πρόβλημα της διάκρισης της Λογικής του «Κεφαλαίου» (αν και δεν το θέτει στην καθολική γενικευμένη μορφή του, δηλαδή δεν προτάσσει ως ζητούμενο της έρευνας τη διάκριση του συστήματος των νόμων και των κατηγοριών). Πρόκειται για ένα καθήκον που αρκετές δεκαετίες μετά το ανέλαβαν σημαντικοί σοβιετικοί διανοητές και το έφερε σε πέρας ο Βίκτορ Βαζιούλιν στο: Η ΛΟΓΙΚΗ ΤΟΥ “ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ” ΤΟΥ Κ. ΜΑΡΞ (στα ρωσικά) 1968, 2002, (στα γερμανικά) 2006.

Ο Λένιν συγκαταλέγει μεταξύ όσων «δεν κατανόησαν τον Μαρξ μετά από ½ αιώνα» και τον καταξιωμένο πολυγραφότατο μαρξιστή Γ. Β. Πλεχάνοφ, καταλογίζοντάς του μηδενική κατανόηση «της μεγάλης Λογικής, όσον αφορά την ίδια, τη δική της σκέψη (δηλ. [όσον αφορά] την καθαυτό διαλεκτική ως φιλοσοφική επιστήμη» (Ό. π., σελ. 248).

Ο Β. Ι. Λένιν επισημαίνει μια θεμελιώδη ανεπάρκεια στην αντίληψη του Γ. Β. Πλεχάνοφ και άλλων μαρξιστών της εποχής περί διαλεκτικής, που εκδηλώνεται με την επίκληση παραδειγμάτων και κατ’ αναλογία κρίσεων ως υποκατάστατα διαλεκτικής θεωρίας (Ό. π., σελ.316).

Σε αυτή τη μεθοδολογική βάση ανέπτυξε τις εξαιρετικά πολύτιμες έρευνές του για τον ιμπεριαλισμό (βλ. Λένιν. Ο ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού).

Ο Λένιν, βάσει των επιτακτικών αναγκών της εποχής και της συγκυρίας του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, προβαίνει στην εσπευσμένη διερεύνηση του νέου σταδίου του ιμπεριαλισμού, αναδεικνύοντας ορθά τα βασικά χαρακτηριστικά αυτού του σταδίου και της εποχής, με έμφαση στα πορίσματα, που αφορούν τη ζωτικής σημασίας για το επαναστατικό κίνημα της εποχής σύνδεση του νόμου της ανισομερούς ανάπτυξης επί ιμπεριαλισμού με την προβληματική του «ασθενούς κρίκου στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα» (στην οποία εδράζεται η μεθοδευμένη και αποτελεσματική επαναστατική δράση των μπολσεβίκων)  και με την προοπτική επαναστατικών καταστάσεων και των επαναστάσεων, αρχικά σε ομάδα χωρών ή και σε μια χώρα (όπως τελικά έγινε στην ιμπεριαλιστική τσαρική Ρωσία και στις αποικίες της).

Αυτό συνιστά ουσιώδη δημιουργική συμβολή στην ανάπτυξη του μαρξισμού, πέρα από τις δογματικές «ορθοδοξίες» και τις αγκυλώσεις, που ήταν άλλοθι για την αποστασία από την επαναστατική διαδικασία του Κάουτσκι και της χρεοκοπημένης Β΄ Διεθνούς.

Δυστυχώς, αν και πέρασαν έκτοτε πάνω από 100 χρόνια, η πλειονότητα των νυν μαρξιστών και «μαρξιστών» δεν αντιλαμβάνεται την επιτακτικότητα της ανάγκης επιστημονικής, θεωρητικής και μεθοδολογικής διερεύνησης του νυν σταδίου του ιμπεριαλισμού…

Το ξέσπασμα του Α’ Ιμπεριαλιστικού Παγκοσμίου Πολέμου επέδρασε καταλυτικά στο εργατικό επαναστατικό κίνημα, αναδεικνύοντας ανάγλυφα τόσο τις ανειρήνευτες αντιφάσεις της κοινωνίας, όσο και το εάν και κατά πόσο οι διάφορες συνιστώσες του κινήματος εξυπηρετούσαν πράγματι την εργατική τάξη και τα συμφέροντά της, την προοπτική του κομμουνισμού, ή τα συμφέροντα του ιμπεριαλισμου, της αστικής ή/και της μικροαστικής τάξης.

Ο πόλεμος λοιπόν, όπως έδειξε ο Λένιν, έθεσε τους πάντες σε δοκιμασία, έφερε στην επιφάνεια ανάγλυφα την θεωρητική και πρακτική αντιστοιχία/αναντιστοιχία των κοινωνικών, ιδεολογικών και πολιτικών υποκειμένων με την εποχή και την συγκυρία και τελικά, κατέδειξε την ιστορική φθορά και την χρεοκοπία μορφωμάτων και τάσεων που κάποτε ξεκίνησαν  ως επαναστατικές. Με τα παραπάνω συνδέεται και η αποκάλυψη των όρων και των συμπτωμάτων της χρεοκοπίας της Β’ Διεθνούς .

Ανέδειξε στο προσκήνιο ανάγλυφα τους συσχετισμούς των δρωσών δυνάμεων, τις κοινωνικές/ταξικές αντιφάσεις σε εθνικό και σε διεθνές επίπεδο και τους τρόπους διαμεσολαβημένης ιδεολογικοπολιτικής και οργανωτικής έκφρασής τους, ιδιαίτερα στις ιμπεριαλιστικές χώρες. Σε εκείνες δηλαδή τις ισχυρότερες ως προς το κεφάλαιο χώρες, η αστική τάξη των οποίων, κάνοντας χρήση του μηχανισμού εκμετάλλευσης λόγω της ανισομέρειας σε παγκόσμια κλίμακα, μέσω της άντλησης μονοπωλιακών υπερκερδών, ήταν σε θέση να «μπουκώνει» την βολεμένη και διεφθαρμένη στη ραστώνη της διαχειριστικής/διεκπεραιωτικής πρακτικής της μακροχρόνιας ειρηνικής περιόδου αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας συνδικαλιστική και πολιτική ηγεσία της εργατικής τάξης της, μέσω της εδραίωσης της θέσης και του ρόλου του προνομιακού στρώματος της «εργατικής αριστοκρατίας» στην διασφάλιση κοινωνικής συνοχής και συναίνεσης.

Έτσι ξεχώρισαν ανάγλυφα οι κύριες τάσεις του κινήματος: της «ταξικής ειρήνης», του οπορτουνισμού-ρεφορμισμού και της μαχητικής επαναστατικής συνέπειας, του κομμουνισμού, του αστικού/μικροαστικού σοσιαλσωβινισμού (της εκ των πραγμάτων συμπόρευσης με την αστική τάξη και τις ιμπεριαλιστικές συμμαχίες της) και του επαναστατικού διεθνισμού, με τις αντίστοιχες στρατηγικές και τακτικές.

Η τάση του δεξιού οπορτουνισμού – ρεφορμισμού, κρυβόταν μέσω χειραγωγικών πρακτικών πίσω από τεχνητές πλειοψηφίες και εσωκομματικά πραξικοπήματα εξισορροπιστών γραφειοκρατών, πίσω από «επαναστατική ρητορική», με όρκους πίστης στην στρατηγική του σοσιαλισμού-κομμουνισμού, την οποία μετέθετε στο αόριστο μέλλον (ως άκρον άωτον μιας αυτόματης «διαδικασίας εξελικτικής ωρίμανσης των συνθηκών χωρίς υποκείμενο», πίσω από «προσήλωση στην ορθοδοξία του μαρξισμού» κ.λπ. (Βλ. π.χ. το έργο του Καρλ Κάουτσκι). Ο Λένιν στηλίτευσε την υποκριτική τοποθέτηση των εκφυλισμένων σοσιαλδημοκρατών πρακτικά υπέρ του «δικού τους ιμπεριαλιστή» (κατά της μονοσήμαντης ήττας του) με μεσοβέζικες τοποθετήσεις «ίσων αποστάσεων μεταξύ νίκης και ήττας»: «Το να παραιτείται κανείς από το σύνθημα της ήττας σημαίνει να μετατρέπει την επαναστατικότητά του σε κούφια φρασεολογία είτε σε καθαρή υποκρισία.

Και με τι μας προτείνουν να αντικαταστήσουμε το “σύνθημα” της ήττας; Με το σύνθημα “ούτε νίκη, ούτε ήττα”» [Λένιν ΒΙ. (2013). Για τον πόλεμο και τη σοσιαλιστική επανάσταση. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα. Για την ήττα της κυβέρνησης της χώρας σου στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο. σελ. 82 – 86].

Ο Λένιν δεν είχε διανοηθεί να χαρίσει ούτε την έννοια ούτε την λέξη «τακτική» στους οπορτουνιστές για να καμαρώνει «καθαρή & αμόλυντη» την «στρατηγική» των μπολσεβίκων. Η επαναστατική διαλεκτική μέθοδος επιτάσσει την οργανική διασύνδεση κάθε ζεύγους/διπόλου κατηγοριών, εντός του συστήματος εννοιών, κατηγοριών και νόμων της ολότητας της επαναστατικής θεωρίας και μεθοδολογίας. Κάθε εκλεκτικίστικη απόσπαση ενός εκ των πόλων από τον διαλεκτικό αντίποδά του και από το ως άνω σύστημα, διασφαλίζει την διολίσθηση στον αναθεωρητισμό, σε μεταφυσικές μονομέρειες και αγκυλώσεις, σε αναγωγή της θεωρίας σε δογματικές σχηματοποιήσεις, με καταστροφικές πρακτικές επιπτώσεις…

Η όποια μεταφυσική προσήλωση σε κάποια «καθαρή στρατηγική» αποκομμένη από την τακτική, είναι ο πιο σίγουρος δρόμος για την εντεύθεν εμπλοκή στον έρποντα τακτικισμό, με όρκους πίστης στην …στρατηγική του επέκεινα…

Έτσι ο Λένιν κατέστησε σαφή την κοινωνικοοικονομική βάση του οπορτουνιστικού εκφυλισμού του εργατικού κινήματος, της υπαγωγής του στο αστικό καθεστώς με δούρειο ίππο την «εργατική αριστοκρατία», η οποία είναι προϊόν της εξαγοράς προνομιούχων στρωμάτων της εργατικής τάξης με μερίδιο των μονοπωλιακών υπερκερδών από τον παρασιτισμό των μονοπωλίων των ιμπεριαλιστικών χωρών σε βάρος των αποικιών, των ασθενέστερων και εξαρτημένων χωρών.

Συνέδεσε με αυτό το φαινόμενο συμβιβαστικής/κομφορμιστικής στάσης ζωής, ιδεολογίας και δράσης την ενσωμάτωση στο αστικό καθεστώς των γραφειοκρατικοποιημένων συνδικάτων και κομμάτων της εργατικής τάξης, την σύμπλευση των εκφυλισμένων κομμάτων με την στρατηγική των ιμπεριαλιστικών χωρών.

Η αμείλικτη κριτική του Λένιν αποκάλυψε την χονδροειδή αναθεώρηση του μαρξισμού από τα εκφυλιζόμενα ή εκφυλισμένα κόμματα και τα στελέχη/ιδεολόγους τους, με ταλαντεύσεις μεταξύ δογματισμού και αναθεωρητισμού (Δ. Πατέλης – Μ. Δαφέρμος – Π. Παυλίδης. Ποια κληρονομιά απαρνούμαστε. ΟΥΤΟΠΙΑ Νο 13, 1994 , σελ. 55-67), με την αναγωγή του μαρξισμού σε οικονομισμό, με την υποκατάσταση της νομοτελούς επαναστατικής διαλεκτικής της ανάπτυξης με τον μηχανιστικό εξελικτισμό (τον οποίο αντιλαμβάνονταν ως μια «διαδικασία χωρίς υποκείμενο»), τον συνακόλουθο εξοβελισμό της «καθαρής στρατηγικής» στο επέκεινα της «αυτόματης ωρίμανσης των συνθηκών», τον έρποντα τακτικισμό συγκεκαλυμμένο με τον μανδύα «επαναστατικής ορθοδοξίας» (βλ. Καρλ Κάουτσκι) κ.λπ.

Επιπλέον, ανέδειξε την ζωτική δύναμη και την προοπτική εκείνων των νέων καινοτόμων αυθεντικά επαναστατικών δυνάμεων της εποχής, που -με επικεφαλής τον Λένιν και τους μπολσεβίκους- ανέπτυξαν δημιουργικά την επαναστατική θεωρία, διέγνωσαν με την βοήθειά της τον χαρακτήρα της εποχής, της συγκυρίας και του πολέμου και κατέκτησαν την ιστορική πρωτοβουλία των κινήσεων, που οδήγησαν στον θρίαμβο της Πρώτης Νικηφόρου Πρώιμης Σοσιαλιστικής Επανάστασης, της ΜΕΓΑΛΗΣ ΟΚΤΩΒΡΙΑΝΗΣ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ.

Έτσι, ο Λένιν και οι μπολσεβίκοι με τους συντρόφους τους μεθόδευσαν, τέθηκαν επικεφαλής και  έφεραν σε πέρας σε στέρεη θεωρητική και προγραμματική βάση την διάσπασή της Β’ Διεθνούς (μετά τη διάσπαση του Σ.Δ. Κόμματος της Ρωσίας μεταξύ μενσεβίκων και μπολσεβίκων), με την αυτοτελή συγκρότηση της τάσης των συνεπών επαναστατικών κομμουνιστικών δυνάμεων (που οδήγησε στην Γ’ Κομμουνιστική Διεθνή).

Αυτή η θεωρητική και πρακτική συγκρότηση του επαναστατικού υποκειμένου, η δημιουργική ανάπτυξη της επαναστατικής θεωρίας και μεθοδολογίας στη βάση της οποίας συνδέθηκε με υποδειγματική ευελιξία στην εκάστοτε συγκυρία (και ιδιαίτερα στη συμβολή στην μετεξέλιξη της επαναστατικής κατάστασης σε νικηφόρο επανάσταση) η διαλεκτική σχέση στρατηγικής – τακτικής, οδήγησε στη θρυλική νίκη της ΜΕΓΑΛΗΣ ΟΚΤΩΒΡΙΑΝΗΣ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ, της 1ης νικηφόρου πρώιμης σοσιαλιστικής επανάστασης, με την οποία δρομολογήθηκε η ΜΕΤΑΒΑΣΗ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑΣ ΣΤΟΝ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟ, ο θρίαμβος του 1ου κράτους των εργατών-αγροτών και η δρομολόγηση της σοσιαλιστικής οικοδόμησης.

Ιδιαίτερη είναι η θεωρητική και πρακτική συμβολή του Λένιν στην κλιμάκωση της αναβάθμισης του υποκειμένου από την κρισιακή συγκυρία προς την επαναστατική κατάσταση.

Η κλιμάκωσης της κρισιακής συγκυρίας μπορεί να οδηγήσει σε επαναστατική κατάσταση, που εκδηλώνεται μέσω ενός πλέγματος κρισιακών φαινομένων οικονομικού, κοινωνικού και πολιτικού χαρακτήρα. Κύρια γνωρίσματά της είναι, κατά τον Β. Ι. Λένιν, τα εξής:

πρώτον, αδυναμία των κυρίαρχων τάξεων να διατηρήσουν αμετάβλητη τη μορφή κυριαρχίας τους με έκδηλη την αντίθεση των κυριαρχούμενων σε ενδεχόμενη παράταση της ισχύος αυτής της μορφής κυριαρχίας·

δεύτερον, εξαιρετική επιδείνωση της ανέχειας και της δυστυχίας των καταπιεσμένων τάξεων (απόλυτη είτε σχετική εξαθλίωση)·

τρίτον, σημαντική άνοδος της πολιτικής ενεργητικότητας των μαζών, οι οποίες ωθούνται από την κρισιακή συγκυρία και από τη στάση των κυρίαρχων τάξεων σε αυτοτελή ιστορική παρέμβαση.

Η επαναστατική κατάσταση δεν μπορεί να θεωρείται στατικά, ως εκδήλωση-σύμπτωση κάποιων αποσπασματικών γνωρισμάτων. Είναι το αποτέλεσμα της κλιμάκωσης μιας βαθιάς και πολυεπίπεδης δυναμικής συγκρουσιακής διαδικασίας, μιας διαδικασίας συνδυαστικής όξυνσης κρισιακών φαινομένων, που εκτυλίσσεται στη δομή και στην ιστορία της κοινωνίας, στην οποία εμπλέκονται αντικειμενικοί και υποκειμενικοί όροι, συνειδητοποιούμενοι σε ποικίλους βαθμούς και τρόπους από τα εμπλεκόμενα υποκείμενα. Στο πλαίσιο μάλιστα αυτής της διαδικασίας, η επαναστατική κατάσταση λειτουργεί ως σταθμός και αφετηρία περαιτέρω κλιμάκωσης κοινωνικών αλλαγών, σε συνάρτηση με την συνειδητή οργανωμένη παρέμβαση του κοινωνικοπολιτικού υποκειμένου.

O Λένιν ανασκεύασε ως τραγελαφικά επικίνδυνη και υπονομευτική την αυταπάτη όσων προσδοκούσαν την έλευση της «καθαρής ταξικής αντίθεσης», ως μεταφυσικό ανιστορικό δίπολο, από τη μια μεριά του οποίου δήθεν θα είναι οι σοσιαλιστές επαναστάτες και από την άλλη οι ιμπεριαλιστές.

Στηλίτευσε αμείλικτα τις «φαιδρές σχολαστικές» σχηματοποιήσεις κάποιων που φαντασιώνονται το κίνημα και την επαναστατική διαδικασία κατά τον εξής τρόπο: « … θα παραταχθεί σε ένα μέρος ένα στράτευμα και θα πει: “εμείς είμαστε υπέρ του σοσιαλισμού”, ενώ σε ένα άλλο μέρος [θα παραταχθεί] ένα άλλο, και θα πει: “εμείς είμαστε υπέρ του ιμπεριαλισμού” και αυτή θα είναι η κοινωνική επανάσταση!… Όποιος αναμένει την “καθαρή” κοινωνική επανάσταση, ποτέ δεν θα ζήσει να τη δει. Αυτός είναι ένας επαναστάτης στα λόγια, που δεν κατανοεί την πραγματική επανάσταση». Και διευκρίνιζε: «Η σοσιαλιστική επανάσταση στην Ευρώπη δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο, εκτός από έκρηξη της μαζικής πάλης όλων και όλων των ειδών των καταπιεσμένων και ανικανοποίητων. Μέρος της μικρής αστικής τάξης και των καθυστερημένων εργατών αναπόφευκτα θα συμμετάσχει σε αυτήν -χωρίς αυτή τη συμμετοχή δεν είναι εφικτός ο μαζικός αγώνας, δεν είναι εφικτή καμία επανάσταση…» (Άπαντα, τ. 30, σ. 54).

Δεν είναι η πάλαι ποτέ ιστορική ή/και αυτόκλητη πρωτοπορία της τάξης και του όποιου κόμματος, που θα αποφανθεί δίκην ασκήσεων επί χάρτου περί του «πολιτικώς και ιδεολογικώς ορθού» αγώνα, αλλά, τουναντίον, αυτός που θα αναδείξει την πρωτοπορία της εργατικής τάξης και την προοπτική είναι ο μετωπικός αγώνας στην κλιμάκωσή του: «το προλεταριάτο συνιστά μια πραγματικά επαναστατική, μια πραγματικά σοσιαλιστικά δρώσα τάξη, μόνο υπό τον όρο ότι διεκδικεί και δρα ως πρωτοπορία όλων των εργαζομένων και όσων υφίστανται την εκμετάλλευση, ως ηγέτης τους στον αγώνα για την ανατροπή των εκμεταλλευτών…» (Άπαντα, τ. 41, σσ. 169-170).

Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε ο Λένιν στην ενότητα λόγων και έργων, στο ρόλο του συντροφικού επιστημονικού λόγου και διαλόγου κατά την αναζήτηση της αλήθειας, στα καθήκοντα, την μόρφωση και τον πολιτισμό του νέου κομμουνιστή, στην σημασία της ανάδειξης του πρωτοπόρου ρόλου του ως προσωπικότητα, η οποία εμπνέει, συσπειρώνει και καθοδηγεί υποδειγματικά.

Είναι λοιπόν εξαιρετικά γόνιμη, δημιουργική, θεμελιώδους θεωρητικής και πρακτικής σημασίας –παρά τους ιστορικούς και μεθοδολογικούς περιορισμούς της– η επαναστατική-κριτική προσέγγιση του μαρξισμού από τον Β. Ι. Λένιν, ο οποίος αντιλαμβάνεται ότι η ανάπτυξη του μαρξισμού στις νέες ιστορικές συνθήκες είναι ο μοναδικός τρόπος ύπαρξης αυτού του θεωρητικού και μεθοδολογικού συστήματος (βλ. διερεύνηση του ιμπεριαλισμού, της διαλεκτικής κλπ.).

Η επίσημη σοβιετική ιδεολογία, αλλά και σημαντικό μέρος της αριστεράς μέχρι σήμερα, υπό τον όρο «μαρξισμός-λενινισμός» εννοούσε ένα άμορφο, εσωτερικά μη διαφοροποιημένο και ιστορικά απροσδιόριστο συνονθύλευμα εργαλειακά χρησιμοποιούμενων θέσεων και «παραθεμάτων» των κλασικών, χωρίς να λαμβάνει υπ’ όψιν το επίπεδο θεωρητικής ανάπτυξης, το μεθοδολογικό βάθος, την ιδιοτυπία και τις διαφορές προσέγγισης διαφορετικών θεωρητικών και πρακτικών ζητημάτων που διευθετούσε ο καθένας τους σε διάφορα στάδια ιστορικής ανάπτυξης του μαρξισμού.

Αυτή η εργαλειακή-απολογητική χρήση του μαρξισμού συνοδευόταν από μια δογματική ανιστορική και αφηρημένη (εν πολλοίς θεοκρατικού τύπου) αντίληψη για τους «κλασικούς», οι οποίοι προέβαλλαν ως «τριάς ομοούσιος και αχώριστος» (αργότερα ως «τετράς», «πεντάς» με εναλλασσόμενες εκδοχές αναφορικά με το πρόσωπο-«ενσάρκωση» της 4ης κλπ. υπόστασης…), χωρίς καν να εξετάζονται οι ιστορικές διαφορές και οι ιδιοτυπίες τους.

Από την άλλη πλευρά οι συνδεόμενες με τα ρεύματα του λεγόμενου «δυτικού μαρξισμού» (βλέπε τις διάφορες εκδοχές του νεομαρξισμού) επιφανειακές απόπειρες αντιπαράθεσης των κλασικών του μαρξισμού (στους οποίους οπωσδήποτε συμπεριλαμβάνεται και ο Λένιν) ανάγουν ουσιαστικά τον λενινισμό σε μια από τις πολλές (ιστορικά και γεωγραφικά περιορισμένες) «ερμηνείες» του μαρξισμού, γεγονός που οδηγεί ουσιαστικά σε απολογητική του κεφαλαίου και σε περαιτέρω απόσπαση της θεωρίας από την επαναστατική πολιτική πρακτική, στον εκφυλισμό του μαρξισμού σε ακαδημαϊκή, «καθηγητική» (Μαρξ), «νόμιμη» και ανώδυνη για τις εκμεταλλεύτριες τάξεις ενασχόληση.

Η θεωρητική και μεθοδολογική αποτίμηση του έργου του Λένιν απαιτεί ξεχωριστές μελέτες. Με τον Λένιν κλείνει ουσιαστικά ο κύκλος των επαναστατών ηγετών της πολιτικής πράξης που βρίσκονταν ταυτοχρόνως, κατά το μάλλον ή ήττον, στις επάλξεις της επαναστατικής κοινωνικής θεωρίας και φιλοσοφίας.

Το έργο του είναι ανεκτίμητη παρακαταθήκη της θεωρίας και πράξης του επαναστατικού κομμουνιστικού κινήματος, ιδιαίτερα σήμερα που κλιμακώνεται ο εν εξελίξει Γ’ Παγκόσμιος Πόλεμος (Γ’ Π.Π.), ο οποίος αναδεικνύει με ιδιαίτερη ένταση πρωτοφανή και πρωτόγνωρα θεωρητικά και πρακτικά καθήκοντα.

Καμία κατ’ αναλογία κρίση βάσει κάποιας ιστορικής εμπειρίας (του Α’ Π.Π. ή του Β’ Π.Π.) δεν αρκεί για τη διάγνωση της μοναδικής ιστορικής εποχής και συγκυρίας που τον γέννησε. Κάθε αντίθετος ισχυρισμός, κάθε προσέγγιση και πρακτική που καταφεύγει σε κατ’ αναλογία ιστορικές κρίσεις και βαυκαλίζεται με επιλεκτικές λαθροχειρίες με χωρία του Λένιν, συνιστά σύμπτωμα ανήκεστου έρποντος εμπειρισμού και ομολογία απελπιστικής ανημποριάς, θεωρητικής και πρακτικής…

Όσοι καμώνονται τους «λενινιστές» επιδιδόμενοι σε παρόμοιες λαθροχειρίες, αναθεωρήσεις και κακοποιήσεις της λενινιστικής συνεισφοράς, δεν μπορούν να κρύψουν την θεωρητική και πρακτική γύμνια τους, την χρεοκοπία τους, την οποία η κλιμάκωση του πολέμου θα φέρνει ανελέητα στην επιφάνεια όλο και πιο ανάγλυφα. Αυτοί οι «λενινιστές» τρέμουν κυριολεκτικά τον αυθεντικό Λένιν, την επαναστατική ζωντάνια του θεωρητικού και πρακτικού του έργου, την απέχθειά του για τον γραφειοκρατικό εκφυλισμό, τον ανερμάτιστο καιροσκοπισμό, την απουσία αυθεντικής αναπτυσσόμενης επαναστατικής θεωρίας και διαλεκτικής μεθοδολογίας, χωρίς την οποία -κατά τον Λένιν- κάθε επαναστατικό εγχείρημα είναι ανέφικτο ή/και καταδικασμένο σε αποτυχία.

Για όλα αυτά και πολλά άλλα που δεν μπορούν να χωρέσουν στο παρόν σημείωμα, τρέμουν τον Λένιν και την επαναστατική του κληρονομιά οι δυνάμεις του ιμπεριαλισμού, της χρηματιστικής ολιγαρχίας, τα εθνικά και διεθνικά, κρατικά, διακρατικά και παρακρατικά όργανα του καθεστώτος του κεφαλαίου και κάθε αντιδραστική δύναμη. Για αυτό τον προβάλλουν ως αιμοσταγή και πανούργο δικτάτορα…

Τρέμουν τον Λένιν και οι απανταχού γραφειοκράτες λενινοκάπηλοι, που έχουν το ψέμα πρόχειρο για κάθε δικαιολόγηση του καιροσκοπισμού τους.

Τον τρέμουν για την σχέση του προς την αλήθεια:  «Η τακτική μας λοιπόν, είναι να λέμε την αλήθεια. Να λέμε την αλήθεια κι όταν ακόμη δεν μας συμφέρει, γιατί μόνο έτσι θα κάνουμε τον κόσμο να μας πιστέψει. Μόνο τότε δεν θα μπορέσει κανείς να μας βάλει κάτω, όταν λέμε την αλήθεια παντού και πάντα, σε όλες τις καμπές της, κι όταν μάθουμε να μην αποσιωπούμε τα πράγματα τάχα για “λόγους σκοπιμότητας”, αλλά να τα βροντάμε κάτω μ’ όλη τους τη γύμνια, έτσι όπως ακριβώς είναι κι όχι όπως θα τα ‘θελε η αφεντιά μας…» (από το μυθιστόρημα του Εμμανουήλ Καζακίεβιτς: «Το γαλάζιο τετράδιο» – Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή»).

Τον τρέμουν για την προσήλωσή του στον επιστημονικό κομμουνιστικό διάλογο, ακόμα και στις πιο κρίσιμες συγκυρίες, όπως κατά το 10ο Συνέδριο του Κόμματος, όπου σε συνθήκες πείνας, συνεχιζόμενης ιμπεριαλιστικής επέμβασης και αιματηρού ταξικού («εμφυλίου») πολέμου εισηγείται την έκδοση εσωκομματικού δελτίου για την δημοσίευση των απόψεων της μειοψηφίας των μελών, προς διακίνηση στο σύνολο των ανά τη χώρα κομματικών μελών.

Τον τρέμουν και αυτοί που σε συνθήκες νομιμότητας και μακροχρόνιας ειρηνικής περιόδου, δοκιμάζονται από τέτοια ανασφάλεια, που τους κάνει να μην ανέχονται ίχνος ανοικτού, δημόσιου, επιστημονικού και κομμουνιστικού διαλόγου και αντιπαράθεσης επί καίριων ζητημάτων της εποχής, της κοινωνίας, του κινήματος και της επιστήμης, εκτός από τελετουργικές παρωδίες προδιαγεγραμμένου ψευτοδιαλόγου, με άνωθεν προεγκεκριμένες παρεμβάσεις, αγεληδόν χειροκροτητές ή (κατά περίπτωση) και κλακαδόρους για διαπόμπευση και αποσιώπηση κάθε παρέκκλισης από την εσαεί «σωστή γραμμή» της ηγεσίας…

Τον τρέμουν και εκείνοι οι απατεώνες γραφειοκράτες της καθεστωτικής κυβερνητικής «αριστεράς», που κόπτονται για την προσήλωσή τους στην «πολυφωνία» του αστικού πλουραλισμού και των «δημοκρατικών διαδικασιών», που ανάγουν τον διάλογο σε αρένα εκτόνωσης και χειραγώγησης, σε άγονο «διάλογο για το διάλογο», αρκεί να μη κατατείνει σε επαναστατική σκέψη και δράση.

Αμφότερες οι διαδεδομένες εκδοχές γραφειοκρατικού εκφυλισμού και ενσωμάτωσης στο καθεστώς (φίμωσης ή διαλόγου για το διάλογο) συγκλίνουν σε γενικευμένες πρακτικές χειραγωγικού «καπελώματος»: αποκόπτουν την διαδικασία λήψης κρίσιμων αποφάσεων από την αυθεντική διαλογική-συλλογική εκπόνηση και σύνθεσή τους σε επιστημονική βάση, με εμπλοκή της μεγάλης πλειοψηφίας των μελών, των στελεχών και των φίλων των φορέων τους, θεωρώντας την αποκλειστική δικαιοδοσία και αρμοδιότητα «κορυφών», με όρους ιερατείου: «εν κρυπτώ και παραβύστω», δηλαδή πέρα από κάθε δημοκρατικό ορθολογικό έλεγχο. Η όποια εκ των υστέρων επιστημονικοφανής επένδυση των άνωθεν προειλημμένων αποφάσεων είναι δουλειά των «ιδεολογικών οργάνων» προπαγάνδας και επιβολής ομοφωνίας…

Πρόκειται για ένα αδιέξοδο ανατροφοδοτούμενο βρόχο εμπλοκής σε όλο και πιο αδιέξοδες πρακτικές/τακτικές, με όλο και πιο αναντίστοιχο «θεωρητικό περιτύλιγμα», που εκφυλίζεται συστηματικά σε συνονθύλευμα ανορθολογικών δογμάτων, ιδεολογημάτων και στερεοτύπων, όλο και πιο άσχετων με την αυθεντική επαναστατική θεωρία και μεθοδολογία.

Ο Λένιν ανέδειξε και στηλίτευσε συστηματικά όλες αυτές τις νομοτελείς πρακτικές γραφειοκρατικού εκφυλισμού εν τω γεννάσθαι. Σήμερα έχουν γίνει πολύ πιο τεχνολογικά χειραγωγικές, ενώ περιπλέκονται με στοιχεία του πολιτικού μάρκετινγκ και των μεταμοντέρνων αστικών δογμάτων…

Τον τρέμουν λοιπόν όλες οι δυνάμεις της συντήρησης και της αντίδρασης, ενώ εμπνέει κάθε ζωντανή επαναστατική δύναμη προόδου. Αυτή είναι η μοίρα ενός μεγαλοφυούς διανοητή επαναστάτη, του δικού μας Βλαδίμηρου…

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.