1

Υπάρχει σχέση μεταξύ ευρωκομμουνισμού, αλτουσεριανισμού και κομμουνισμού… Του Δ. Πατέλη.

Εισαγωγικό σημείωμα στην αναδημοσίευση.

 

Η τακτική των συμμαχιών, της διεύρυνσης και εμβάθυνσης των κοινωνικών και πολιτικών ερεισμάτων, είναι καθοριστικής σημασίας για την προοπτική του αγώνα των κομμουνιστών.

Αρκεί να υπάρχει σαφήνεια και πλήρης διαφάνεια ως προς τις αρχές, τη βάση, το πλαίσιο, τους όρους και τα όρια αυτών των συμμαχιών, κάθε συγκλίνουσας πορείας, κάθε συμπόρευσης.

Ακόμα και εάν πρόκειται για κάποια απλή δήλωση περιστασιακής προεκλογικής στήριξης μιας προσωπικότητας στο ΚΚΕ, απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή στη διακρίβωση των αρχών, βάσει των οποίων γίνεται αυτή η -κατά κανόνα αμοιβαία- προσέγγιση. Πολλώ δε μάλλον εάν πρόκειται για πιο μακρόπνοη συμπόρευση.

Στο προτεινόμενο κείμενο εξετάζεται μια αντιπροσωπευτική περίπτωση συμπόρευσης: του συναδέλφου, ομότιμου πλέον καθηγητή του Ε.Μ.Π., κ. Γ. Μηλιού, βασικού εκπροσώπου του αλτουσεριανισμού εν Ελλάδι.

Η επιλογή δεν είναι τυχαία. Κατ’ αρχήν, ουδόλως επικεντρώνεται στο πρόσωπο, ή/και στις διαπροσωπικές σχέσεις[1].

Έχει άραγε σχέση η αλτουσεριανή αίρεση με την επαναστατική θεωρία και μεθοδολογία του μαρξισμού;

Δεν είναι της παρούσης η ενδελεχής εξέταση του έργου του Λουί Αλτουσέρ (ΑΙthusser) στο οποίο εδράζεται η παραγωγή των συνεχιστών και των επιγόνων του.

Εδώ θα αρκεστώ σε μερικές επιγραμματικές επισημάνσεις.

Στο έργο του διακρίνονται δύο κύριες περίοδοι: 1) της δεκαετίας του 1960, όπου επικεντρώνει την προσοχή του στην επεξεργασία της φιλοσοφίας ως «θεωρίας των θεωρητικών πρακτικών» και 2) της δεκαετίας του 1970, οπότε εννοεί τη φιλοσοφία ως τεκμηρίωση της πολιτικής πάλης, ως «πολιτική εντός της θεωρίας», ως «σε τελική ανάλυση, πάλη των τάξεων εντός της θεωρίας».

Η πρώτη περίοδος χαρακτηρίζεται από την πολεμική κατά της πραγματιστικής ερμηνείας του μαρξισμού (κατά της εργαλειακής και επιλεκτικής χρήσης του στην τρέχουσα πολιτική), κατά της κυρίαρχης στη μεταπολεμική Γαλλία υπαρξιστικής, περσοναλιστικής, φαινομενολογικής κ.λπ. ερμηνείας του μαρξισμού.

Ο Αλτουσέρ δίνει έμφαση στα «ώριμα» (μετά το 1844) έργα του Μαρξ, στην αυτοτέλεια της επιστημονικής νόησης από την καθημερινή συνείδηση (της «θεωρίας» από την «ιδεολογία»), στον «μεθοδολογικό ρόλο της φιλοσοφίας», στην προσέγγιση της γνωστικής διαδικασίας ως πνευματικής παραγωγής κ.λπ.

Αποκαλεί τη στάση του «θεωρητικό αντιανθρωπισμό», όπου το συγκεκριμένο άτομο δεν συνιστά το αφετηριακό σημείο, αλλά το τελικό αποτέλεσμα της ανάλυσης της κοινωνίας. Απολυτοποιεί την ασυνέχεια στην ανάπτυξη της σκέψης του Μαρξ, την οποία οριοθετεί με την έννοια της (προερχόμενης από τον Μπασελάρ) «επιστημολογικής τομής».

Ο Αλτουσέρ διακατέχεται από μια ψυχοσωματική δυσανεξία στη διαλεκτική.

Η «συμπτωματική ανάγνωση» (lecture symptomate) του Κεφαλαίου που προτείνει στοχεύει στην κάθαρση του μαρξισμού από τη διαλεκτική και συνολικά από το «φενακισμένο περίβλημα» για την αποκάλυψη του «αληθινού πυρήνα του».

Στην «ιστορικιστική» διαλεκτική της ολότητας αντιπαραθέτει τη μελέτη της «δομής με δεσπόζουσα» και «επικαθορισμό» (surdetermination)…

Κατά τη δεύτερη περίοδο (μετά την «αυτοκριτική» του) ο Αλτουσέρ αμβλύνει κάπως τις «θεωρητικίστικες» θέσεις του, χωρίς να τις εγκαταλείπει, και επιχειρεί να τις καταστήσει συμβατές με τον νέο ορισμό της φιλοσοφίας κατά τον οποίο η τελευταία ανάγεται στην πολιτική.

Η αλτουσεριανή αναγωγή της φιλοσοφίας σε πολιτική, σε «ταξική πάλη στο χώρο της θεωρίας» είναι άκρως άγονη και τελικά υπονομευτική για την κοινωνική θεωρία και πράξη. Αγνοεί και διαστρεβλώνει την ίδια την ιδιοτυπία της πολιτικής ως μορφής κοινωνικής συνείδησης και πρακτικής.

Αυτή η αναγωγή υπονομεύει και την ίδια την πολιτική (την οποία υποτίθεται ότι εξυπηρετεί με κραυγαλέα στράτευση), δεδομένου ότι της στερεί τη δυνατότητα θεωρητικής και μεθοδολογικής θεμελίωσης της όποιας στρατηγικής και τακτικής, η οποία είναι ανέφικτη χωρίς την προτρέχουσα και σχετικά αυτοτελή (αποστασιοποιημένη από το «βλέποντας και κάνοντας» και την εμπλοκή στο εκάστοτε «εδώ και τώρα» του πολιτικού ακτιβισμού) θεωρητική-φιλοσοφική έρευνα.

Η αναγωγή της φιλοσοφίας στην πολιτική, ακυρώνει τη σχετική αυτοτέλεια, τη διαμεσολαβητική απόσταση που επιτρέπει και διασφαλίζει τη στρατηγική καθολική εμβέλεια της φιλοσοφίας, γεγονός που καθιστά και την πολιτική κοντόφθαλμη, ετεροπροσδιοριζόμενη, αν όχι τυφλή.

Η αυθεντική κοινωνική θεωρία που χαράσσει δρόμους, παρά τις περί του αντιθέτου αγκυλώσεις, δεν ανάγεται σε έρποντα εμπειρισμό, που στην καλύτερη περίπτωση συνιστά «γενίκευση της πρακτικής», δηλαδή, εξ ορισμού, πάντα έπεται της όποιας πρακτικής, στο πνεύμα του αστικού θετικισμού, της χρησιμοθηρίας και του πραγματισμού.

Ο τρόπος με τον οποίο ο Αλτουσέρ έθεσε τα θεμελιώδη προβλήματα της μαρξιστικής θεωρίας εκ των πραγμάτων απορρίπτει τη συστηματική ανάλυση των νομοτελειών ανάπτυξης της επιστημονικής νόησης (βλ. ιστορικό και λογικό, ανάβαση από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο, διάνοια και λόγος, διαλεκτική λογική κ.λπ.).

Συνιστά ένα απ’ τα πιο διαδεδομένα εγχειρήματα ακύρωσης της διαλεκτικής μεθοδολογίας του οργανικού όλου και αναθεώρησης της επαναστατικής θεωρίας και μεθοδολογίας του μαρξισμού.

Συνοψίζοντας, μόνο με όρους άγνοιας, ημιμάθειας ή/και από παρεξήγηση μπορεί να θεωρεί κάποιος τον Αλτουσέρ και τους επιγόνους του μαρξιστές.

Η χονδροειδής αντιδιαλεκτική/μεταφυσική αναθεώρηση του μαρξισμού που εισηγήθηκε, έγινε ευρέως αποδεκτή από την αστική και μικροαστική διανόηση της ΕΕ και άλλων κεφαλαιοκρατικών χωρών, ιδιαίτερα από αυτή τη συνιστώσα της που ο Μαρξ αποκαλούσε «καθηγητική επιστήμη».

Η αναγωγή της κοινωνίας/ιστορίας σε απρόσωπες μεταφυσικές δομές, συνδέεται με την έκπτωση της επιστημονικής εικόνας του κόσμου στην αστική φιλοσοφία, με τον εξοβελισμό της κοσμοθεωρητικής προβληματικής ως «μεταφυσικής», με την γενικότερη υποβάθμιση του κύρους της θεωρίας και τη λατρεία των «αντικειμενικών γεγονότων», των «δομών» και των «δεδομένων» στο πλαίσιο του θετικισμού.

Η μετεξέλιξη του τελευταίου από την αναλυτική της παράστασης στην αναλυτική της γλώσσας, η πορεία του μεταθετικισμού προς τον ανορθολογισμό, μαζί με την έκπτωση του δομισμού/στρουκτουραλισμού στο μεταδομισμό, άνοιξαν το δρόμο στη «μεταμοντέρνα» αποδόμηση και στη διάλυση των πάντων στη «διακειμενικότητα», υπό το πρίσμα της οποίας εξοβελίζεται πλέον και το ίδιο το «αντικειμενικό γεγονός».

Οι εξελίξεις αυτές συμβαδίζουν και με την προβληματική του εκφυλισμού της στρουκτουραλιστικής (στη βάση της γαλλικής εκδοχής του θετικισμού-επιστημονισμού) απόπειρας αναθεώρησης του μαρξισμού.

Η απόπειρα αυτή, εκκινώντας από την αλτουσεριανή «ιστορία χωρίς υποκείμενο» πέρασε εύκολα στη φουκοϊκή «μικροφυσική της εξουσίας», στη «βιοπολιτική» και στη μεταμοντέρνα αναγωγή γνώσης και επιστήμης σε «αφηγήματα» σε «κοινωνικές-συμβολικές κατασκευές» και παίγνια «ταυτοτήτων» κατά το δοκούν κ.ο.κ., που οδηγούν σε αδιέξοδες, ανορθολογικές και άκρως επικίνδυνες τάσεις (βλ. Πατέλης Δ. Επιτακτική η ανάγκη συντριβής των ιδεολογημάτων και πρακτικών του αστικού δικαιωματισμού. ).

Ας επανέλθουμε όμως στο κύριο θέμα μας.

Κρίνω ότι τα όποια πολιτικά διαβήματα σύγκλισης ή απόκλισης με ένα ιστορικό κόμμα όπως το ΚΚΕ, δεν είναι και δεν μπορούν να είναι θέμα γούστου ή/και στιγμιαίων-περιστασιακών προτιμήσεων. Τουναντίον, συνδέονται οργανικά με την όλη θεωρητική ή/και ιδεολογική σκευή των ανθρώπων, με τον όλο βίο και την πολιτεία τους.

Για κάθε σκεπτόμενο κομμουνιστή, η συμπόρευση εγείρει ερωτήματα που αφορούν τόσο τις πολιτικές/πρακτικές θέσεις, όσο και τη συνολική σχέση προς το μαρξισμό, την επαναστατική θεωρία και μεθοδολογία.

Ερωτήματα που αφορούν ευθέως τα χαρακτηριστικά τόσο των εκάστοτε συμπορευόμενων δυνάμεων, όσο και του φορέα που γίνεται αποδέκτης αυτής της στήριξης.

Ερωτήματα, τα οποία -κακώς- ενδέχεται μεν να θεωρούνται ήσσονος σημασίας έως αμελητέα σε συνθήκες ρουτίνας του αστικού κοινοβουλευτικού βίου, αλλά η σημασία των οποίων γίνεται καθοριστική σε συνθήκες κλιμάκωσης και γενίκευσης του εν εξελίξει Γ’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Ενός πολέμου που εγείρει επιτακτικά στο προσκήνιο την θεμελιώδη δυνατότητα ή αδυναμία του υποκειμένου, βάσει της θεωρητικής και πρακτικής διακρίβωσης της στάσης προς τα διακυβεύματα ζωής η θανάτου που εγείρει η σύρραξη για το κίνημα και την ανθρωπότητα.

Αναφέρω ενδεικτικά ορισμένα κομβικά ζητήματα και ερωτήματα θεωρίας και πράξης που έθετα από τότε:

  • Υπό ποιους όρους π.χ. είναι θεμιτή και επιθυμητή η συμπόρευση με το νυν ΚΚΕ δυνάμεων με μακρά θητεία στο μετερίζι του ευρωκομμουνισμού, με ιδιαίτερες επιδόσεις στο …αγώνισμα του αντισοβιετισμού-αντικομμουνισμού;
  • Συμβιβάζεται άραγε το ΚΚΕ με -αστικά κατά βάση- ιδεολογήματα περί «κρατικού καπιταλισμού» και «ιδιότυπων εκμεταλλευτικών καθεστώτων» στην ΕΣΣΔ και στις άλλες χώρες του πρώιμου σοσιαλισμού;
  • Αποδέχονται άραγε οι κομμουνιστές τα ιδεολογήματα περί συλλήβδην απορριπτέου «σοβιετικού μαρξισμού», προτάσσοντας στο εξής αλτουσεριανά και άλλα ευρωκομμουνιστικά και νεομαρξιστικά δόγματα-σχήματα;
  • Θεωρούν άραγε οι κομμουνιστές ότι το σύνολο της μαρξιστικής θεωρητικής παραγωγής (φιλοσοφικής, οικονομικής, πολιτικής κ.λπ.) της ΕΣΣΔ και των άλλων χωρών του πρωίμου σοσιαλισμού είναι άχρηστο και επικίνδυνο;
  • Ποια και σε ποιο βαθμό αναθεώρηση-διαστρέβλωση του μαρξισμού θεωρείται αποδεκτή/ανεκτή από τους κομμουνιστές ως αναπόσπαστο στοιχείο της ιδεολογικής σκευής κάποιων συμπορευόμενων δυνάμεων, υπό ποιους όρους και προς επίτευξη ποιων σκοπών;
  • Είναι συμβατή με την κομμουνιστική φιλοσοφία η απόρριψη της επαναστατικής διαλεκτικής της ανάπτυξης, ως μεθοδολογικής βάσης επιστημονικής έρευνας της ιστορικής νομοτέλειας και επαναστατικού μετασχηματισμού της κοινωνίας;
  • Είναι συμβατή με την κομμουνιστική φιλοσοφία η απόρριψη της διαλεκτικής ιστορικής διαδικασίας της ανάπτυξης κατά νομοτελή στάδια, με συγκεκριμένη ιστορική κλιμάκωση ποιοτικών, ποσοτικών και ουσιωδών μετασχηματισμών, αντικειμενικών και υποκειμενικών όρων, με αντίστοιχη αναβάθμιση μέσων, σκοπών, τρόπων και υποκειμένων;
  • Είναι συμβατή με την κομμουνιστική φιλοσοφία η απόρριψη της ανάπτυξης (βάσει της οργανικής σχέσης των νόμων της διαλεκτικής) και η υιοθέτηση στη θέση της του δομισμού/στρουκτουραλισμού και του γραμμικού εξελικτισμού;
  • Είναι συμβατή με την κομμουνιστική φιλοσοφία η υιοθέτηση και διακίνηση της ιδεολογίας και πρακτικής της Β’ Διεθνούς περί «ιστορίας ως διαδικασίας χωρίς υποκείμενο» στην εκδοχή του αλτουσεριανού εμμενώς αντιδιαλεκτικού δομισμού;
  • Είναι συμβατή με την επαναστατική θεωρία η απόρριψη του θεμέλιου της μαρξικής επιστήμης της πολιτικής οικονομίας: της εργασιακής θεωρίας της αξίας και η υποκατάστασή της από κάποια «χρηματική θεωρία της αξίας» και την συνακόλουθη «χρηματική θεωρία της υπεραξίας»;
  • Είναι συμβατή με τη στάση των κομμουνιστών η εκ των πραγμάτων υποστήριξη της ιμπεριαλιστικής ολοκλήρωσης της ΕΕ-Φυλακής Λαών και του νομίσματός της, του Ευρώ, σαν να συνιστούν αυτά αναπόδραστη «κανονικότητα», με αντίστοιχη υιοθέτηση του αστικού/ιμπεριαλιστικού κοσμοπολιτισμού (ως δήθεν συνώνυμου με τον διεθνισμό) και η κατακεραύνωση κάθε αντίθετης άποψης ως «εθνικιστικής»;
  • Είναι συμβατή με ένα Κομμουνιστικό Κόμμα η απόρριψη της μαρξιστικής-λενινιστικής επιστήμης της παγκόσμιας πολιτικής οικονομίας στο ιμπεριαλιστικό της στάδιο και η συνακόλουθη μετατροπή του ιμπεριαλισμού σε αφηρημένο και απροσδιόριστο «πουκάμισο αδειανό» που «φοριέται» από όλες τις χώρες του πλανήτη και τελικά ανάγεται σε βουλησιαρχικά εννοούμενες πολιτικές επιλογές κάποιων «ελίτ»;
  • Είναι συμβατή με ένα Κομμουνιστικό Κόμμα η απόρριψη της καθοριστικής συμβολής του Β. Ι. Λένιν στη δημιουργική ανάπτυξη του μαρξισμού μέσω της πολιτικής οικονομίας του ιμπεριαλισμού, αλλά και της ίδιας της επιστημονικής κατηγορίας «ιμπεριαλισμός»;
  • Είναι συμβατή με ένα Κομμουνιστικό Κόμμα η αγνόηση των επιστημονικών λενινιστικών κριτηρίων δυναμικής ιεράρχησης της παγκόσμιας «αλυσίδας του ιμπεριαλιστικού συστήματος» με τη διάκριση της θέσης και του ρόλου των ισχυρότερων ως προς το κεφάλαιο χωρών, των ιμπεριαλιστικών χωρών και η συνακόλουθη αναθεώρηση-σύγχυση μεταξύ των επιστημονικών κατηγοριών «ιστορικό στάδιο του ιμπεριαλισμού» και «ιμπεριαλιστική χώρα»;
  • Είναι συμβατή με την μαρξιστική φιλοσοφία και πολιτική οικονομία η απόρριψη της συγκεκριμένης ιστορικής κατηγορίας «κοινωνικοοικονομικός σχηματισμός» και η υποκατάστασή της από μια στατική, δομική/στρουκτουραλιστική εξέταση των εθνών/κρατικών μορφωμάτων, σαν να είναι αυτά δήθεν απολύτως αυτοτελή, πρακτικά ασύνδετοι και αποσπασματικοί «εθνικοί σχηματισμοί», με ανύπαρκτη έως αποκλειστικά εξωτερική/επουσιώδη αλληλεπίδραση;
  • Είναι συμβατή με την μαρξιστική φιλοσοφία και πολιτική οικονομία η παραίτηση από την επιστημονική διερεύνηση του όλο και πιο περίπλοκου στο σύγχρονο στάδιο του ιμπεριαλισμού πλέγματος άντλησης μονοπωλιακών υπερκερδών στο πλαίσιο των πολλαπλά διαμεσολαβημένων σχέσεων παραγωγής -σχέσεων υπερεκμετάλλευσης και κυριαρχίας παγκόσμιας εμβέλειας- και η αναγωγή των διεθνών οικονομικών σχέσεων σε εξωτερικές «αλληλεπιδράσεις/αλληλοεξαρτήσεις» μεταξύ «εθνικών κοινωνικοοικονομικών σχηματισμών» – δίκην στατικών δομικών στοιχείων κάποιας μεταφυσικά εννοούμενης φαραωνικής δομής, κατά τα αλτουσεριανά στρουκτουραλιστικά δόγματα;
  • Είναι συμβατή με ένα Κομμουνιστικό Κόμμα η παραίτηση από την επιστημονική μαρξιστική εξέταση της θέσης και του ρόλου της ευρωπαϊκής, ευρωατλαντικής και παγκόσμιας χρηματιστικής ολιγαρχίας και των αντίστοιχων οργάνων διακρατικομονοπωλιακής επιβολής του ιμπεριαλισμού, αλλά και των πολυπλόκαμων και πολυεπίπεδων μηχανισμών διακρατικής, περιφερειακής και παγκόσμιας εκμετάλλευσης/απομύζησης υπεραξίας με την ποικιλομορφία των μονοπωλιακών υπερκερδών;
  • Είναι συμβατή με ένα Κομμουνιστικό Κόμμα η απολογητική των κεφαλαιοκρατικών/ιμπεριαλιστικών ολοκληρώσεων αυταπάτη, βάσει της οποίας «οι εγχώριες κυρίαρχες τάξεις» και οι «ελίτ» (sic) των εκάστοτε «εθνικών κοινωνικοοικονομικών σχηματισμών» δρουν με περισσή αυτοτέλεια και ανεξαρτησία, έχοντας απλώς κάποια επικουρικά «ευρωπαϊκά στηρίγματα»;
  • Είναι συμβατή με την μαρξιστική φιλοσοφία και πολιτική οικονομία η αναγωγή του ιμπεριαλισμού σε αλτουσεριανής κοπής βουλησιαρχική επιλογή κάποιων «εγχώριων κυρίαρχων τάξεων» ή/και «ελίτ» λόγω «πολιτικού επικαθορισμού»;
  • Είναι συμβατή με ένα Κομμουνιστικό Κόμμα η παραίτηση από τον πρακτικό αντιιμπεριαλιστικό αγώνα (κατά ΗΠΑ-ΝΑΤΟ-ΕΕ) με την αφηρημένη επίκληση (την μπάλα στην εξέδρα, ή/και στις ελληνικές καλένδες) της «καθαρής ταξικής πάλης»;
  • Είναι συμβατή με ένα Κομμουνιστικό Κόμμα η αναγωγή του κομμουνισμού σε αφηρημένη «κριτική και αμφισβήτηση»;
  • Είναι συμβατή με το κόμμα η απολογητική του ιμπεριαλισμού που θέτει ως όρο για την αποχώρηση από το ΝΑΤΟ, τη διάλυση του ΝΑΤΟ;
  • Είναι συμβατή με ένα ιστορικό Κομμουνιστικό Κόμμα η απόρριψη της διαλεκτικής σχέσης στρατηγικής-τακτικής, η απόσπαση της στρατηγικής από την τακτική και η εξαίρεση ακόμα και της λέξης «τακτική» από το κομματικό λεξιλόγιο, ή μήπως συνιστά διολίσθηση στον έρποντα τακτικισμό με φραστική φετιχοποίηση της «καθαρής στρατηγικής» και της «ταξικής πάλης»;

Και άλλα πολλά…

 

Οι πολιτικές συμμαχιών συνδέονται οργανικά με τις ιεραρχήσεις και την ασκούμενη πολιτική του φορέα στην εκάστοτε συγκυρία. Επομένως, η αναγκαία για τις εκάστοτε προτιμητέες συμμαχίες αμοιβαία μετατόπιση πρακτικών-πολιτικών θέσεων και ιδεολογικής-προπαγανδιστικής πλαισίωσης των τελευταίων είναι απαραίτητο να αναδεικνύονται και να γίνονται αντικείμενο ανοικτής, δημόσιας, ορθολογικής-επιστημονικής συζήτησης.

Μόνο αυτή η στάση και αντιμετώπιση προσιδιάζει στους κομμουνιστές.

Είναι σαφές ότι εδώ δεν έχουμε μια τυχαία δήλωση στήριξης του ΚΚΕ.

Δεν μπορούμε να προβούμε σε δίκη προθέσεων.

Εικασίες κάνουμε βάσει όσων είναι δημόσια γνωστά.

Ωστόσο, η μετατόπιση ενός ανθρώπου με την ως άνω θεωρητική και ιδεολογική σκευή και πολιτική θητεία δεν μπορεί να αποϊδεολογικοποιείται, δεν μπορεί να προβάλλει ως δήθεν κοσμοθεωρητικά και ιδεολογικά ουδέτερη.

Η κοσμοθεωρία και η ιδεολογία, δεν είναι επουσιώδη θέματα για τους κομμουνιστές.

Δεν είναι μανδύες ή προσωπεία, που μπορεί κάποιος να ενδύεται και απεκδύεται όπως και όποτε του καπνίσει.

Βάσει της μαρξιστικής επιστήμης, η θεωρία και η μεθοδολογία του ανθρώπου έχει νόημα, μόνον όταν από αυτήν εμφορείται και νοηματοδοτείται το σύνολο της ύπαρξης και δράσης του, όταν αυτή συμπυκνώνεται και εκφράζεται ως στάση ζωής, όταν διέπει τη ζωή του ανθρώπου. Πολύ περισσότερο αυτό ισχύει για την θεωρία και μεθοδολογία ενός Κομμουνιστικού Κόμματος.

Η θεωρία και η μεθοδολογία, εφ’ όσον αναπτύσσονται απρόσκοπτα και συγκροτημένα, επιτρέπουν την επιστημονική περιγραφή και εξήγηση της πραγματικότητας, την επιστημονική πρόβλεψη αυτού που μέλλει γενέσθαι, και βάσει αυτών των λειτουργιών τους: τη χάραξη σκοπού, στρατηγικής και τακτικών.

Μόνον έτσι, μετά λόγου γνώσεως, αποκτά περιεχόμενο και προοπτική ο επαναστατικός αγώνας.

Όπως κατέδειξαν οι θεμελιωτές της επαναστατικής θεωρίας, χωρίς επαναστατική θεωρία, η πράξη είναι τυφλή (βλ. και Πατέλης Δ. Μόνο επιστημονικά κάνουμε ελκτική δύναμη τον κομμουνισμό.).

Πρακτικές και μεθοδεύσεις που κινούνται έξω απ’ αυτή τη μαρξιστική αρχή, οδηγούν νομοτελώς σε άκρως επικίνδυνους καιροσκοπισμούς, άσχετους με το περιεχόμενο και το νόημα του επαναστατικού κινήματος.

Κάθε άλλη αντίληψη αυτού του θέματος, δεν έχει την παραμικρή σχέση με επαναστατική στάση ζωής, μιας και είναι δηλωτική υποκρισίας, διάστασης λόγων και έργων και άλλων παρόμοιων εκφυλιστικών φαινομένων.

Επομένως, σε παρόμοιες μετατοπίσεις, είναι μείζονος σημασίας η στάση του δρώντος προσώπου έναντι της μέχρι τούδε πολιτικής του πορείας, έναντι της θεωρητικής και ιδεολογικής παραγωγής και σκευής του, αλλά και η στάση του πολιτικού φορέα-αποδέκτη/υποδοχέα των μετατοπίσεων.

Όσο η στάση αυτή δεν εξετάζεται δημόσια, δύο τινά μπορούν να συμβαίνουν: αυτός που έχει προβεί στη μετατόπιση είτε

  1. θεωρεί τη μετατόπιση ανεξάρτητη από τις προηγούμενες θέσεις του, άρα και την ιδεολογία του δευτερεύουσας σημασίας, είτε
  2. βλέπει αυτή τη μετατόπιση ως μέσο-όχημα για την προώθηση, διάδοση και εφαρμογή σκοπών που συνδέονται οργανικά και αδιάλειπτα με την όλη πορεία, τις θέσεις και την ιδεολογία του, στις οποίες παραμένει πιστός, την εφαρμογή/προαγωγή των οποίων επιδιώκει με συνέπεια σε κάθε επόμενο βήμα του.

Ειλικρινά, δεν ξέρω τι είναι χειρότερο και πιο επικίνδυνο ανάμεσα σε αυτές τις εκδοχές υποκρισίας, εργαλειακών σχέσεων και κρυψίνοιας…

Εκείνο που είναι μονοσήμαντα καταστροφικό για το κομμουνιστικό κίνημα, είναι η εξοικείωση με τέτοια εργαλειακή/καιροσκοπική στάση προς τη θεωρία, τη μεθοδολογία και τη στάση ζωής ως μια καθ’ όλα αποδεκτή και προτιμητέα «κανονικότητα».

Και αυτό δεν αφορά αποκλειστικά κάποιο μεμονωμένο πρόσωπο που προέβη σε δήλωση στήριξης…

 

Βλ. επίσης:

Πατέλης Δ. (2014). Ιμπεριαλιστική ολοκλήρωση, ανισομέρεια και “ασθενής κρίκος”.

Πατέλη Δ. «Κατασκευή», «διόρθωση» ή ολική καταστροφή της ταυτότητας του ανθρώπου; 

Πατέλη Δ. Αντικομμουνισμός και περί «ολοκληρωτισμού» ιδεολογήματα…

Πατέλης Δ. Η ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΤΟΥ ΓΙΓΝΕΣΘΑΙ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ.

Δ. Πατέλης. Κοινωνική νομοτέλεια: θεωρητικό κεκτημένο και «Λογική της Ιστορίας». Εννοιολογικές και μεθοδολογικές επισημάνσεις.

Πατέλης Δ. Κοινωνικές Επιστήμες και Μεθοδολογία του Οργανικού Όλου: Πέραν του Διπόλου Ποιοτικών και Ποσοτικών Μονομερειών. 

Πατέλης Δημήτρης. Για τη θεωρία και μεθοδολογία της διαλεκτικής υλιστικής αντίληψης της ιστορίας. Μια εισαγωγή στον ιστορικό υλισμό. 2020

Πατέλης Δ. Δομική κρίση πόλεμος και προοπτικές ανάπτυξης-διεξόδου απ’ τα συστημικά αδιέξοδα για τη χώρα και την ανθρωπότητα.

Πατέλης Δ. Αντισοβιετισμός-αντικομμουνισμός, πρακτορολογία και συκοφαντίες.

 

 

[1] Με τον κ. Γ. Μηλιό γνωριζόμαστε από την δεκαετία του 1980 και έχουμε συνυπάρξει και αντιπαρατεθεί σε συνέδρια, ημερίδες και σε αρκετές εκδηλώσεις αμοιβαίου ενδιαφέροντος. Η φιλοσοφία, η μεθοδολογία και η κοσμοθεώρηση του καθ’ ενός μας είναι από μη συμβατές έως εκ διαμέτρου αντίθετες.  Ωστόσο, μεταξύ μας υπάρχει μια διαπροσωπική σχέση επικοινωνίας και αμοιβαίου σεβασμού, η οποία -θέλω να ελπίζω- μας επιτρέπει να συμφωνούμε ή/και να διαφωνούμε επικεντρώνοντας τον διάλογο στα επίδικα θεωρητικά και πρακτικά ζητήματα, πέρα από διαπροσωπικές φορτίσεις.

 

 

Εκ νέου περί των σχέσεων ευρωκομμουνισμού, αλτουσεριανισμού και κομμουνισμού… Δήλωση στήριξης, διάλογος και αρχές…

Του Δημήτρη Πατέλη.

Δημοσιεύθηκε 20 Ιανουαρίου 2019 στην Συλλογικότητα αγώνα για την ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΕΝΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑΣ

Ο κ. Γ. Μηλιός τάσσεται εσχάτως αναφανδόν υπέρ του ΚΚΕ! Το επιβεβαιώνει ρητά και σε πρόσφατη συνέντευξή του («Αναγκαίος ο διάλογος και η στήριξη του ΚΚΕ». Εφημερίδα των Συντακτών 19.1.2019). Θα ρωτούσε κανείς εύλογα: και λοιπόν; Τι το μεμπτό υπάρχει σε αυτό;  Δεν μπορεί ένας προβεβλημένος και διακεκεριμένος πολιτικός και διανοούμενος της αριστεράς να αλλάξει απόψεις και θέση; Είδε ένας άνθρωπος κάπου φως ιλαρόν αγωνιστικής συνέπειας και προσχωρεί! Άλλωστε, ιδιαίτερα σε προεκλογικές περιόδους, είναι σύνηθες να γίνονται δηλώσεις στήριξης κομμάτων εκ μέρους διαφόρων ανθρώπων και ομάδων.

Οφείλω να επισημάνω, ότι δεν έχω την παραμικρή πρόθεση να αυτοαναγορευτώ σε κριτή του ποιος τάσσεται με ποιόν στη σύγχρονη πολιτική σκηνή. Άλλωστε, σε μιαν αστική δημοκρατία, οι επιλογές αυτές άπτονται των δικαιωμάτων του πολίτη και του ανθρώπου. Από αυτή την τυπική άποψη λοιπόν, δεν μου πέφτει λόγος. Επιπλέον, από το 1989 δεν έχω οργανωτική σχέση με αυτό το κόμμα ούτε και με κάποιο άλλο.

Η επιλογή μου αυτή ήταν και παραμένει συνειδητή. Συνδέεται με τη μαρξιστική επιστημονική αντίληψη περί κομματικότητας. Σε αντίθεση με τις τρέχουσες αντιλήψεις, κομματικότητα είναι η ανώτερη μορφή επαναστατικής συνείδησης, συνείδησης του υποκειμένου του επαναστατικού αγώνα για την επίτευξη της ενοποίησης της ανθρωπότητας, του κομμουνισμού.

Με βάση αυτή την αντίληψη κρίνεται το κάθε βήμα, η κάθε ιεράρχηση (στρατηγικών και τακτικών) σκοπών και μέσων του αγώνα (θεωρητικών, πρακτικών, ιδεολογικών, οργανωτικών κ.λπ.). Άρα, αν εγκαταλείψουμε το πεδίο των τυπικών σχέσεων δικαιωμάτων, η περιεκτική και συμβολική πλευρά τέτοιων διαβημάτων, δεν μπορεί να αφήνει αδιάφορο όποιον αντιλαμβάνεται ή/και θεωρεί εαυτόν στρατευμένο σε αυτό τον αγώνα.

Η περίπτωση του κ. Γ. Μηλιού δεν είναι τυχαία. Αρκεί να γνωρίζει κανείς στοιχειωδώς την πολύπλευρη ερευνητική, συγγραφική, διδακτική και πολιτική του δράση. Πρόκειται για ένα δραστήριο διανοούμενο της αριστεράς, ο οποίος έχει πλούσιο θεωρητικό έργο μαρξιστικό, ή -τέλος πάντων- μαρξιστικής αναφοράς, είναι καθηγητής του ΕΜΠ και διευθύνει την τριμηνιαία επιθεώρηση “Θέσεις”. Επομένως, πολιτικά διαβήματα εκ μέρους μιας προσωπικότητας τέτοιου τύπου, δεν είναι θέμα ιδιωτικού γούστου, δεν μπορούν να αποτιμώνται ως άσχετα με την μέχρι τούδε πορεία της, με την όλη θεωρητική ή/και ιδεολογική της σκευή. Άρα, το εν λόγω διάβημα της στήριξης ενός πολιτικού κόμματος με τέτοια πλούσια ιστορία, θέτει εκ των πραγμάτων ερωτήματα που αφορούν τη σχέση προς το μαρξισμό, τη θεωρία και μεθοδολογία τόσο της εν λόγω προσωπικότητας, όσο και του φορέα που γίνεται αποδέκτης αυτής της στήριξης. Εφ’ όσον η στήριξη αυτή προέκυψε προσφάτως, η ορθολογική της εξήγηση είναι εφικτή μέσω της βέλτιστης δυνατής σφαιρικής ανάδειξης των αντικειμενικών και υποκειμενικών όρων αυτής της (ατομικής, μονομερούς είτε/και διμερούς, αμφίδρομης;) προσέγγισης, αυτής της μετατόπισης θέσεων.

Στο σημείωμα αυτό θα περιοριστώ σε μερικές ενδεικτικές επισημάνσεις με αφορμή την τελευταία συνέντευξη. Ο κ. Μηλιός, ως γνωστόν, επί δεκαετίες έχει δρέψει δάφνες εις το λαμπρόν πεδίον δόξης του «ευρωκομμουνιστικού» αντισοβιετισμού-αντικομμουνισμού (ως διαπρύσιος κήρυξ των ιδεολογημάτων περί «κρατικού καπιταλισμού» στην ΕΣΣΔ και στις άλλες χώρες του πρώιμου σοσιαλισμού). Είναι μαχητικός πολέμιος ενός φαντασιακού στην ανιστορικότητά του μορφώματος, που αποκαλεί «σοβιετικό μαρξισμό» (αντιληπτό βάσει αλτουσεριανών και άλλων δογμάτων-σχημάτων, ως κάτι το μεταφυσικά ομοιογενές και αδιαφοροποίητο), χωρίς να έχει ο ίδιος πρόσβαση σε πρωτογενείς πηγές επί της ποικιλομορφίας και ιδιοτυπίας της θεωρητικής παραγωγής στην ΕΣΣΔ. Έχει διαπρέψει και στην αναθεώρηση-διαστρέβλωση του μαρξισμού: απόρριψη της διαλεκτικής αλλά και της μαρξικής εργασιακής θεωρίας της αξίας, υιοθέτηση και διακίνηση της ιδεολογίας και πρακτικής της Β’ Διεθνούς περί «ιστορίας ως διαδικασίας χωρίς υποκείμενο» στην εκδοχή του αλτουσεριανού αντιδιαλεκτικού δομισμού, υποστήριξη της ιμπεριαλιστικής ολοκλήρωσης της ΕΕ-Φυλακής Λαών και του Ευρώ με αντίστοιχη κατακεραύνωση κάθε αντίθετης άποψης ως «εθνικιστικής», κ.λπ. Διετέλεσε επί μακρόν «σκιώδης υπουργός οικονομικών» του ΣΥΡΙΖΑ απ’ τον οποίο αποστασιοποιήθηκε εν ευθέτω χρόνω, και παραιτήθηκε μεν από το Τμήμα Οικονομικής Πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ (18.3.2015), ανταμείφθηκε δε δια τας υπηρεσίας του με διορισμό απ’ την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ στην τιμητική θέση του προέδρου του Φεστιβάλ Αθηνών… Εξ όσων γνωρίζω, οι παραπάνω θέσεις δεν υιοθετούνται από το ΚΚΕ και τον κόσμο που αυτό συσπειρώνει και επηρεάζει.

Θα ανέμενε λοιπόν κανείς, ότι με την πρώτη δημόσια τοποθέτησή του περί στήριξης του ΚΚΕ, ο κ. Μηλιός θα έλεγε κάτι για όλες αυτές τις θέσεις και επιδόσεις του, βάσει των οποίων επί δεκαετίες βρισκόταν σε οξύτατη δημόσια σύγκρουση με τον πολιτικό χώρο που εσχάτως στηρίζει και τους ανθρώπους του.

Φευ! Ο επί δεκαετίες ευρωκομμουνισμός & αντισοβιετισμός του, η ευρωλαγνεία του και η όλη αναθεωρητική του πορεία δεν θίγονται καν στη συνέντευξη. Εκεί βλέπουμε άλλα λόγια ν’ αγαπιόμαστε και περί διαλόγου προθέσεις… Δεν προβαίνει καν σε ίχνος αυτοκριτικής για το αλτουσεριανό περιοδικό που διευθύνει, για το όλον «ερευνητικό και συγγραφικό του έργο» και τις ιδεολογικοπολιτικές του θέσεις. Τουναντίον, σπεύδει να εξάρει την αυτοκριτική του ΚΚΕ, την «εντυπωσιακή επανεκτίμηση των αναλύσεων του παρελθόντος, η οποία μάλιστα περιέχει στοιχεία αυτοκριτικής. Ακόμα εντυπωσιακότερη είναι η αποτίμηση της δικής τους ιστορίας (που σε μεγάλο βαθμό είναι και δική μου, της πλειοψηφίας των κομμουνιστών μέχρι το 1968). Ανοίγουν την αναγκαία συζήτηση για το μαρξισμό, την κοινωνική αλλαγή, το σοσιαλισμό, και σε αυτή τη γόνιμη διαδικασία δεν πρέπει να μείνουν μόνοι. Διαφορές μπορεί να παραμένουν, όμως ο διάλογος που ξεκίνησε αντικειμενικά αφορά όλα τα τμήματα της επαναστατικής αντικαπιταλιστικής Αριστεράς». Έστω ότι «ο διάλογος που ξεκίνησε αντικειμενικά αφορά όλα τα τμήματα της επαναστατικής αντικαπιταλιστικής Αριστεράς». Ερώτημα: από πότε ο συνεντευξιαζόμενος κατατάσσει εαυτόν στην «επαναστατική αντικαπιταλιστική Αριστερά»;

Αρνείται (προς το παρόν;) τη συμμετοχή σε ψηφοδέλτια, που θα μπορούσε να είναι κίνητρο για τέτοια μετατόπιση βάσει μιας κοντόφθαλμης μεθόδευσης. Ωστόσο, υπάρχουν και άλλοι τρόποι να χειριστεί κανείς τη δήλωση στήριξης στο ΚΚΕ ως κολυμβήθρα του Σιλωάμ, τραμπολίνο και άλλοθι για περαιτέρω προβολή και επιβολή των «ανανεωτικών» του θέσεων…

Άλλωστε, ο ακαδημαϊκός «μαρξιστής» μας δηλώνει: «Πολιτική για μένα είναι πρωτίστως η κριτική και αμφισβήτηση του υπάρχοντος»! Σε αυτή την …εμβριθή θέση, συμπυκνώνεται, ο άγονος δήθεν ριζοσπαστισμός των επιγόνων του Χέγκελ, των «νεαρών εγελιανών» που συνέτριψε ο νεαρός Μαρξ ήδη από το 1844, ως άγονο και αδιέξοδο αστικό φιλελεύθερο υποκειμενικό ιδεαλισμό…

Αποφεύγει εμφατικά κάθε αναφορά στον ιμπεριαλισμό, στην ιμπεριαλιστική ολοκλήρωση της ΕΕ και τη συνακόλουθη ανταγωνιστική ανισομέρεια εντός της, βγάζοντας λάδι την ΕΕ για όλα τα δεινά της τελευταίας δεκαετίας και πετώντας την μπάλα στην αυστηρά εγχώρια «ταξική» εξέδρα: «Η άποψη ότι επρόκειτο κυρίως για σύγκρουση Ελλάδας – ΕΕ είναι εσφαλμένη. Η βασική σύγκρουση ήταν ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία, για το ποιος θα πληρώσει και σε ποιο βαθμό το κόστος της κρίσης»! Επιπλέον, αναφερόμενος στην κυβερνητική πολιτική του 2015, εκτιμά: «φαίνεται ότι υπήρχε δυνατότητα για την επίτευξη μιας διαφορετικής συμφωνίας προς όφελος των λαϊκών τάξεων, αν η κυβέρνηση είχε την πρόθεση να συγκρουστεί με τις εγχώριες κυρίαρχες τάξεις και τα ευρωπαϊκά τους στηρίγματα»!

Λες και η σύγκρουση κεφάλαιο-εργασία σε συνθήκες ιμπεριαλιστικών ολοκληρώσεων δρα αποκλειστικά στο εσωτερικό του «ελληνικού καπιταλιστικού σχηματισμού» κατά τα αλτουσεριανά στρουκτουραλιστικά δόγματα. Λες και η αστική τάξη της χώρας -κατά τη δική του «μαρξιστική» πλουραλιστική διατύπωση «οι εγχώριες κυρίαρχες τάξεις» (sic)- δρα με περισσή αυτοτέλεια και ανεξαρτησία, έχοντας απλώς κάποια επικουρικά «ευρωπαϊκά στηρίγματα»… Λες και επί σύγχρονου ιμπεριαλισμού δεν υπάρχει ευρωπαϊκή, ευρωατλαντική και παγκόσμια χρηματιστική ολιγαρχία, ούτε τα αντίστοιχα όργανα διακρατικομονοπωλιακής επιβολής…

Άλλωστε, κατά τον κ. Μηλιό «η λιτότητα δεν είναι πολιτική της ΕΕ, γενικώς κι αορίστως. Είναι η πολιτική των κυρίαρχων τάξεων συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας»! Τρομερή ανάλυση! Η πολιτική των κυρίαρχων τάξεων δεν συνδέεται με την ιμπεριαλιστική ολοκλήρωση της ΕΕ, ούτε και με τα θεσμικά και εξωθεσμικά όργανά της! Η ΕΕ είναι ένα ευαγές ίδρυμα υπεράνω τάξεων, τόσο καλό, που ο κ. Μηλιός δεν διανοείται να πει κάτι εναντίον του, πολλώ δε μάλλον να προτείνει την έξοδο της Ελλάδας ή άλλων χωρών από αυτήν. Άλλωστε, έχω και προσωπική εμπειρία δημόσιας απάντησής του σε τοποθέτησή μου περί αναγκαιότητας εξόδου από ΕΕ και ευρώ, όπου με κατακεραύνωσε ως «αντι-ΕΕ, άρα: εθνικιστή», μιας και ο διεθνισμός του είναι συνυφασμένος με την εν λόγω ιμπεριαλιστική ολοκλήρωση, με τη φυλακή λαών της ΕΕ!

Μη βιαστείτε να κατηγορήσετε τον κ. Μηλιό για έλλειμμα αντιιμπεριαλισμού. Όλα κι όλα! Είναι υπέρ της αποχώρησης ή της μη ένταξης στο ΝΑΤΟ, με όρο τη διάλυση του ΝΑΤΟ! Ερώτημα πρώτο: δεδομένου του αλληλένδετου ΕΕ-ΝΑΤΟ στον ευρωατλαντικό ιμπεριαλιστικό άξονα, πως ακριβώς φαντάζεται διάλυση του κακού ΝΑΤΟ και διατήρηση της αγαπημένης του ΕΕ; Είναι σαφές ότι το αλληλένδετο των οργάνων διακρατικομονοπωλιακής επιβολής απορρέει νομοτελώς από τη δομή και τις λειτουργίες των πανίσχυρων Πολυκλαδικών Διεθνικών Μονοπωλιακών Ομίλων και των ολοκληρώσεών τους, του νυν χρηματιστικού κεφαλαίου, θεσμική-εξωθεσμική πολιτική συμπύκνωση, συγκρότηση και έκφραση των οποίων είναι η ΕΕ, με αντίστοιχο πολεμικό βραχίονα (ως συνέχεια αυτής της πολιτικής με άλλα μέσα) το ΝΑΤΟ. Ερώτημα δεύτερο: πως θα γίνει αυτή η διάλυση, δεν μας εξηγεί ο κ. καθηγητής. Οι πολεμικές συμμαχίες διαλύονται είτε με πόλεμο (κατά κανόνα με ήττα τους), είτε (πολύ σπανίως) κοινή συναινέσει. Στην πρώτη περίπτωση, ο πόλεμος, η ήττα που θα διαλύσει το ΝΑΤΟ (και όχι μόνο) θα είναι αποτέλεσμα είτε άλλου εμπόλεμου συνασπισμού, είτε/και ταξικού επαναστατικού πολέμου. Τι από αυτά προτάσσει ο κ. Μηλιός; Στην (μάλλον απίθανη) περίπτωση συναινετικής διάλυσης, βάσει αυτής της θέσης, ακόμα και 2 χώρες να απομείνουν σε αυτό, πχ. ΗΠΑ και Ελλάδα (η πλέον δουλικά πιστή σύμμαχος τα τελευταία χρόνια), το σύμφωνο θα διατηρείται…

Ξέρω την κατάσταση της θεωρητικής και μεθοδολογικής παιδείας της νυν αριστεράς. Γνωρίζω ότι εκείνο που μένει με όρους τρέχουσας προπαγάνδας και οπαδικής πρόσληψης, δεν είναι το περιεχόμενο της συνέντευξης, τα όσα αναφέρονται η αποσιωπούνται σε αυτήν, αλλά ο τίτλος της είδησης: «στήριξη του ΚΚΕ». Τα υπόλοιπα, δυστυχώς, εκλαμβάνονται κατά κανόνα ως ασήμαντες λεπτομέρειες που ενδέχεται να αφορούν κάποιους ειδικούς, είτε ακόμα και κάποιους κακεντρεχείς «κολλημένους»…

Έτσι, ακόμα και έχοντας διαβάσει τα παραπάνω, θα μπορούσε να πει κανείς: και λοιπόν; Παρ’ όλες τις ιδιότυπες θέσεις και διαφωνίες του ένας άνθρωπος στηρίζει το ΚΚΕ. Δεν είναι άραγε αυτό ενδεικτικό του ανοδικού ρεύματος επιρροής και απήχησής του;

Είναι σαφές ότι εδώ δεν έχουμε μια τυχαία δήλωση στήριξης του ΚΚΕ. Δεν μπορούμε να προβούμε σε δίκη προθέσεων. Εικασίες κάνουμε βάσει όσων γνωστοποιούνται δημόσια. Ωστόσο, η μετατόπιση ενός ανθρώπου με την ως άνω θεωρητική και ιδεολογική σκευή δεν μπορεί να αποϊδεολογικοποιείται, δεν μπορεί να προβάλλει ως δήθεν κοσμοθεωρητικά και ιδεολογικά ουδέτερη. Η κοσμοθεωρία και η ιδεολογία, δεν είναι επουσιώδη θέματα. Δεν είναι μανδύες ή προσωπεία, που μπορεί κάποιος να ενδύεται και απεκδύεται όπως και όποτε του καπνίσει. Βάσει της μαρξιστικής επιστήμης, η θεωρία και η μεθοδολογία του ανθρώπου έχει νόημα, μόνον όταν από αυτήν εμφορείται και νοηματοδοτείται το σύνολο της ύπαρξης και δράσης του, όταν αυτή συμπυκνώνεται και εκφράζεται ως στάση ζωής, όταν διέπει τη ζωή του ανθρώπου.

Η θεωρία και η μεθοδολογία, εφ’ όσον αναπτύσσονται απρόσκοπτα και συγκροτημένα, επιτρέπουν την επιστημονική περιγραφή και εξήγηση της πραγματικότητας, την επιστημονική πρόβλεψη αυτού που μέλλει γενέσθαι, και βάσει αυτών των λειτουργιών τους: τη χάραξη σκοπού, στρατηγικής και τακτικών. Μόνον έτσι, μετά λόγου γνώσεως, αποκτά περιεχόμενο και προοπτική ο επαναστατικός αγώνας. Όπως κατέδειξαν οι θεμελιωτές της επαναστατικής θεωρίας, χωρίς επαναστατική θεωρία, η πράξη είναι τυφλή. Πρακτικές και μεθοδεύσεις που κινούνται έξω απ’ αυτή τη μαρξιστική αρχή, οδηγούν νομοτελώς σε καιροσκοπισμούς, άσχετους με το περιεχόμενο και το νόημα του επαναστατικού κινήματος.

Κάθε άλλη αντίληψη αυτού του θέματος, δεν έχει την παραμικρή σχέση με επαναστατική στάση ζωής, μιας και είναι δηλωτική υποκρισίας, διάστασης λόγων και έργων και άλλων παρόμοιων εκφυλιστικών φαινομένων. Επομένως, σε παρόμοιες μετατοπίσεις, είναι μείζονος σημασίας η στάση του δρώντος προσώπου έναντι της μέχρι τούδε θεωρητικής και ιδεολογικής παραγωγής και σκευής του.

Εδώ, δύο τινά μπορούν να συμβαίνουν: αυτός που έχει προβεί στη μετατόπιση, είτε θεωρεί τη μετατόπιση ανεξάρτητη από τις προηγούμενες θέσεις του, άρα και την ιδεολογία του δευτερεύουσας σημασίας, είτε βλέπει αυτή τη μετατόπιση ως μέσο-όχημα για την προώθηση, διάδοση και εφαρμογή σκοπών που συνδέονται με τις θέσεις και την ιδεολογία του, στις οποίες παραμένει πιστός με συνέπεια. Ειλικρινά, δεν ξέρω τι είναι χειρότερο και πιο επικίνδυνο ανάμεσα σε αυτές τις εκδοχές υποκρισίας, εργαλειακών σχέσεων και κρυψίνοιας. Εκείνο που είναι μονοσήμαντα καταστροφικό για το κομμουνιστικό κίνημα, είναι η εξοικείωση με τέτοια εργαλειακή στάση προς τη θεωρία ως μια κανονικότητα. Και αυτό δεν αφορά αποκλειστικά το πρόσωπο που προέβη σε δήλωση στήριξης…




Αντισοβιετισμός-αντικομμουνισμός, πρακτορολογία και συκοφαντίες. Του Δ. Πατέλη

Εισαγωγικό σημείωμα στην αναδημοσίευση.

Μετά την νέα ραγδαία κλιμάκωση του εν εξελίξει Γ’ Παγκοσμίου Πολέμου στην Ουκρανία, 24η Φεβρουαρίου του 2022, μαίνεται η αντιπαράθεση και στο ιδεολογικοπολιτικό μέτωπο.

Το ξέσπασμα ενός Παγκοσμίου Πολέμου, ή μιας νέας νομοτελούς ιστορικής φάσης του, επιδρά  καταλυτικά στο εργατικό επαναστατικό κίνημα, αναδεικνύοντας ανάγλυφα τόσο τις ανειρήνευτες αντιφάσεις της κοινωνίας, όσο και το εάν και κατά πόσο οι διάφορες συνιστώσες του κινήματος εξυπηρετούσαν πράγματι την εργατική τάξη και τα συμφέροντά της, την προοπτική του κομμουνισμού, ή τα συμφέροντα του ιμπεριαλισμού, της αστικής ή/και της μικροαστικής τάξης.

Ο πόλεμος, όπως έδειξε ο Λένιν, θέτει τους πάντες σε δοκιμασία, φέρνει στην επιφάνεια ανάγλυφα την θεωρητική και πρακτική αντιστοιχία/αναντιστοιχία των κοινωνικών, ιδεολογικών και πολιτικών υποκειμένων με την εποχή και την συγκυρία και τελικά, καταδεικνύει την ιστορική φθορά και την χρεοκοπία μορφωμάτων, τάσεων και εκπροσώπων της διανόησης που κάποτε συνδέονταν με επαναστατικές διακηρύξεις και πρακτικές. Ο Λένιν ανέδειξε ανάγλυφα τα παραπάνω συμβάλλοντας υποδειγματικά στην αποκάλυψη των όρων και των συμπτωμάτων της χρεοκοπίας της Β’ Διεθνούς.

Και σήμερα αναδεικνύονται στο προσκήνιο ανάγλυφα οι τεκτονικές ανακατατάξεις στους συσχετισμούς των δρωσών δυνάμεων, οι κοινωνικές/ταξικές αντιφάσεις σε εθνικό και σε διεθνές επίπεδο και οι τρόποι διαμεσολαβημένης ιδεολογικοπολιτικής και οργανωτικής έκφρασής τους, ιδιαίτερα στις ιμπεριαλιστικές χώρες. Σε εκείνες δηλαδή τις ισχυρότερες ως προς το κεφάλαιο χώρες, η αστική τάξη των οποίων, κάνοντας χρήση του μηχανισμού υπερεκμετάλλευσης λόγω της ανισομέρειας σε παγκόσμια κλίμακα, μέσω της άντλησης μονοπωλιακών υπερκερδών, ήταν και είναι σε θέση να «μπουκώνει» την βολεμένη και διεφθαρμένη στη ραστώνη της διαχειριστικής/διεκπεραιωτικής πρακτικής της μακροχρόνιας ειρηνικής περιόδου αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας συνδικαλιστική και πολιτική ηγεσία της εργατικής τάξης της, μέσω της εδραίωσης της θέσης και του ρόλου του προνομιακού στρώματος της «εργατικής αριστοκρατίας» στην διασφάλιση κοινωνικής συνοχής και συναίνεσης. Σήμερα επεκτείνονται αυτά τα εκφυλιστικά φαινόμενα και σε χώρες με μέσο και κατώτερο του μέσου επίπεδο ανάπτυξης, λόγω εμπλοκής στο άρμα του ιμπεριαλισμού σειράς χωρών, ουραγών-δορυφόρων.

Έτσι ξεχωρίζουν και σήμερα ανάγλυφα οι κύριες τάσεις του κινήματος: της «ταξικής ειρήνης», του οπορτουνισμού-ρεφορμισμού και της μαχητικής επαναστατικής συνέπειας, του κομμουνισμού, του αστικού/μικροαστικού σοσιαλσωβινισμού (της εκ των πραγμάτων συμπόρευσης με την αστική τάξη και τις ιμπεριαλιστικές συμμαχίες της) και του επαναστατικού κομμουνιστικού διεθνισμού, με τις αντίστοιχες στρατηγικές και τακτικές.

Η τάση του δεξιού οπορτουνισμού – ρεφορμισμού, που εκδηλώνεται με αλλεπάλληλες κλιμακούμενες «πονηρές» διολισθήσεις σε όλο και πιο καθεστωτικές θέσεις, κατά κανόνα συγκαλύπτεται μέσω χειραγωγικών πρακτικών πίσω από τεχνητές πλειοψηφίες και εσωκομματικά πραξικοπήματα εξισορροπιστών γραφειοκρατών. Οι διολισθήσεις αυτές συνεπιφέρουν προς «νομιμοποίησή» τους εντός και εκτός κομμάτων αλλεπάλληλες κλιμακούμενες «πονηρές» αναθεωρήσεις της επαναστατικής θεωρίας και μεθοδολογίας του μαρξισμού-λενινισμού. Φυσικά οι φορείς αυτών των λαθροχειριών, δεν πρόκειται να ομολογήσουν ανοικτά τις οπορτουνιστικές και αναθεωρητικές διολισθήσεις τους. Τουναντίον, επιστρατεύουν ως φερετζέ κορώνες «επαναστατικής ρητορικής», όρκους πίστης στην «καθαρή» στρατηγική του σοσιαλισμού-κομμουνισμού, την οποία μετέθεταν και μεταθέτουν στο αόριστο μέλλον (ως άκρον άωτον μιας αυτόματης «διαδικασίας εξελικτικής ωρίμανσης των συνθηκών χωρίς υποκείμενο», πίσω από «προσήλωση στην ορθοδοξία του μαρξισμού» κ.λπ. (Βλ. π.χ. το έργο του Καρλ Κάουτσκι, των αλτουσεριανών και ποικίλων εκδοχών «νεομαρξισμού» και μεταμοντέρνου σήμερα). Αναλυτικότερα βλ. Ποιοι και γιατί φοβούνται τον Λένιν και την επαναστατική του κληρονομιά; Του Δ. Πατέλη.

Έτσι, π.χ. διακηρύξεις προεκλογικής κ.λπ. συμπόρευσης με το ΚΚΕ σε κατά τα λοιπά συνθήκες ειρηνικής κανονικότητας, επανανοηματοδοτούνται σήμερα, αναδεικνύοντας ενδιαφέρουσες πτυχές της αντιπαράθεσης σε όλα τα μέτωπα: θεωρητικό, μεθοδολογικό, ιδεολογικό, ηθικό, πολιτικό κ.λπ.

Υπάρχει μια καθηγητική και όχι μόνο διανόηση, η οποία είναι γαλουχημένη και βαθιά διαποτισμένη με τα αστικά και μικροαστικά ιδεολογήματα/δόγματα και υιοθετεί αντίστοιχη στάση ζωής. Εκπρόσωποι αυτής της διανόησης έχουν την τάση να περιφέρουν εαυτούς σε ανερμάτιστες οπαδικές εντάξεις και αποκλεισμούς δίχως αρχές.

Στην έωλη φαρέτρα τους έχουν βέλη κάθε τύπου ιδεολογικών αγκυλώσεων: από τα παραδοσιακά αστικά ιδεολογήματα περί «ολοκληρωτισμού», των «δύο άκρων», του «αντισταλινισμού» (εκ των πραγμάτων του αντισοβιετισμού/αντικομμουνισμού και εναντίωσης σε κάθε πραγματικό-υπαρκτό ιστορικό εγχείρημα επαναστατικών μετασχηματισμών του πρώιμου σοσιαλισμού ανά τον πλανήτη και μόνο με την διαπίστωση ότι αυτοί δεν εγγράφονται στα «ιδεώδη» τους περί αυθόρμητου γραμμικού εξελικτισμού, σε μια μεταφυσική πορεία δίχως αντιφάσεις, εμπορευματικές & χρηματικές σχέσεις και στάδια), νεκραναστάσεις του προυντονικών καταβολών μικροαστικού «σοσιαλισμού»-αναρχισμού μέχρι και τα φαιδρά αστικά και αγοραία-αντιλενινιστικά σχήματα περί ολούθε «ιμπεριαλισμών» σε ενιαία και αρραγή «ιμπεριαλιστική πυραμίδα»…

Η κλιμάκωση της αντιπαράθεσης λόγω του πολέμου, θέτει εκ των πραγμάτων το ερώτημα: ποιος έχει προσεγγίσει ποιον, ποιος «συμπορεύεται» με ποιον και τελικά: ποιος σύρεται από ποιον σε ποιες θέσεις…

Το ερώτημα τίθεται με ιδιαίτερη ένταση, εάν ο «συμπορευόμενος» προβάλλεται σήμερα μετά βαΐων και κλάδων, εκδίδεται και προάγεται επισήμως το συγγραφικό του έργο κ.λπ., χωρίς αυτός να έχει αναθεωρήσει κατά το ελάχιστο τον αντισοβιετισμό/αντικομμουνισμό και τον κραυγαλέο αναθεωρητισμό του. Τυχαίο;

Κοινός παρονομαστής της απουσίας επαναστατικής θεωρίας, της παραίτησης από την μαρξιστική-λενινιστική επιστήμη, είναι η προσφυγή σε χυδαία πρακτορολογία, προς κατατρόπωση ή/και ιδεολογικό λιντσάρισμα όσων δεν εναρμονίζονται με τις αγοραίες εκάστοτε «διολισθήσεις» σε καθεστωτικές θέσεις και στις συνακόλουθες αναθεωρήσεις…

Παρόμοιες αήθεις πρακτικές σε κρίσιμες φάσεις της ιστορίας του κινήματος είχαν και τραγικά αποτελέσματα: έχουν οδηγηθεί και στο θάνατο άνθρωποι στιγματισμένοι με συκοφαντικές δυσφημίσεις στη βάση νοσηρής πρακτορολογίας.

Η πρακτορολογία αναγορεύεται σήμερα σε κύριο συστατικό της αστικής προπαγάνδας και σε όχημα ποινικοποίησης κάθε άποψης που διαφοροποιείται απ’ την επίσημη στα ελεγχόμενα από ΗΠΑ-ΝΑΤΟ-ΕΕ καθεστώτα.

Από αυτή την άποψη, κρίνουμε σκόπιμη την αναδημοσίευση αυτού του κειμένου.

Όταν δημοσιεύθηκε (23.8.2019) με τίτλο: «Αντισταλινικός» αντισοβιετισμός-αντικομμουνισμός και  αήθης συκοφαντική δυσφήμιση… στην Συλλογικότητα αγώνα για την ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΕΝΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑΣ , απέσπασε επαίνους και από ανώτατα στελέχη της ηγεσίας του ΚΚΕ για την επιστημονική και λογική του συγκρότηση.

Του Δημήτρη Πατέλη.

Υπάρχουν ορισμένες ενέργειες και συμπεριφορές, που προκαλούν θλίψη, απογοήτευση και οργή. Σε αυτές τις περιπτώσεις, εάν συνιστούν απλή διαπροσωπική σύγκρουση, μάλλον δεν έχει νόημα να ασχολείται κανείς με την ιταμότητα κάποιου προπέτη, αφήνοντάς τον εκτεθειμένο στην απρέπειά του.

Ωστόσο, στην περίπτωση που με οδήγησε σε αυτή την κριτική παρέμβαση, η αντιπαράθεση –πέρα από την προσβολή στο πρόσωπό μου– αφορά και κομβικά ζητήματα της θεωρητικής και ιδεολογικής αντιπαράθεσης, συνδέεται με διαδεδομένες σε κάποιους κύκλους της αριστερής διανόησης απόψεις, ιδέες, στάσεις ζωής και συμπεριφορές. Ακριβώς αυτή η διάσταση της συμπύκνωσης σε μια επιμέρους αντιπαράθεση τουλάχιστον δύο εκ διαμέτρου αντίθετων κοσμοθεωρητικών αντιλήψεων, με οδήγησε τελικά στη συγγραφή αυτού του κειμένου.

Ο κ. Γιώργος Ρούσης απαντώντας σε πρόσφατη παρέμβασή μου στο διαδίκτυο (στον «τοίχο» μου στο facebook) περί της οργανικής σχέσης μεταξύ αντισοβιετισμού και αντικομμουνισμού, προέβη 22.8.2019 σε 2 αφοριστικά σχόλια.

Αφοριστικό σχόλιο 1ο : «Πας υπερασπιζόμενος την άποψη ότι στην ΕΣΣΔ και δη της σταλινικής περιόδου είχαμε να κάνουμε με σοσιαλισμό, αντικειμενικά προβαίνει στον έσχατο αντικομμουνισμό».

Αυτό αποτελεί συνέχεια επί το υβριστικότερον προηγούμενου αφορισμού του: «Για μένα δεν είχαμε να κάνουμε με σοσιαλισμό πρώιμο η μη Εξ ου και δεν με απασχολεί να αποδείξω όπως εσείς αν ίσχυε η όχι σε αυτές τις χώρες ο νόμος της αξίας υπό την καθαρή του μορφή».

Αμφότεροι οι αφορισμοί συνιστούν εύγλωττη απόδειξη μιας διαδεδομένης και εδραιωμένης σε κάποιους κύκλους ιδεολογικής/δογματικής εμπλοκής, που οδηγεί σε μυστικιστικό αγνωστικισμό, τουλάχιστον αναφορικά με το γνωστικό αντικείμενο που συνιστούν οι κοινωνίες του πρώιμου σοσιαλισμού.

Όπως έχω επισημάνει και αλλού, με απλά λόγια αυτό σημαίνει: βαφτίζω μια ιστορική περίοδο που σημάδεψε τη ζωή εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων (τόσο στις χώρες του πρώιμου σοσιαλισμού όσο και παγκόσμια) ως ανύπαρκτη («μη σοσιαλισμό», «ακάθαρτο, μιαρό, ανύπαρκτο, κρατικό καπιταλισμό» κ.ο.κ.) και δια του εξορκισμού δεν το θεωρώ απλώς ΕΚΤΟΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ, ΠΕΡΑΝ ΤΟΥ ΕΠΙΣΤΗΤΟΥ, αλλά και συλλήβδην ΑΝΑΞΙΟ ΛΟΓΟΥ!

Το μόνο βέβαιο είναι ότι τέτοιοι αφορισμοί-εξορκισμοί, δεν έχουν την παραμικρή σχέση όχι μόνο με το μαρξισμό, αλλά και με την όποια σοβαρή αστική επιστήμη. Αποτελούν τυπική περίπτωση θεολογικού σκοταδισμού μεσαιωνικού τύπου, που πλασάρεται ως «σύγχρονη επαναστατική διανόηση».

Εγγράφονται δε πλήρως στα αγοραία προπαγανδιστικά αντικομμουνιστικά σχήματα της αστικής τάξης.

Η μόνη διαφορά του κ. Γ. Ρούσση από τα τελευταία, είναι ότι επενδύει τη στάση του με δήθεν προσήλωση στον κομμουνισμό! Το τελευταίο στοιχείο –χαρακτηριστικό για ορισμένους κύκλους της αριστεράς διανόησης του αφηρημένου «αντικαπιταλισμού»– καθιστά παρόμοιους αφορισμούς εξαιρετικά επικίνδυνους για τη νεολαία.

Η όλη «προβληματική» παρόμοιων αφορισμών εδράζεται σε κάποιες άδηλες, άκρως μεταφυσικές προκείμενες.

Ιδού μερικές από αυτές ενδεικτικά:

«Η ΕΣΣΔ (και οι περισσότερες χώρες του πρώιμου σοσιαλισμού) ηττήθηκε, άρα είναι μάταιο να ταυτίζεσαι με τους ηττημένους».

«Ο ηττημένος είναι εξ ορισμού φαύλος».

«Η φαυλότητα = μη αυθεντικότητα».

«Κριτήριο αυθεντικότητας είναι η συμφωνία/ασυμφωνία της υπαρκτής σοσιαλιστικής οικοδόμησης με ορισμένο “ιδεώδες-ιδανικό”, δηλ. με ορισμένη αντίληψη περί σοσιαλισμού/κομμουνισμού που εμπεριέχεται σε κάποια θεωρία, ή/και ιδεολογία (ιδεοληψία, δόγμα, συλλογή χωρίων 2-3-4-5-6 κ.λπ. κλασικών της αρεσκείας μας), στα ιδεολογήματα περί «δημοκρατικού σοσιαλισμού», «σοσιαλισμού με ανθρώπινο πρόσωπο» της εκφυλισμένης σοσιαλδημοκρατίας και του ευρωκομμουνισμού, στα ουτοπικά/ανιστορικά αντιγραφειοκρατικά σχεδιάσματα «αμεσοδημοκρατίας» & γραμμικής/ακαριαίας, άνευ όρων και ορίων «κατάργησης του κράτους την επομένη της επανάστασης κ.ο.κ.».

«Ήττα = φαυλότητα = δυσφήμιση ⇒ σοσιαλισμός/κομμουνισμός = ακαριαίος νικητής και γραμμικά εσαεί τροπαιούχος, χωρίς αντιφάσεις».

«Ο υπαρκτός σοσιαλισμός είχε αντιφάσεις και ηττήθηκε ⇒ ΑΥΤΟ ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ ⇒ όποιος το αποκαλεί σοσιαλισμό = έσχατος αντικομμουνιστής»!

Εξυπακούεται ότι οι προκείμενες αυτές υποδηλώνουν εκδοχές δογματικής μεταφυσικής εσχατολογίας θρησκευτικού τύπου, παντελώς ξένες με τη διαλεκτική της πραγματικής αντιφατικότητας της νομοτελούς ιστορικής ανάπτυξης.

Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι πολλοί από τους ανανήψαντες νυν πολέμιους του πρώιμου σοσιαλισμού που εμφορούνται σήμερα από αντισοβιετικό μένος, όταν η ΕΣΣΔ έδειχνε ακλόνητη υπερδύναμη και η αριστερά ήταν ισχυρή, ήταν τόσο δογματικά απολογητικοί υπέρ της, που πρωτοστατούσαν σε διώξεις εναντίον όσων προέτασσαν κριτική-διαλεκτική διερεύνηση των αντιφάσεων και των νομοτελειών της…

Είναι άλλωστε διαπιστωμένη η νομοτέλεια: ο δογματικός που προσκρούοντας σε προβλήματα, θα θέσει εν αμφιβόλω τα δόγματά του, περνά με μεγάλη ευκολία στον αναθεωρητισμό/σκεπτικισμό, εάν όχι και στο μηδενισμό… (βλ. Δ. Πατέλης – Μ. Δαφέρμος – Π. Παυλίδης. Ποια κληρονομιά απαρνούμαστε.).

Για αυτό τον θεολογικό μυστικισμό, κατά κανόνα, το ιδεώδες δομείται ως απόλυτη άρνηση του καπιταλισμού, ως αφηρημένος αντικαπιταλισμός.

Άπαξ και αυτή η ουτοπική/μεταφυσική απόλυτη άρνηση δεν επετεύχθη στα πραγματικά ιστορικά εγχειρήματα γραμμικώς και ακαριαίως, αξίζει μόνο απόρριψη, αφορισμό και ανάθεμα!

Έχοντας ως ιδεώδες αναφοράς την υποστασιοποίηση της απόλυτης άρνησης του καπιταλισμού (που, όπως κατέδειξε ο Μαρξ στην κριτική του μικροαστικού σοσιαλισμού του Προυντόν, συνιστά εξιδανικευμένη εικόνα ενός καπιταλισμού χωρίς αντιφάσεις/αρνητικά στοιχεία), ο φορέας αυτής της εσχατολογικής θεολογίας κατακρημνίζεται απ’ τα σύννεφα, μόλις πληροφορείται ότι τα πραγματικά επαναστατικά σοσιαλιστικά εγχειρήματα, δεν προσκρούουν απλώς σε αντιφάσεις, αλλά –στο βαθμό που δεν τις επιλύουν έγκαιρα και αποτελεσματικά- μπορούν και να ηττηθούν, να ανατραπούν από την αστική αντεπανάσταση!

Έτσι ο μυστικιστής αυτού του τύπου προβαίνει σε απόλυτη άρνηση και του υπαρκτού σοσιαλισμού!

Η αντιδιαλεκτική του φύση δεν αντέχει τις αντιφάσεις. Παραδέρνει λοιπόν ανάμεσα σε δύο απόλυτες αρνήσεις: του υπαρκτού καπιταλισμού και του υπάρξαντος ή/και νυν υπαρκτού σοσιαλισμού.

Ορισμένοι δεν αντέχουν αυτά τα βάσανα της –κατά Χέγκελ– «δυστυχισμένης συνείδησης» και επιλέγουν τελικά την απόλυτη άρνηση του σοσιαλισμού/κομμουνισμού, βολεύονται με συμβιβασμό με την κυρίαρχη τάξη πραγμάτων, αλλάζουν στρατόπεδο και ανταμείβονται με σταδιοδρομίες, αξιώματα κ.λπ.

Κάποιοι άλλοι, της ίδιας κατηγορίας «δυστυχισμένης συνείδησης», μετατρέπουν τη Σκύλα και τη Χάρυβδη των παραπάνω δύο απόλυτων αρνήσεων σε πεδίο ιδιότυπης εσωστρεφούς και αυτοαναφορικής «ταυτότητας», στο πνεύμα του «μεταμοντέρνου»…

Με άλλα λόγια, «λύνουν τις αντιφάσεις» όχι με επαναστατική έρευνα και δράση, αλλά με «βαφτίσια», με λεκτικά υποκατάστατα-υπεκφυγές, με καταφυγή σε μια «εικονική-συμβολική» πραγματικότητα/ταυτότητα, που γίνεται «ύφος» και τελικά «μανιέρα»… Έτσι απαλείφεται στην πράξη η επαναστατική προοπτική, εκφυλίζεται σε «πουκάμισο αδειανό»…

Για τους φορείς αυτής της μεταφυσικής η κριτική της ΕΣΣΔ και του πρώιμου σοσιαλισμού μπορεί να είναι μόνον απόλυτα αρνητική-απορριπτική: «αυτές δεν είναι ούτε κατ’ όνομα σοσιαλιστικές»!

Θυμάμαι στέλεχος του ΝΑΡ να μου εκμυστηρεύεται με υπαρξιακή αγωνία: «ακόμα και εάν ήταν σοσιαλισμός αυτό, εμείς δεν πρέπει να το λέμε»!

Ο κ. Ρούσης, οδηγώντας στα άκρα αυτή την υπαρξιακή αγωνία της «δυστυχισμένης συνείδησης», σπεύδει να προγράψει αφοριστικά ως «έσχατο αντικομμουνιστή» όποιον αποκαλεί την ΕΣΣΔ πρώιμο σοσιαλισμό!

Βάσει αυτής της μεταφυσικής, εκατομμύρια άνθρωποι που αγωνίστηκαν με αυταπάρνηση και αυτοθυσία απαράμιλλη στην ΕΣΣΔ, στις άλλες χώρες του πρώιμου σοσιαλισμού και στο παγκόσμιο επαναστατικό κίνημα για τη σοσιαλιστική οικοδόμηση, για την προοπτική του κομμουνισμού «και δη κατά τη σταλινική περίοδο», «αντικειμενικά προέβαιναν στον έσχατο αντικομμουνισμό»!

Εδώ και πάνω από τρεις δεκαετίες, από την αντεπαναστατική «περεστρόικα», με το καθεστώς της ληστρικής ολιγαρχίας του κεφαλαίου (υπό το Γιέλτσιν και στη συνέχεια υπό τους Πούτιν και Μεντβέντιεφ) να επιδίδεται σε μια πρωτοφανή εκστρατεία αποσοβιετοποίησης – αποσταλινοποίησης – αποκομμουνιστικοποίησης, με όλους τους ιδεολογικούς μηχανισμούς, την εκπαίδευση, τα ΜΜΕ να χύνουν τόνους κατασυκοφάντησης και λάσπης στην ιστορία της ΕΣΣΔ, ποιο ήταν το αποτέλεσμα;

Με τις επίσημες δημοσκοπήσεις, οι λαοί της νυν Ρωσίας και των λοιπών χωρών της τ. ΕΣΣΔ νοσταλγούν την τελευταία και τη θεωρούν πατρίδα τους σε ποσοστά 65-70%!

Τα δε ποσοστά όσων θεωρούν το Στάλιν υποδειγματικό ιστορικό ηγέτη είναι ακόμα υψηλότερα! Θα βρεις εκεί παιδιά εικοσάχρονα να ισχυρίζονται με πάθος ότι πατρίδα τους είναι η ΕΣΣΔ και ο σοσιαλισμός! Όλοι αυτοί είναι «αντικομμουνιστές» κ. Ρούση επειδή δεν συμμερίστηκαν ή/και δεν συμμερίζονται τη σοφία σας;

Ως πότε θα αναλίσκεται ορισμένου τύπου καθ’ ημάς αριστερά στο να διδάσκει «αφ’ υψηλού» τους άλλους για το πώς θα έπρεπε να έχουν κάνει ή να κάνουν την επανάστασή, για το πώς θα πρέπει να εκτιμούν την ιστορική εμπειρία τους, βάσει αφηρημένων ανιστορικών σχημάτων μας, έχοντας κατά κανόνα άγνοια πρωτογενών πηγών;

Έχει άραγε ανάγκη ο κομμουνισμός τέτοιας «υπεράσπισης» και τέτοιων «υπερασπιστών»;

Για μια θετική πραγμάτευση αυτής της προβληματικής απ’ τη σκοπιά της σύγχρονης επαναστατικής θεωρίας βλ. σχετικά και το συλλογικό βιβλίο με κείμενα του Β. Α. Βαζιούλιν και μελών του ελληνικού τμήματος της διεθνούς ερευνητικής ομάδας «Η Λογική της Ιστορίας»: Η Οκτωβριανή επανάσταση και ο πρώιμος σοσιαλισμός στη Λογική της Ιστορίας. Ζητήματα επαναστατικής θεωρίας, μεθοδολογίας και πρακτικής. ΚΨΜ, 2017.

Αφοριστικό σχόλιο 2ο :

«Επίσης όποιος δεν δέχεται τον ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα της σύγχρονης Ρωσίας του Πούτιν, και μάλιστα την υπηρετεί ως επίσημος μεταφραστής του, και συνεπώς έμπιστος του, δεν δικαιούται να διατείνεται ότι υπηρετεί την υπόθεση του κομμουνισμού. Οπότε και οι εναντίον μου χαρακτηρισμοί εκ μέρους του εκτιμώ ότι με τιμούν ιδιαιτέρως».

Ας ξεκινήσουμε με το πρώτο σκέλος του εν λόγω σχολίου που αφορά «τον ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα της σύγχρονης Ρωσίας του Πούτιν».

Κατ’ αρχάς, όπως και στο πρώτο σχόλιο, και εδώ είναι έντονα παρούσα η αστική αντίληψη της ιστορίας. Η ιστορία χωρών και λαών προβάλλει ως δημιούργημα ή/και κτήμα «μεγάλων προσωπικοτήτων», στις οποίες ο αστικών/μικροαστικών αντιλήψεων νους αποδίδει θετικές και αρνητικές ιδιότητες, καλά και κακά χαρακτηριστικά (λεπτομερέστερα βλ. κλασική κριτική παρόμοιων μεταφυσικών απόψεων στο: Μαρξ Κ. Η αθλιότητα της φιλοσοφίας).

Βάσει αυτής της σοφίας, η ΕΣΣΔ επί μακρόν ήταν δημιούργημα/κτήμα του «δολίου» Στάλιν, εξ ου και τα περί «σταλινικής περιόδου», «σταλινισμού» και όλα τα καλούδια που εγγράφονται πλήρως και στα αστικά αντιδραστικά περί ολοκληρωτισμού ιδεολογήματα.

Με αντίστοιχη επιστημονική εμβρίθεια η σοφία αυτή καταπιάνεται και με τη νυν κεφαλαιοκρατική Ρωσική Ομοσπονδία. Και στις δυο περιπτώσεις, δεν εξετάζει την εκάστοτε συγκεκριμένη ιδιοτυπία της κλιμάκωσης της σχέσης επανάστασης – αντεπανάστασης, της νομοτελούς αντιφατικότητας των σχέσεων παραγωγής, του τρόπου παραγωγής, της κοινωνικής/ταξικής διάρθρωσης, της θέσης και του ρόλου στον παγκόσμιο συσχετισμό δυνάμεων κ.λπ. Τίποτε τέτοιο. Απλώς, τότε είχαμε το Στάλιν, τώρα τον Πούτιν! Ο Στάλιν ήταν «αιμοδιψής δικτάτωρ», ο Πούτιν κάτι παρόμοιο, ανάμικτο με κάποιες επαγγελματικές δεξιότητες του πράκτορα της πάλαι ποτέ KGB! Κατ’ εικόνα και κατ’ ομοίωση της περί των ηγετών της εικόνας/προκατάληψης οφείλει είναι –βάσει αυτής της σοφίας– και η κοινωνία. Ομολογουμένως βολικό σχήμα στην αφέλεια/δολιότητά του…

Δεν είναι της παρούσης η ενδελεχής κριτική αναφορά σε αυτού του τύπου αγοραία ιδεολογήματα. Επισημαίνω απλώς, ότι για την επιστημονική μαρξιστική προσέγγιση ο ρόλος της όποιας προσωπικότητας στην ιστορία, όσο σημαντική και αν είναι αυτή, όσες ιδιότυπες ατομικές ιδιότητες και χαρακτηριστικά και αν διαθέτει, δεν μπορεί να είναι καθοριστική.

Στη θέση της διάγνωσης των αντικειμενικών, ουσιωδών και ιστορικά συγκεκριμένων προσδιορισμών της κοινωνίας, σε αυτά τα ιδεολογήματα τίθενται τα υποκειμενικά χαρακτηριστικά της επιφανειακής εικόνας που καλλιεργείται και διαδίδεται για τον εκάστοτε ηγέτη. Ωστόσο, είναι διαδεδομένη η περιοδολόγηση της ιστορίας βάσει ηγετικών προσωπικοτήτων, ιδιαίτερα στην αγοραία αστική ιστοριογραφία και δημοσιολογία/δημοσιογραφία.

Αυτό το αγοραίο σχήμα είναι ιδιαίτερα βολικό σε ορισμένους κύκλους για την ανάδειξη δύο βασικών περιόδων στην ιστορία της ΕΣΣΔ και της Ρωσίας: του γίγνεσθαι της επαναστατικής διαδικασίας οικοδόμησης του πρώιμου σοσιαλισμού και του γίγνεσθαι της αντεπαναστατικής διαδικασίας διάλυσης των κεκτημένων του πρώιμου σοσιαλισμού, διαμόρφωσης και εδραίωσης των κεφαλαιοκρατικών σχέσεων παραγωγής στα ερείπια της ΕΣΣΔ. Βολικό καθ’ ότι οι θιασώτες του δεν μπαίνουν καν στον κόπο να διαγνώσουν στοιχειωδώς αυτές τις διαδικασίες.

Άλλωστε, τι να διαγνώσουν φορείς ιδεολογημάτων σαν αυτά του κ. Ρούση; Είναι άραγε εις θέση να διακρίνουν τις διαφορές μεταξύ επανάστασης και αντεπανάστασης; Μπορούν άραγε να εξηγήσουν γιατί δόθηκε τέτοιος λυσσαλέος αγώνας από τις παγκόσμιες δυνάμεις του κεφαλαίου για την ανατροπή και διάλυση του «ανύπαρκτου σοσιαλισμού», ενός «ιδιότυπου εκμεταλλευτικού καθεστώτος», δηλ. ενός «κρατικού καπιταλισμού»!

Εδώ, όποιος καταπιαστεί στοιχειωδώς σοβαρά με το θέμα, έχοντας ως βάση αναφοράς την πραγματική ιστορία και όχι τις ιδεοληψίες του, θα διαπιστώσει ότι δύο τινά μπορεί να συμβαίνουν: είτε οι δυνάμεις του κεφαλαίου ήταν τόσο ηλίθιες για να εμπλακούν σε ένα αδυσώπητο αγώνα εναντίον ενός …ανύπαρκτου αντιπάλου, είτε το δικό τους σχήμα είναι αντίστοιχης διανοητικής εμβέλειας και επιστημονικότητας!

Εκ των πραγμάτων αποδεικνύεται ότι οι δυνάμεις του κεφαλαίου μάλλον δεν είναι και τόσο ηλίθιες… Άρα;

Γιατί να το παιδεύουν λοιπόν; Η όλη διαδικασία είναι για αυτούς μια μπερδεμένη γραμμική-εξελικτική πορεία ανάμεσα σε δύο δικτατορίες: από το Στάλιν στον Πούτιν και ξοφλήσαμε! Είναι μάλιστα τόση η εμμονή τους στο ανόητο σχήμα, που συχνά παρουσιάζουν την «γραφειοκρατία της ΕΣΣΔ» ως συλλογικό κεφαλαιοκράτη-εκμεταλλευτή, που με την αντεπανάσταση απλώς εξατομικεύτηκε κάπως και τελείωσε η υπόθεση! Απλώς άλλαξε λοιπόν ο Μανωλιός κι έβαλε τα ρούχα του αλλιώς! Τόσο απλά!

Εάν η πραγματικότητα αντιφάσκει με τα ιδεολογήματα/σχήματά τους, τόσο το χειρότερο για τα γεγονότα!

Είναι διαδεδομένη στην αστική πολιτική, γεωπολιτική και διπλωματία η τάση αν όχι ταύτισης, τουλάχιστον θεώρησης υπό το πρίσμα μιας γραμμικής συνέχειας της ΕΣΣΔ επί Στάλιν και της νυν Ρωσίας υπό τον Πούτιν.

Οι αστοί πολιτικοί και δημοσιογράφοι/δημοσιολόγοι, χάριν αυτού του βολικού στερεοτύπου, στον γεωπολιτικό τους οίστρο (λόγω του κλιμακούμενου Γ’ Παγκόσμιου Ιμπεριαλιστικού Πολέμου), είναι ικανοί να αποδίδουν «κομμουνιστικές ιδιότητες» στον αντικομμουνιστή-νεοφιλελεύθερο Πούτιν και στη σημερινή κεφαλαιοκρατική Ρωσία…

Θέση που –για τους λόγους που προαναφέραμε- αναπαράγεται σε διάφορες μορφές και σε κύκλους παρόμοιας νοητικής εμβέλειας αριστεράς… Θέση εξαιρετικά βολική για τη νωθρότητα του νου, δεδομένης της απουσίας επαναστατικής κοινωνικής θεωρίας & μεθοδολογίας ικανής να διακρίνει συγκεκριμένα ιστορικά τη διαφορά μεταξύ επανάστασης και αντεπανάστασης…

Είναι άραγε ιμπεριαλιστική η σύγχρονη Ρωσία; Η επιστημονική διακρίβωση της θέσης και του ρόλου της νυν κεφαλαιοκρατικής Ρωσίας στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας, θέσεων και ρόλων, απαιτεί ειδική μελέτη, ιδιαίτερα στο πεδίο της πολιτικής οικονομίας. (βλ. και ΕΙΝΑΙ Η ΡΩΣΙΑ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΗ; Του Stansfield Smith).

Το εάν μια χώρα είναι ιμπεριαλιστική ή μη, δεν επαφίεται σε υποκειμενικές προτιμήσεις. Δεν εξαρτάται από το εάν ο ηγέτης του πολιτικού προσωπικού της αστικής τάξης της διετέλεσε στέλεχος της KGB, ούτε και από τη γεωγραφική της θέση. (βλ. και Παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό σύστημα: βασικές έννοιες και κατηγορίες.).

Εξαρτάται από τη συγκεκριμένη ιστορικά θέση και το ρόλο του μονοπωλιακού κεφαλαίου, της χρηματιστικής ολιγαρχίας που εδρεύει σε αυτήν, στο εξαιρετικά ανισομερές και αντιφατικό σύστημα της παγκόσμιας οικονομίας, στον παγκόσμιο συσχετισμό δυνάμεων. Θέση, η διακρίβωση της οποίας δεν είναι θέμα γούστου ή/και αφορισμών της κερκίδας, αλλά ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ ΣΤΟ ΠΕΔΙΟ ΤΗΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ.

Τα θέματα του σύγχρονου παγκόσμιου κεφαλαιοκρατικού συστήματος απαιτούν συστηματική έρευνα-ανάπτυξη της μαρξιστικής πολιτικής οικονομίας και κοινωνικής θεωρίας. Για μια προσέγγιση-σχεδίασμα αυτής της μελέτης, βλ. και Δομική κρίση πόλεμος και προοπτικές ανάπτυξης-διεξόδου απ’ τα συστημικά αδιέξοδα για τη χώρα και την ανθρωπότητα. 

Ο κ. Ρούσης διατείνεται στο αφοριστικό του σχόλιο, ότι εάν κάποιος δεν θεωρεί πάραυτα και χωρίς συγκεκριμένη ενδελεχή έρευνα τη νυν αστική Ρωσία ιμπεριαλιστικό κέντρο κατά τα ειωθότα, τότε αυτός υποστηρίζει και υπηρετεί αυτό το «ιμπεριαλιστικό κέντρο»!

Λες και η όποια απόφανση επί του ζητήματος δεν είναι επιστημονικό ερευνητικό πρόβλημα, δεν απαιτεί διακρίβωση της αλήθειας, αλλά συνιστά «βέβαιο ταξινομικό κριτήριο» για την αποκάλυψη «πρακτόρων που υπηρετούν το ιμπεριαλιστικό κέντρο της Ρωσίας του Πούτιν»! Εκπληκτικό! Ο ισχυρισμός αυτός θα μπορούσε να διδάσκεται ως τυπική περίπτωση παραλογισμού σε μάθημα λογικής για πρωτοετείς!

Ο αφορισμός αυτός του κ. Ρούση (μη τρομάζετε κ. Ρούση, δεν τίθεται εδώ θέμα διαλεκτικής λογικής, αναφερόμαστε σε στοιχειώδεις αρχές της τυπικής λογικής-συλλογιστικής) και του κάθε Ρούση, εμπεριέχει έναν λανθάνοντα «συλλογισμό». Μπορεί να διατυπωθεί σε γενική μορφή ως εξής:

1η προκείμενη: Όποιος δεν θεωρεί τη χώρα Χ ιμπεριαλιστική, «είναι υπηρέτης του ιμπεριαλιστικού της κέντρου και πράκτορας του ηγέτη της».

2η προκείμενη: Ο Ψ δεν θεωρεί τη χώρα Χ ιμπεριαλιστική.

Συμπέρασμα: Ο Ψ «είναι υπηρέτης του ιμπεριαλιστικού της κέντρου και πράκτορας του ηγέτη της»!

Βλέπουμε εδώ ότι η πρώτη προκείμενη του λανθάνοντος «συλλογισμού» Ρούση είναι σύνθετη μιας και περικλείει:

1. τη βεβαιότητα του ιμπεριαλιστικού χαρακτήρα της χώρας χωρίς να έχει προηγηθεί επιστημονική μαρξιστική έρευνα επ’ αυτής και

2. τη βεβαιότητα ότι υπάρχουν 2 σύνολα Α & Β, τα μέλη των οποίων ταυτίζονται απολύτως: Α. του συνόλου των ανθρώπων που δεν παραδέχονται αναφανδόν τον ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα της χώρας Χ και Β. του συνόλου των ανθρώπων που «είναι υπηρέτες του ιμπεριαλιστικού της κέντρου και πράκτορες του ηγέτη της».

Δεν απομένει παρά να μας προσκομίσει ο κ. Ρούσης πραγματολογικά ή/και ερευνητικά στοιχεία από τα πεδία της πολιτικής οικονομίας, της πολιτικής επιστήμης, της κοινωνιολογίας, της κοινωνικής ψυχολογίας κ.λπ., τα οποία αποδεικνύουν:

1. Τον ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα της συγκεκριμένης χώρας και κυρίως:

2. την ταύτιση των συνόλων Α & Β.

Όσο και αν κοπιάσει ο κάθε κ. Ρούσης δεν θα επιδαψιλεύσει τέτοια στοιχεία. Παραπάνω ανέφερα αδρομερώς τι χρειάζεται ώστε να προσδιορισθεί αντικειμενικά ο ιμπεριαλιστικός χαρακτήρας μιας χώρας.

Εδώ, για να διευκολύνω τον λανθάνοντα «συλλογισμό» του κ. Ρούση θα θεωρήσω ότι όντως και ανυπερθέτως, η χώρα Χ τυγχάνει να είναι ιμπεριαλιστική. Απομένει η ταύτιση των συνόλων Α & Β. Τα κριτήρια προσδιορισμού του περιεχομένου αυτών των ταξινομικών συνόλων είναι ποιοτικά διαφορετικά, ανομοιογενή και άνισα, γεγονός που αποκλείει την ταύτισή τους.

Η αποδοχή είτε η απόρριψη μιας επιστημονικής ή έστω ιδεολογικής θέσης δεν διασφαλίζει με βεβαιότητα την κοινωνική στάση και δράση ενός ατόμου σε ορισμένη κατεύθυνση. Πολλώ μάλλον, επ’ ουδενί λόγω δεν διασφαλίζει μονοσήμαντα ούτε σε ποιον (κέντρο ή/και ηγέτη) αυτό το άτομο δύναται ή/και επιθυμεί να παράσχει υπηρεσίες (πράκτορα κ.ά.) έμμισθες ή/και σε εθελοντική βάση, ούτε και την πρακτική δυνατότητα αποδοχής της παροχής τέτοιων υπηρεσιών εκ μέρους των ενδιαφερομένων (ενδέχεται π.χ. σε συνθήκες μαζικής ανεργίας οι επιθυμούντες να παράσχουν τέτοιες υπηρεσίες να υπερβαίνουν τις δυνατότητες πρόσληψης ή/και αποδοχής εθελοντισμού του εργοδότη)…

Διαπιστώνουμε λοιπόν ότι αυτός ο «επιστημονικός συλλογισμός» του κ. Ρούση θα μπορούσε επάξια να σταδιοδρομήσει ως εναλλακτική εκδοχή του δημοφιλούς ανεκδότου περί αστυνομικού – οργάνου και μπουζουκιού…

 Εάν ο περί ου λόγος «επιστημονικός συλλογισμός» εφαρμοσθεί για κάθε χώρα του G20, ή του πλανήτη π.χ. για την Τουρκία, εάν κάποιος δεν θεωρεί πάραυτα την Τουρκία ιμπεριαλιστικό κέντρο, τότε αυτός οφείλει να υποστηρίζει και να υπηρετεί αυτό το «ιμπεριαλιστικό κέντρο» και είναι «έμπιστος του κ. Ερντογκάν»! Προφανώς, ο πρωτότυπος ο «επιστημονικός συλλογισμός» του κ. Ρούση ισχύει για πολλές χώρες του G20, όπως: Αργεντινή, Βραζιλία, Ινδία, Ινδονησία, Μεξικό, Νότια Αφρική, Νότια Κορέα…  Ομολογουμένως εξαιρετική επιστημονική άποψη με επωφελή για το κίνημα αποτελέσματα.

Επομένως, εδώ έχουμε τυπική περίπτωση επιχειρήματος με τη μορφή ψευδοσυλλογισμού. Όποιος διατυπώνει παρόμοιους συλλογισμούς:

1. είτε παραλογίζεται ακούσια από αφέλεια, από άγνοια επιστημονική, πραγματολογική και λογική, έχοντας κατά τα λοιπά αγνές προθέσεις, είτε

2. σκαρώνει σοφίσματα, δηλαδή, εκούσια παραβαίνει ως πομπός του ψευδοσυλλογισμού τον ορθό λόγο με την πρόθεση να εξαπατήσει τον δέκτη.

Βέβαια εδώ, κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει κατηγορηματικά συνδυασμό της πρώτης με τη δεύτερη εκδοχή. Ωστόσο, σημασία στην επιστήμη και στο δημόσιο βίο, στην ιδεολογικοπολιτική αντιπαράθεση, δεν έχουν τόσο οι προθέσεις, όσο τα πρακτικά αποτελέσματα. Ιδιαίτερα όταν τέτοιοι αφορισμοί εκτοξεύονται από πανεπιστημιακό καθηγητή…

Μάλιστα, όποιος δεν διαθέτει την ως άνω «λογική σοφία» του κ. Ρούση «δεν δικαιούται να διατείνεται ότι υπηρετεί την υπόθεση του κομμουνισμού»! Άρα, εδώ ο επιστήμονάς μας εισηγείται προς ευρεία χρήση το σοφό αφορισμό του, ως διπλό αξιόπιστο όργανο: ρωσοπρακτορόμετρο και κομμουνιστόμετρο! Δύο σε ένα σε τιμή ευκαιρίας!…

Παρόμοιοι παραλογισμοί και ιδεοληπτικές αυθαιρεσίες θα μπορούσαν να είναι απλώς φαιδροί και διασκεδαστικοί μέσα στην πλήξη του ιδεολογικοπολιτικού τέλματος της χώρας. Ωστόσο, ο κ. Ρούσης εδώ χάνει κάθε μέτρο. Προβαίνει σε χονδροειδή αήθη συκοφαντική δυσφήμιση στο πρόσωπό μουΑναφέρθηκε δημόσια στο πρόσωπό μου, χαρακτηρίζοντάς με «έμπιστο του Πούτιν, που υπηρετεί ως επίσημος μεταφραστής του τη νυν ιμπεριαλιστική Ρωσία»!

Είναι ευρέως γνωστό, ότι για βιοποριστικούς λόγους υπήρξα από το 1989 επαγγελματίας μεταφραστής-διερμηνέας (με μπλοκάκι, δελτίο παροχής υπηρεσιών). Πρόκειται για εξαιρετικά περίπλοκη τεχνική εργασία σε πολύ σκληρές και ανταγωνιστικές συνθήκες. Έχω μεταφράσει πολλά επιστημονικά, ιστορικά και άλλα βιβλία και κείμενα και έχω κάνει διερμηνείες σε συνέδρια και σε διαφόρων επιπέδων επαφές και διαπραγματεύσεις.

Από το 2001 που έχω πρωτοεκλεγεί ως μέλος ΔΕΠ στο Πολυτεχνείο Κρήτης, απέδιδα βάσει του νόμου και το 15% των όποιων εσόδων μου από την παροχή υπηρεσιών μετάφρασης-διερμηνείας στον ΕΛΚΕ του ΑΕΙ που διδάσκω, μέχρι το τέλος του οικονομικού έτους 2016, οπότε έκλεισα τα βιβλία στην εφορία, δεδομένου ότι σε αντίθετη περίπτωση θα έπρεπε να προπληρώνω κατά την έναρξη κάθε οικονομικού έτους, ποσά που δεν επρόκειτο να εισπράξω ποτέ λόγω περιορισμένης απασχόλησης.

Μικρή διευκρίνιση: ουδέποτε έχω κληθεί από επίσημους φορείς της ρωσικής πλευράς να παράσχω υπηρεσίες μετάφρασης-διερμηνείας. Η ρωσική πλευρά υποχρεούται θεσμικά να διασφαλίζει την εκ μέρους της διερμηνεία από διπλωμάτες, υπαλλήλους του δικού της Υπουργείου εξωτερικών. Η ελληνική πλευρά καλεί προς αυτό ελεύθερους επαγγελματίες. Όποτε έτυχε να εργαστώ σε διακυβερνητικό και διακρατικό επίπεδο, πάντα ήμουν προσκεκλημένος να παράσχω υπηρεσίες μετάφρασης-διερμηνείας από την εκάστοτε ελληνική πλευρά. Ουδέποτε από τη ρωσική ή άλλης χώρας.

Με τη λογική του συκοφαντικού αφορισμού του κ. Ρούση, θα μπορούσε κάθε περιστασιακά εργαζόμενος με μπλοκάκι να χαρακτηρισθεί «ύποπτος», «έμπιστος» αν όχι και «πράκτορας» του εκάστοτε εργοδότη του!

Υπό αυτή την έννοια, μήπως και κάθε διδάσκων σε ΑΕΙ είναι «έμπιστος υπηρέτης» του εκάστοτε πολιτικού προϊστάμενου Υπουργού στο Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων; Ο αρχιτέκτων μηχανικός, οι οικοδόμος, ο γιατρός κ.λπ.

Ωστόσο, ο κ. Ρούσης στον προαναφερθέντα διαδικτυακό «διάλογο» έχει τερματίσει την εμβέλεια του συκοφαντικού αφορισμού του με ένα συγκλονιστικό «επιχείρημα»: «ο σύντροφός Πατελης έχει μεταφράσει και το βιβλίο η ακριβέστερα τη συνέντευξη αυτοπροβολή του συντρόφου Πούτιν “Σε πρώτο πρόσωπο” στις εκδόσεις Λιβάνη»!

Όντως, ήμουν ένας εκ των 2 μεταφραστών αυτού του έργου.

Δεν το ξέρατε λοιπόν; Εξυπακούεται ότι ο κάθε επαγγελματίας μεταφραστής βιβλίων κ.λπ. είναι κραγμένος πράκτορας όχι μόνο και όχι τόσο του συγγραφέα και της χώρας προέλευσής του, αλλά και των προσώπων π.χ. στο βίο των οποίων αναφέρεται ο συγγραφέας!

Νομίζω ότι μετά από την ανακάλυψη αυτή του κ. Ρούση, ο ίδιος θα μπορούσε να εισηγηθεί θαρρετά την μετονομασία του Τμήματος Μετάφρασης και Διερμηνείας του Ιονίου πανεπιστημίου στη γενέτειρά του σε Τμήμα Εμπίστων Πρακτόρων και Υπηρετών της Αλλοδαπής! 

Τόση φαιά ουσία δεν πρέπει να πηγαίνει χαμένη… Αφορμής δοθείσης, θα σας αποκαλύψω κ. Ρούση ότι μεταξύ άλλων, ως επαγγελματίας μεταφραστής, έχω συμμετάσχει στη μετάφραση και μιας ιστορικής βιογραφίας του Γκειντάρ Αλίγιεφ, ώστε να ρυθμίσετε ξανά το πολυεργαλείο-πρακτορόμετρό σας!   

Αυτά ως προς τον τύπο των εργασιακών σχέσεων που είχα. Επί της ουσίας τώρα της επιστημονικής και πολιτικής μου στάσης, συμπεριλαμβανομένης και αυτής που αφορά τη σχέση μου προς την εκάστοτε πολιτική ηγεσία της ημεδαπής και της αλλοδαπής.

Θα συνιστούσα να δει ο κ. Ρούσης και κάθε ενδιαφερόμενος/-η έστω επιλεκτικά τις εδώ και δεκαετίες δημοσιοποιούμενες προσεγγίσεις μου αναφορικά με την κεφαλαιοκρατία, την αστική τάξη και το πολιτικό προσωπικό της στην Ελλάδα, στη Ρωσία και διεθνώς.

Καλό θα ήταν επίσης να δει κανείς το κατηγορητήριο στην παραπομπή μου στο Ανώτατο Πειθαρχικό Δικαστήριο για Πανεπιστημιακούς και την απολογία μου, ώστε να διαπιστώσει ακριβέστερα τι και ποιους υπηρετώ και γιατί έχω διωχθεί…

Θα συνιστούσα μάλιστα να δει επισταμένως τη (διόλου κολακευτική από το 1988) στάση μου έναντι της κεφαλαιοκρατικής αντεπανάστασης-παλινόρθωσης στην ΕΣΣΔ και στις υπόλοιπες χώρες του «πρώιμου σοσιαλισμού» και έναντι της νεοπαγούς εκεί αστικής τάξης και του πολιτικού προσωπικού της.

Όλα τα υλικά είναι προσβάσιμα και διαθέσιμα (βλ. π.χ. Πατέλης Δ. Για την κλιμάκωση της αστικής αντεπανάστασης στη Ρωσία. ΑΡΙΣΤΕΡΗ ΑΝΑΣΥΝΤΑΞΗ Νο 4-5, 1994, σελ. 71-97). Ουδέν κρυπτόν και επ’ αυτού.

Ενδεικτική αναφορά από το 2006 σε: «ορισμένα χαρακτηριστικά της ηγεσίας της νεοπαγούς αστικής τάξης της Ρωσίας. Η ηγεσία αυτή, αναγκάστηκε εκ των πραγμάτων να χαράξει και να προωθήσει δική της στρατηγική, αρχικά δια της δοκιμής και του λάθους, μέσω της διαπίστωσης ότι στη διεθνή αρένα, ακόμα και ως υποτελής στην πλανηταρχεύουσα υπερδύναμη και στον κόσμο των ισχυρών του κεφαλαίου (βλ. την γλοιώδη περίπτωση Μπ. Γέλτσιν), ήταν αποδιοπομπαία. Η κάθε υποχώρησή της συνοδευόταν από ακόμα πιο απαιτητικές αξιώσεις για υποτέλεια και πλήρη εκποίηση των πάντων.

Η νέα γενιά αυτής της ηγεσίας, ανδρώθηκε σε μια θύελλα αλλαγών την οποία όφειλε να διαχειρισθεί προωθώντας την αστική αντεπανάσταση. Κινήθηκε μεθοδικά, λειτουργώντας ως συλλογικός κεφαλαιοκράτης που θέτει κανόνες του παιχνιδιού (πολιτικούς, νομοθετικούς, δημοσιονομικούς, κ.ά.), για να υπερβεί την κατάσταση του πολέμου όλων εναντίον όλων που προέκυψε από την ληστρική ιδιωτικοποίηση της σοβιετικής κληρονομιάς με όρους μαφίας.

Έθεσε υπό κρατικό έλεγχο (με την απόκτηση του πλειοψηφικού πακέτου των μετοχών) τους στρατηγικούς τομείς της Ενέργειας και του Στρατιωτικού-Βιομηχανικού συγκροτήματος.

Ενίσχυσε την “κατακόρυφη” δομή της εξουσίας με συγκεντρωτισμό που απέτρεψε τον άμεσο κίνδυνο διάλυσης της χώρας, στελεχώνοντας τους νευραλγικούς μηχανισμούς με τους “σιλαβικί”, ανθρώπους με θητεία στις ένοπλες δυνάμεις και ιδιαίτερα στις μυστικές υπηρεσίες.

Οι τελευταίοι, έχοντας σημαντικό “πολιτιστικό κεφάλαιο” από τη σοβιετική παράδοση, κοσμοπολίτες τρόπον τινά (λόγω της φύσης της δουλειάς τους) και χωρίς να διακατέχονται από τα σύνδρομα νεοπλουτισμού και ξενοδουλείας των στελεχών της πρώτης αντεπαναστατικής-παλινορθωτικής φρουράς, είναι που εκπόνησαν και έθεσαν σε εφαρμογή τις αλλαγές στην πολιτική της Ρωσίας.

Η υιοθέτηση εκ μέρους τους “πατριωτικής” στάσης και ιδεολογημάτων, η εξασθένιση του ακραίου αντικομμουνισμού-αντισοβιετισμού με έμφαση στη “συνέχεια της ένδοξης ιστορίας της πατρίδας”, εδραίωσε την ηγεμονία τους στο εσωτερικό, αδειάζοντας κυριολεκτικά την παραπαίουσα αριστερή αντιπολίτευση. Παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ο σαφής αμοιβαίος εμπλουτισμός εμπειριών και χειρισμών αυτής της ρωσικής ελίτ με τους Κινέζους ομολόγους της και οι αντίστοιχες εκατέρωθεν διορθωτικές κινήσεις στην ασκούμενη πολιτική. Κατά τη διάρκεια της κρίσης, οι διπλωματικές τους κινήσεις και η πειστικότητα του λόγου που άρθρωναν κέρδιζαν τις εντυπώσεις, σε αντιδιαστολή με τις φοβικές-στερεοτυπικές αντιδράσεις των αντιπάλων τους.

Ωστόσο, η ηγεσία αυτή δεν μπορεί παρά να εκφράζει σε πολιτικό επίπεδο την αμφίρροπη στάση της νεοπαγούς αστικής τάξης της χώρας. Το κεφάλαιο που είναι διεθνοποιημένο σε σημαντικό βαθμό, με εμπλοκή στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα, δεν επιθυμεί κλιμάκωση της ρήξης με τη Δύση, σε αντιδιαστολή με τους εκπροσώπους του κεφαλαίου με πραγματική παραγωγική δραστηριότητα στη Ρωσία, που ακριβώς στην ένταση της ρήξης βλέπουν προοπτική αναδιανομής θέσεων και ρόλων στην παγκόσμια οικονομία.

Τα όρια μεταξύ των δύο αυτών συνιστωσών της αστικής τάξης δεν είναι σαφή και η αμφιρρέπεια εκφράζεται και σε επίπεδο πολιτικής ηγεσίας (και με τη σύγκρουση της τάσης του συγκεντρωτικού κρατικού παρεμβατισμού με νεοφιλελεύθερες πολιτικές). Χαρακτηριστική είναι η εμμονή του υπουργού οικονομικών Α. Κουντρίν στην τοποθέτηση του σταθεροποιητικού κονδυλίου της Ρωσίας σε χρεόγραφα ΗΠΑ ακόμα και μετά τον πόλεμο, μεσούσης της χρηματοπιστωτικής κρίσης. Αμφιρρέπεια εκδηλώνεται και ως προς τον προσανατολισμό μερίδων του Ρωσικού κεφαλαίου προς την Ασία ή προς Ευρώπη και Αμερική» (Δ. Πατέλης. Η Υπερκαυκασία και ο εν εξελίξει παγκόσμιος ιμπεριαλιστικός πόλεμος. ΟΥΤΟΠΙΑ, τ. 81, Σεπτέμβριος-Οκτώβριος 2008, σ. 157-168).

Έγραφα το 2015: «μετά την αντεπανάσταση και την παλινόρθωση της κεφαλαιοκρατίας, λίγα απέμειναν από τα κεκτημένα του πρώιμου σοσιαλισμού στη σημερινή Ρωσική Ομοσπονδία και στις άλλες χώρες που προέκυψαν από τη διάλυση της ΕΣΣΔ. Η Ρωσική Ομοσπονδία δεν είναι η Ενωσιακή Ρωσική Σοβιετική Ομοσπονδιακή Σοσιαλιστική Δημοκρατία και η «Ευρασιατική Οικονομική Ένωση» (Ρ.Ο., Λευκορωσία, Καζακστάν, Αρμενία) -παρά την περί του αντιθέτου προπαγανδιστική υστερία- δεν συνιστά αναγέννηση της ΕΣΣΔ. Επικεφαλής των ως άνω μορφωμάτων και διαδικασιών βρίσκονται οι δυνάμεις του κεφαλαίου, η νεοπαγής μεν, αλλά αρκούντως εδραιωμένη αστική τάξη.

Από την ίδια της τη θέση και το ρόλο που διαδραματίζει στην κοινωνία, οποιαδήποτε αστική τάξη (ευρωατλαντική, πολυεθνική, κομπραδόρικη, εθνική κλπ.), όπως κάθε κυρίαρχη τάξη, ιδιαίτερα σε συνθήκες δομικής κρίσης και πολέμου, χρησιμοποιεί το λαό κατά βάση εργαλειακά, βάσει του πραγματισμού των αρπακτικών ιδιοτελών της συμφερόντων. Γι’ αυτό η άρχουσα τάξη έχει στη φαρέτρα των πολιτικών της όπλων ποικίλα σενάρια, μέσα και τρόπους επιβολής των ιδιοτελών της συμφερόντων: «έγχρωμες επαναστάσεις», «δικτυακούς πολέμους», «υβριδικούς πολέμους», «πολέμους δι’ αντιπροσώπων» κ.ο.κ.

Χάριν αυτών των συμφερόντων, για την υπονόμευση και εξασθένιση των θέσεων των ανταγωνιστών και “εταίρων” της, για την επίτευξη και διασφάλιση συγκριτικών πλεονεκτημάτων στις επόμενες διαπραγματεύσεις-παζάρια, αυτή η αστική τάξη, μπορεί ανερυθρίαστα, αγνοώντας τον κραυγαλέο εκλεκτικισμό, να σκαρώνει “ιδεολογικά μίγματα” με στοιχεία νεοφιλελευθερισμού, αντικομμουνισμού και νοσταλγίας για την ΕΣΣΔ, πατριωτισμού και αυτοκρατορικού μοναρχισμού, νοσταλγίας για την τσαρική λευκή φρουρά με ολίγον βλασοφισμό,[1] ανάμικτο ακόμα και με στοιχεία κανονικού φασισμού. Όλα αυτά εγγράφονται πλήρως στη «λογική» της αστικής πρακτικής και των ιδεολογημάτων του -κατά Πούτιν- «συντηρητικού πραγματισμού»…  

Έτσι, η αστική τάξη της Ρωσίας, μπορεί κάλλιστα, κατά το δοκούν, να πυροδοτεί, να στηρίζει, να χειραγωγεί, να υπονομεύει και να καταπνίγει λαϊκά κινήματα χάριν των συγκυριακών της σκοπιμοτήτων. Μπορεί να λησμονήσει τάχιστα τις χθεσινές πατριωτικές κραυγές της, τύπου «Δεν εγκαταλείπουμε τους δικούς μας!», προσφεύγοντας σε πρακτικές δύο μέτρων και σταθμών, όπως η κινούμενη στα όρια της σχιζοφρένειας απόρριψη της εκπεφρασμένης με συντριπτική πλειοψηφία σε δημοψήφισμα (παρουσία διεθνών παρατηρητών) ετυμηγορίας του λαού του Ντονμπάς υπέρ του δικαιώματός του για αυτοδιάθεση, σε αντιδιαστολή με τον εναγκαλισμό της αντίστοιχης ετυμηγορίας του λαού της Κριμαίας!…

Μπορεί να προβαίνει σε νομιμοποίηση του καθεστώτος της χούντας του Κιέβου, με την αναγνώριση των αποτελεσμάτων της παρωδίας προεδρικών και κοινοβουλευτικών «εκλογών» βίας και νοθείας σε συνθήκες κανονικού ευρείας κλίμακας τρομοκρατικού πολέμου-εθνοκάθαρσης κατά του ουκρανικού λαού, με τα φασιστικά τάγματα εφόδου να εξαπολύουν πογκρόμ, να καίνε ζωντανούς και να δολοφονούν απροκάλυπτα αντιφρονούντες, παζαρεύοντας τις τιμές της απρόσκοπτης τροφοδοσίας της χούντας με φυσικό αέριο και την ενεργειακή συνεργασία με τους Δυτικούς εταίρους της…

Μπορεί να διαβιβάζει απλόχερα στη χούντα του Κιέβου τεράστιες ποσότητες οπλισμού και πολεμοφοδίων από την Κριμαία, για τον εφοδιασμό της φασιστικής «Αντιτρομοκρατικής Επιχείρισης» του καθεστώτος κατά των «Ρώσων αδελφών» της στο Ντονμπάς, μπορεί να παρέχει άσυλο και να περιθάλπει στο έδαφός της φασίστες που τρέπουν σε φυγή οι εξεγερμένοι αντάρτες του Ντονμπάς, μπορεί να διασφαλίζει την απρόσκοπτη τροφοδοσία της βιομηχανίας τεθωρακισμένων της χούντας  Κιέβου με κινητήρες ρωσικής παραγωγής, να συμβάλλει στην προώθηση τραπεζικών σχημάτων χρηματοδότησης της «Αντιτρομοκρατικής Επιχείρισης» του καθεστώτος, μέσω παραρτημάτων των τραπεζών της κ.ο.κ.

Μπορεί να στέλνει ανθρωπιστική βοήθεια στο Ντονμπάς, αλλά και να καταπνίγει την εξέγερση σέρνοντας (από κοινού με τους Δυτικούς εταίρους της) τους αντάρτες σε εξευτελιστικές διαπραγματεύσεις και συμφωνίες εκεχειρίας, κάθε φορά που αυτοί θριαμβεύουν στα πεδία των μαχών, κατατροπώνουν τον εισβολέα και αποκτούν στρατηγική πρωτοβουλία κινήσεων.

Μπορεί επίσης να χειραγωγεί το στρατόπεδο των εξεγερμένων μέσω της διανομής της (ζωτικά αναγκαίας σε συνθήκες πλήρους αποκλεισμού των εξεγερμένων) ανθρωπιστικής βοήθειας, να προβαίνει σε εκκαθαριστικές κινήσεις κατά “ανυπάκουων” κ.ο.κ. Κάθε αστική τάξη μπορεί να τα κάνει όλα αυτά, και πολλά ακόμα, γιατί το ιδιοτελές της συμφέρον την κάνει αδίστακτη

Ο πόλεμος στην Ουκρανία καταδεικνύει ότι η αστική τάξη της Ρωσίας και το πολιτικό προσωπικό της είναι δέσμιοι παγκόσμιων και εσωτερικών οικονομικών, κοινωνικών, πολεμικών, διοικητικών, ιδεολογικών κλπ αντιφάσεων, η επίλυση των οποίων είναι κατ’ αρχήν ανέφικτη από αστικές θέσεις. Ο πόλεμος αυτός καταδεικνύει με ταχείς ρυθμούς και ανάγλυφα τους ιστορικούς περιορισμούς της αστικής τάξης, την καθιστά επικίνδυνο αναχρονισμό.

Η ίδια η επιβίωση της Ρωσίας και των χωρών που προέκυψαν στο μετασοβιετικό χώρο, η σωτηρία αυτών των λαών και άλλων που δοκιμάζονται από τον ευρωατλαντικό άξονα, είναι ανέφικτη από τις θέσεις του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού. Είναι ανέφικτη από αυτές τις θέσεις η στοιχειώδης επανεκβιομηχάνιση, μια τομή στην επιστήμη και την τεχνολογία, η μετάβαση της οικονομίας σε πολεμική τροχιά.

Ωστόσο, η κυβέρνηση της Ρωσίας, συνεχίζει σήμερα με εμμονή την πολιτική των ευρείας κλίμακας ιδιωτικοποιήσεων σε ό,τι απέμεινε από τον δημόσιο τομέα, ενώ κόπτεται για την «τίμια» τήρηση των αρχών του ΠΟΕ στον οποίο έχει σύρει τη χώρα (δηλ. υπέρ της απρόσκοπτης κυριαρχίας των πλέον επιθετικών κύκλων του παγκόσμιου κεφαλαίου), υπαναχωρεί από τα κεκτημένα επί ΕΣΣΔ συγκριτικά πλεονεκτήματα στην επιστήμη, επιβάλλοντας την καταστροφική για την παιδεία «διαδικασία της Μπολόνια» σε βάθος μεγαλύτερο απ’ ότι αυτή έχει επιβληθεί σε χώρες της ΕΕ, κ.ο.κ… 

Το αναντίστοιχο αυτής της πολιτικής (αλλά και όλων των πολιτικών και ιδεολογικών δυνάμεων που δεν προτάσσουν εναλλακτικές διεξόδους σωτηρίας της χώρας και του λαού) εκδηλώνεται ανάγλυφα στο φόντο του πολέμου στην Ουκρανία» (Πατέλη Δ. Η αντιφασιστική εξέγερση στην Ουκρανία ως επεισόδιο του Γ’ Παγκοσμίου Ιμπεριαλιστικού Πολέμου. ΟΥΤΟΠΙΑ, τ. 111, Μάρτιος-Απρίλιος 2015, σ. 89-104.). Προφανώς κ. Ρούση, με κάτι τέτοια κέρδισα την τυφλή εμπιστοσύνη του κ. Πούτιν…

Ως εκ τούτου, η ως άνω δημόσια αναφορά του κ. Ρούση στο πρόσωπό μου με το χαρακτηρισμό «έμπιστος του Πούτιν, που υπηρετεί ως επίσημος μεταφραστής του τη νυν ιμπεριαλιστική Ρωσία» συνιστά βδελυρή πολιτική πράξη, άθλια, αήθη προβοκάτσια, σπίλωση και συκοφαντική δυσφήμιση.

Βέβαια, ορισμένου επιπέδου και ήθους πολιτικά πρόσωπα και φορείς, αλλά και κύκλοι της κατεστημένης πανεπιστημιακής διανόησης, προσφεύγουν συχνά σε παρόμοιες βορβορώδεις πρακτικές για να «ξοφλήσουν» με διάφορους ενοχλητικούς.

Βλέπετε, είναι εξαιρετικά εύκολο να αφήσει κανείς κάποια υπονοούμενα, να ρίξει λάσπη, να σπιλώσει και να συκοφαντήσει, παρά να αντιπαρατεθεί επιστημονικά ευθέως, ορθολογικά και κατάματα με τον ίδιο τον άνθρωπο και τα όσα αυτός πρεσβεύει.

Ιδιαίτερα όταν έχει υιοθετηθεί από αυτούς τους κύκλους συστηματικά η «συνομωσία της σιωπής» για την σχολή της Λογικής της Ιστορίας, στην οποία αναφέρονται μόνο ψιθυριστά οι φορείς του Δυτικού «ακαδημαϊκού μαρξισμού», για να την απαξιώσουν ως «ανάξιο λόγου μόρφωμα σοβιετικών φιλοσόφων»…

Έτσι εκδηλώνεται η αντιστοίχιση μεταξύ του θεωρητικού και του ηθικού αναστήματος εκπροσώπων αυτών των κύκλων…

Η λαθροχειρία αυτή, γνωστή και ως argumentum ad hominem (λατ.), ουσιαστικά αποτελεί ψευδοεπιχείρημα «ενάντια στο άτομο», και στην πιο αθώα περίπτωση – λογική πλάνη.

Η δειλή φυγομαχία, η αποφυγή της βασάνου της ευθείας δημόσιας αντιπαράθεσης σε κάποιο επιχείρημα, σκεπτικό, επιστημονική ή/και πολιτική θέση, επενδύεται εδώ με άμεση προσβολή προς το πρόσωπο που τα διατυπώνει, σαν αυτό να αποτελούσε έγκυρη βάση για την απόρριψή τους ως δήθεν εσφαλμένων.

Κατ’ αυτό τον τρόπο, συνιστά ταυτοχρόνως γνωσιακό, λογικό και ηθικό παράπτωμα, διόλου τιμητικό για όποιον/-αν προβαίνει σε αυτό, ιδιαίτερα αν πρόκειται για πανεπιστημιακό δάσκαλο.

Αυτό τον τρόπο επέλεξε ο κ. Ρούσης για να σπιλώσει όχι μόνο εμένα προσωπικά, αλλά στο πρόσωπό μου και όσα πρεσβεύω επιστημονικά και κοσμοθεωρητικά και τις συλλογικότητες στις οποίες ανήκω και δραστηριοποιούμαι.

Για να χρησιμοποιήσω μια δάνεια από το Λένιν διατύπωση, παρόμοιες μεθοδεύσεις συνιστούν χυδαία εκπόρνευση της πολιτικής αντιπαράθεσης και τοποθετούν όποιον μετέρχεται αυτών εκτός της επιστημονικής δεοντολογίας, εκτός της κομμουνιστικής και επαναστατικής ηθικής και στάσης ζωής.

Έχει πικρή εμπειρία το κίνημα από παρόμοιες αήθεις πρακτικές. Σε κρίσιμες φάσεις έχουν οδηγηθεί και στο θάνατο άνθρωποι στιγματισμένοι με συκοφαντικές δυσφημίσεις στη βάση νοσηρής πρακτορολογίας.

Το εν λόγω διάβημα του κ. Ρούση συνιστά και Συκοφαντική Δυσφήμιση στην οποία προβαίνει κατά το νόμο: «όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του…» (Ποινικός Κώδικας άρθρα 362-363).

Επιφυλασσόμενος παντός νομίμου δικαιώματός μου, επί του παρόντος περιορίζομαι στην επιστημονική, παιδαγωγική και ηθικοπολιτική διάσταση του εν λόγω διαβήματος του κ. Ρούση.

Έτσι, όσο ο κ. Ρούσης δεν ανακαλεί τα όσα συκοφαντικά διατύπωσε εις βάρος μου και δεν μου ζητά δημόσια συγνώμη για αυτά, διατηρώ και εγώ το δικαίωμα να αναφέρομαι δημόσια (γραπτά, προφορικά και διαδικτυακά) στο πρόσωπό του με το χαρακτηρισμό «κοινός συκοφάντης».

Γνωρίζω τον Γ. Ρούση εδώ και πάνω από τρεις δεκαετίες. Έτυχε στα χρόνια που πέρασαν να έχουμε συμφωνήσει και διαφωνήσει επί πολλών ζητημάτων. Γνωρίζω ότι είναι άνθρωπος ευέξαπτος με πάθος.

Απέφευγα συστηματικά την ένταση στην όποια επικοινωνία μας, ώστε η συζήτηση να μπορεί να επικεντρώνεται στο εκάστοτε επίδικο, με ψυχραιμία, νηφαλιότητα και ορθολογικό τρόπο, πέρα από παρελκυστικές διαπροσωπικές φορτίσεις.

Εδώ είδα ότι ο κ. Ρούσης υπερέβη ορισμένα όρια στοιχειώδους ευπρέπειας, με ένταση την οποία ο ίδιος συνέδεε με το «δίκιο της άποψής του».

Επειδή έχει όρια ο «διάλογος» μεταξύ κωφών, και οι απόψεις αυτές είναι αρκετά διαδεδομένες, είδα αυτή την αντιπαράθεση ως αφορμή για ορισμένες διευκρινίσεις, τόσο επί του περιεχομένου των ιδεών, όσο και επί του προβληματισμού για το τι συνιστά ηθικό και δεοντολογικό πλαίσιο διαλόγου μεταξύ συναδέλφων, συντρόφων και εν γένει μεταξύ πολιτισμένων ανθρώπων.

Ενδεχομένως αυτή η παρέμβαση να αποβεί χρήσιμη, όχι τόσο για μεσήλικες και βάλε… αλλά για τη φοιτητιώσα νεολαία και τον ευρύτερο κύκλο της αριστεράς.

[1] Ο Βλάσοφ Αντρέι Αντρέγιεβιτς (1901-1946), ήταν ένας σοβιετικός στρατηγός που έγινε συνεργάτης των ναζί κατακτητών στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι οποίοι τον έχρισαν Διοικητή του «ρωσικού απελευθερωτικού στρατού» στο πλευρό της Βέρμαχτ.




Πατέλης Δ. Επιστήμη, κομμουνισμός και αντικομμουνισμός

Δ. Πατέλης: Εισήγηση στην περί αντικομμουνισμού Ημερίδα του Συλλόγου «Εμείς που σπουδάσαμε στον Σοσιαλισμό», Αθήνα 28.5.2022.

00:00:00 Εισήγηση. Χονδροειδής και «εκλεπτυσμένος» αντικομμουνισμός.

00:04:12 Η επιστήμη και οι θεμελιώδεις λειτουργίες της.

00:06:43 Το γίγνεσθαι της επαναστατικής θεωρίας, η διαμόρφωση και ανάπτυξή της, η κομβική θέση και ο ρόλος της στην πρωτοπορία της παγκόσμιας επιστήμης, και στα θεμέλια των επιστημών, οι ανακαλύψεις της στην περί κοινωνίας επιστήμη και στην λογική-μεθοδολογία επιστημονικής έρευνας (βλ. και Βαζιούλιν Β.Α. Το γίγνεσθαι της μεθόδου επιστημονικής έρευνας του Κ. Μαρξ https://sep.gr/eshop/titlos/to-gignes… ). Επιστημονική περιγραφή, εξήγηση-ερμηνεία, πρόβλεψη/πρόγνωση και οδηγός για δράση-επαναστατικό μετασχηματισμό, θεμελίωση στρατηγικής & τακτικών μετά λόγου γνώσεως. Συνεισφορά του μαρξισμού στα 3 ερευνητικά αντικείμενα-συστατικά στοιχεία (διαλεκτική-υλιστική αντίληψη της δομής/ανάπτυξης της ιστορίας, πολιτική οικονομία της κεφαλαιοκρατίας, πρόβλεψη/πρόγνωση του κομμουνισμού) αλλά και στη διαλεκτική λογική-μεθοδολογία. Η απαρχή της «συνθετικής επιστήμης του μέλλοντος» (Μαρξ). Επιτακτική ανάγκη ανάπτυξης του μαρξισμού προς διερεύνηση του νέου σταδίου του ιμπεριαλισμού, της διαλεκτικής επανάστασης και αντεπανάστασης, των πρώιμων και ώριμων – ύστερων σοσιαλιστικών επαναστάσεων, της βασικής αντίφασης του σοσιαλισμού (μεταξύ τυπικής και πραγματικής κοινωνικοποίησης), κ.ά. Η δημιουργική ανάπτυξη ως ο μόνος τρόπος ύπαρξης, βιωσιμότητας και επαναστατικής λειτουργίας του μαρξισμού. Αναγκαιότητα οργανικής διασύνδεσης των πεδίων/κατευθύνσεων του επαναστατικού αγώνα: θεωρητικού, πολιτικού και πρακτικού-οικονομικού (Ένγκελς).

00:17:19 Επιστήμη και κεφάλαιο, αστική τάξη και εργαλειοποίηση της επιστήμης. Τυπική υπαγωγή της επιστήμης στο κεφάλαιο (βλ. και Πατέλης Δ. Έρευνα, τεχνολογία και προοπτική ενοποίησης της ανθρωπότητας https://kapsimi.gr/ereyna-tehnologia-…). Ο αντικομμουνισμός ως πάγια ιδεολογική χειραγώγηση που επιχειρεί η αστική τάξη για την υπονόμευση και ακύρωση της ίδιας της δυνατότητας συγκρότησης των ανθρώπων ως συνειδητών επαναστατικών υποκειμένων. Αγνωστικισμός, ανορθολογισμός, μυστικισμός, άρνηση της γνωσιμότητας αλλά και της ίδιας της ύπαρξης της αντικειμενικής πραγματικότητας. Ενδεικτική αναφορά σε εγγενώς αντικομμουνιστικά αστικά ρεύματα στην φιλοσοφία και την φιλοσοφία της επιστήμης (θετικισμός, πραγματισμός, λογικός θετικισμός, Τ. Kuhn, «Εξελικτική Επιστημολογία» του Κ. Popper & ιδεολογήματα περί «ανοικτών» & «κλειστών» κοινωνιών, Μεθοδολογία των Προγραμμάτων Επιστημονικής Έρευνας του I. Lakatos και απόπειρα απόρριψης της προβλεπτικής ισχύος του μαρξισμού, ο «Μεθοδολογικός Αναρχισμός» του P. Feyerabend – προάγγελος της μεταμοντέρνας διάλυσης της ορθολογικής μεθοδολογίας.

00:32:10 Η νιτσεϊκών καταβολών ναζιστική αναγωγή της επιστήμης σε ανορθολογικό πεδίο κυριαρχίας, δικτατορίας, ισχύος, κατίσχυσης και απόφασης (Κ. Σμιτ. & ύστερος Π. Κονδύλης). Υποκατάσταση επιστημονικής έρευνας-διαλόγου από διοικητικές αποφάσεις οργάνων και καταστολή. Ο «μεταμνοτνέρνος» ανορθολογισμός: από την αλτουσεριανή «ιστορία χωρίς υποκείμενο», στη φουκοϊκή «μικροφυσική της εξουσίας», «βιοπολιτική» και μεταμοντέρνα αναγωγή γνώσης και επιστήμης σε «αφηγήματα»-«κοινωνικές-συμβολικές κατασκευές» κατά το δοκούν.

00:34:26 Απαντήσεις σε ερωτήσεις – διάλογος. Εγχειρήματα αποσύνδεσης του φασισμού από την κεφαλαιοκρατία σε πανεπιστήμια. Ορισμός, χαρακτηριστικά και λειτουργίες φασισμού. Ιστορικές εκδοχές και σύγχρονες μορφές εκφασισμού της κοινωνίας. Φασισμός στην εξωτερική πολιτική, ρατσισμός, πόλεμος, ανποικιοκρατική/νεοαποικιοκρατική εκμετάλλευση. Ευρωατλαντισμός, πόλεμος και εγκαθίδρυση φασιστικών καθεστώτων-οργάνων του επιτιθέμενου άξονα ΗΠΑ-ΝΑΤΟ-ΕΕ στον εν εξελίξει Γ’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

00:39:22 Επιστημονική προβλεπτική ικανότητα του μαρξισμού βάσει της διάγνωσης της νομοτέλειας. Αιτιότητα, αιτιοκρατία, νόμος, νομοτέλεια, επιστήμη και επαναστατική δράση. Διαλεκτική της ιστορικής ανάπτυξης και εξελικτισμός του αναθεωρητισμού και των αστών. Διαλεκτική νομοτέλεια και λαπλασιανή μεταφυσική.

00:41:50 Για τους όρους παραγωγής σύγχρονης επαναστατικής θεωρίας. Αλλαγές στη σύνθεση της σύγχρονης μισθωτής εργασίας, ενδυνάμωση της θέσης και του ρόλου της μισθωτής διανόησης στην παραγωγή/κοινωνία, απαλλαγή από την αναγκαιότητα «εισαγωγής» θεωρίας στην εργατική τάξη από «προδότες της αστικής τάξης». Εκπαίδευση και φορείς της εργατικής τάξης ως θεσμικά πεδία ανάπτυξης της έρευνας. Χειραγώγηση και υποταγή της πανεπιστημιακής κ.λπ. διανόησης στην αστική τάξη. Όροι για την απρόσκοπτη παραγωγή επαναστατικής θεωρίας και πολιτικά κόμματα. Η αναγωγή της θεωρίας σε ιδεολογία/προπαγάνδα, σε σπουδή για το «τι απαντάμε στον αντίπαλο» και σε εκ των υστέρων επιστημονικοφανή δικαιολόγηση προειλημμένων αποφάσεων ως καταστροφή της επαναστατικής θεωρίας και μεθοδολογίας. Η σχέση των κλασικών προς το κόμμα ως μέσο της επαναστατικής πάλης, όχι ως αυτοσκοπό. Επιστήμη δεν παράγεται από υποταγμένους και υποτακτικούς.

Υ.Γ. Τα προτεινόμενα στην εισήγηση βιβλία έχουν εκδοθεί με βάση παραίτηση των συγγραφέων και των μεταφραστών από τα πνευματικά δικαιώματα, ώστε να μειωθεί στο ελάχιστο το κόστος παραγωγής και να είναι προσπελάσιμα στο ευρύτερο δυνατό αγοραστικό κοινό ως προς την τιμή αγοράς. Επομένως, η προβολή τους είναι αφιλοκερδής/ανιδιοτελής, άρα, καθ’ όλα θεμιτή και αναγκαία για επιστημονικούς, παιδαγωγικούς και ιδεολογικοπολιτικούς λόγους. Πρόκειται για τα έργα: Βαζιούλιν Β.Α. Το γίγνεσθαι της μεθόδου επιστημονικής έρευνας του Κ. Μαρξ. Λογική πτυχή. Σύγχρονη Εποχή. https://sep.gr/eshop/titlos/to-gignesthai-tis-methodoy-epistimonikis-ereynas-toy-k-marx-logiki-ptychi/ Βαζιούλιν Β.Α. Η λογική της ιστορίας. Ζητήματα θεωρίας και μεθοδολογίας. ΚΨΜ https://kapsimi.gr/i-logiki-tis-istorias Πατέλης Δ. Έρευνα, τεχνολογία και προοπτική ενοποίησης της ανθρωπότητας. ΚΨΜ https://kapsimi.gr/ereyna-tehnologia-kai-prooptiki-enopoiisis-tis-anthropotitas




Ρεαλισμός του ιμπεριαλισμού και της αστικής γεωπολιτικής ή της επανάστασης; 21.3.2001 Ελλ. τμήμα «Λογική της Ιστορίας»

Η διολίσθηση της ευρωπαϊκής αριστερής διανόησης και φορέων της σε έμμεση ή άμεση υιοθέτηση ιδεολογημάτων/δογμάτων του ιμπεριαλισμού είναι μια μακροχρόνια διαδικασία, η οποία συνδέεται οργανικά με εκφυλιστικά φαινόμενα: 1. γραφειοκρατικοποίησης και ενσωμάτωσης στο καθεστώς του κεφαλαίου, νομοτελούς σε συνθήκες μακροχρόνιας «ειρηνικής περιόδου» νόμιμης προσαρμογής σε συστήματα αστικού κοινοβουλευτισμού & 2. Παραίτησης από το καθοριστικής σημασίας επιστημονικό πεδίο της ταξικής πάλης, από την συστηματική δημιουργική/κριτική αφομοίωση, διακρίβωση, επικαιροποίηση, ανάπτυξη και εφαρμογή της επαναστατικής διαλεκτικής θεωρίας και μεθοδολογίας. Έτσι το κενό αναπληρώνεται σταδιακά με την υιοθέτηση αστικών ιδεολογημάτων/δογμάτων, συχνά πασπαλισμένων με περισσή … «επαναστατική φρασεολογία» και όρκους πίστης στην «κομμουνιστική», «αντικαπιταλιστική», «ταξική» κ.λπ. καθαρότητα.

Το φαινόμενο της κλιμάκωσης του εν εξελίξει Γ’ Ιμπεριαλιστικού πολέμου, εκ των πραγμάτων αναδεικνύει το τι πραγματικά πρεσβεύουν ποικίλες δυνάμεις, πέρα από φραστικούς αυτοπροσδιορισμούς και ετεροπροσδιορισμούς, αφηρημένες αντικαπιταλιστικές δηλώσεις, χειραγωγήσεις και αυταπάτες.

Εδώ ένα εξαιρετικά επίκαιρο κείμενο, γραμμένο προ δύο δεκαετιών, που αναδεικνύει αντίστοιχες τότε θέσεις, όπου  στηλιτεύεται η  ετοιμότητα κάποιων για υιοθέτηση της αστικής γεωπολιτικής σεναριολογίας, με αποτέλεσμα το ταξικό περιεχόμενο του πολέμου εκ των πραγμάτων να διαφεύγει της προσοχής και τα μόνα υποκείμενα που προβάλλουν είναι τα όποια κρατικά μορφώματα, συνασπισμοί κρατών και έθνη, βουλητικές πράξεις ηγεσιών, «εισβολές» κ.λπ.  «Έτσι η ταξική ουσία, η αντιφατικότητα και η νομοτέλεια του συστήματος, προβάλλει στην επιφάνεια με αντεστραμμένη μορφή,  που δεν συγκαλύπτει απλώς την ουσία, αλλά θέτει τα εκάστοτε τετελεσμένα και προαποφασισμένα της στρατηγικής του ιμπεριαλισμού ως μονόδρομο. Επαναστατική θεωρία του σήμερα δεν σημαίνει: απομόνωση του εθνικού παράγοντα + γεωπολιτική + αφηρημένος αντικαπιταλισμός…».     

Ρεαλισμός του ιμπεριαλισμού και της αστικής γεωπολιτικής ή της επανάστασης;

(έχει δημοσιευθεί στις εφημερίδες: «Πριν», «Αριστερά» και «Νέα Προοπτική» 21.3.2001)

            Είναι γεγονός ότι στη συγκυρία που διαμορφώνεται, οι ποικίλοι φορείς του ιμπεριαλισμού δεν χαρακτηρίζονται από απλό ρεαλισμό, αλλά διακηρύσσουν με απροκάλυπτο κυνισμό, πιστοί στο πνεύμα του «διαίρει και βασίλευε», την ανάγκη παμβαλκανικής λύσης με προσυμφωνημένη επαναχάραξη συνόρων από τις μεγάλες δυνάμεις, στα πρότυπα του Συνεδρίου του Βερολίνου του 1878. Κάθε άλλο παρά τυχαίο είναι το γεγονός ότι αυτές οι αλλεπάλληλες αιμοσταγείς επαναχαράξεις προορίζονται για τα κατάλοιπα της τέως  Σοσιαλιστικής Ομοσπονδίας της Γιουγκοσλαβίας, αλλά και της τέως ΕΣΣΔ.

            Όπως πολύ ορθά επισημαίνει ο Γ. Δελαστίκ «μόνο η πολύ σοβαρή ιδεολογική, πολιτική και οργανωτική προετοιμασία της [ριζοσπαστικής αριστεράς] για τις εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες που θα προκύψουν από την επαναχάραξη των συνόρων δημιουργεί ελπίδες πάλης για την αποτροπή περιθωριοποίησής της από τις εξελίξεις»(ΠΡΙΝ, 18/3/2001).

 Η ανάγκη αυτής της προετοιμασίας δεν προέκυψε σήμερα. Αναδείχθηκε από τα τέλη της δεκαετίας του 80 – αρχές της δεκαετίας του 90 με τη δρομολόγηση απροκάλυπτων διαδικασιών κεφαλαιοκρατικής παλινόρθωσης και αντεπανάστασης στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης  και στην ΕΣΣΔ.

Η συγκυρία που διαμορφώνεται με την κλιμάκωση της αστικής αντεπανάστασης, εγείρει ιστορικά πρωτοφανή φαινόμενα, που αναδεικνύουν τις θεωρητικές ανεπάρκειες της αριστεράς – κατά πολύ βαθύτερες από τις όποιες ανεπάρκειες στην «ιδεολογική, πολιτική και οργανωτική προετοιμασία». Κάθε  απόπειρα ενασχόλησης με το εθνικό ζήτημα, η οποία δεν λαμβάνει υπ’ όψιν τα παραπάνω, είτε ακόμα χειρότερα, αγνοεί τα κεκτημένα της μαρξιστικής θεωρίας για το εθνικό ζήτημα επί ιμπεριαλισμού, είναι καταδικασμένη να καταλήξει σε στρεβλώσεις και εσφαλμένες εντυπώσεις. Πως ανταποκρίνεται λοιπόν σ’ αυτές τις ανάγκες ο Γ. Δελαστίκ;

Κατ’ αρχήν, στο κείμενό του επιχειρείται η εξέταση των τεκταινομένων στην ΠΓΔΜ σαν να είναι τοπικό φαινόμενο. Στην επιδίωξή του να διαφωτίσει τους αδαείς για την συγκυρία, ο Δελαστίκ μας καλεί διδακτικά «να ξεκαθαρίσουμε ότι τα περί «αλβανών τρομοκρατών», «εξτρεμιστών» ή «εισαγόμενων ανταρτών του UCK από το Κόσοβο είναι πολιτικές ανοησίες». Ο ίδιος, ως φορέας ρεαλιστικού αντικειμενισμού, υπεράνω ιδεολογικών και αξιολογικών κρίσεων (στο πνεύμα ενός θετικισμού), μας καλεί να αναγνωρίσουμε ότι «είτε μας αρέσει είτε όχι, εδώ έχουμε να κάνουμε με εθνικοαπελευθερωτικό ένοπλο αγώνα των Αλβανών της ΠΓΔΜ, οι οποίοι επιδιώκουν την αυτονόμηση της περιοχής τους και την τελική ένωσή της με την Αλβανία, κατά το πρότυπο π.χ. της Ελλάδας στα τέλη του 19ου  και στις αρχές του 20ου αιώνα…». Κατά συνέπεια η όποια θεώρηση του εν λόγω εθνικο – απελευθερωτικού αγώνα από τη σκοπιά της κοινωνικής χειραφέτησης (του επιθυμητού), κατά τον Δελαστίκ, συνιστά μάλλον υποκειμενισμό, είναι θέμα αρέσκειας ή απαρέσκειας, γούστου και ευσεβών πόθων«Φυσικά και δεν μας αρέσει το γεγονός ότι σε αυτόν τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα ηγούνται εθνικιστικά στοιχεία, συνεργάτες του ΝΑΤΟ και των Αμερικανών ή λαθρέμποροι όπλων και ναρκωτικών, αλλά αυτό δεν αλλάζει τον εθνικοαπελευθερωτικό του χαρακτήρα…». Ο ίδιος αφήνει τη φαντασία του να σκιαγραφήσει το «πρόγραμμα μάξιμουμ» αυτού του επιθυμητού: «ένα αριστερό αλβανικό εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα, το οποίο να συνδύαζε την εθνική με την κοινωνική απελευθέρωση των Αλβανών της ΠΓΔΜ… Ακόμη καλύτερα ένα ενιαίο αντικαπιταλιστικό κίνημα των Αλβανών και των Σλαβομακεδόνων που θα οδηγούσε στην ανάληψη της εξουσίας στα Σκόπια…». Ας αφήσουμε κατά μέρους την εμβέλεια αυτού του οράματος εθνικής και κοινωνικής χειραφέτησης στα ευρύχωρα πλαίσια ενός τεχνητού κράτους, που όπως λέει ο ίδιος, ήταν απ’ την αρχή «εντελώς αυθαίρετο»… Ακόμα και αυτή την… τολμηρή και ριζοσπαστική ονειροπόληση, ο Δελαστίκ σπεύδει να την συγκαταλέξει σε «αυτά και διάφορα τέτοια» που μπορούμε μεν «να τα έχουμε ως θέσεις, να τα προβάλλουμε, να παλεύουμε γι’ αυτά» (για να μη ξεχνάμε και τα εικονίσματα…), πλην όμως θα πρέπει να έχουμε επίγνωση της «υπαρκτής πραγματικότητας». Δηλαδή: από εδώ τα οράματά μας και από εκεί η ρεαλπολιτίκ μας…

Τι συνιστά όμως για τους κομμουνιστές επαναστάτες εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα; Μπορεί άραγε οποιοδήποτε εγχείρημα εθνικής αυτοδιάθεσης να συνιστά αυταξία; Είναι άραγε το δικαίωμα (οποιωνδήποτε λαών, εθνών, ομάδων και μειονοτήτων) για αυτοδιάθεση απόλυτη εξωιστορική αρχή, υπεράνω κομμουνιστικής στρατηγικής; Τι επιπτώσεις θα είχε η έγερση παρόμοιων αιτημάτων στις απανταχού πραγματικές και φανταστικές μειονότητες; Μήπως αυτές οι θέσεις αποβαίνουν άκρως ευνοϊκές για τα ιδεολογήματα των μεταμοντέρνων «ανθρωπιστικών επεμβάσεων»; Κατά πόσο είναι μαρξιστική η υιοθέτηση παρόμοιων θέσεων;

Το εθνικό ζήτημα, η συσχέτισή του με την πάλη των τάξεων και την προοπτική επαναστατικού μετασχηματισμού της ανθρωπότητας, απαιτούν ξεχωριστή συστηματική εξέταση. Στα πλαίσια αυτού του επίκαιρου σημειώματος θα περιοριστούμε σε μερικές επισημάνσεις. 

Αυθεντικό εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα μπορεί να είναι μόνο ο αγώνας λαών για εθνική ανεξαρτησία, οικονομική αυτοτέλεια, πνευματική απελευθέρωση και κοινωνική πρόοδο που αποτελεί συνιστώσα της παγκόσμιας επαναστατικής διαδικασίας. Το κίνημα αυτό είναι εντελώς διαφορετικού χαρακτήρα στις εκάστοτε ιστορικές συγκυρίες. Προέκυψε αρχικά κατά την περίοδο διαμόρφωσης  της κεφαλαιοκρατίας, με επικεφαλής τις εκκολαπτόμενες αστικές τάξεις και σε εθνικιστική βάση για τη συγκρότηση αστικών εθνικών κρατών. Με τη μετάβαση της κεφαλαιοκρατίας στο ιμπεριαλιστικό της στάδιο η αρένα του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα μετατοπίζεται στις αποικίες, στις ημιαποικίες και στα εξαρτημένα εδάφη. Με τη νίκη της Οκτωβριανής Σοσιαλιστικής Επανάστασης(της μεγαλύτερης επανάστασης της ιστορίας), διανοίχτηκαν εντελώς διαφορετικές δυνατότητες για τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα, τόσο με την προοπτική της κοινωνικής χειραφέτησης, της πολιτισμικής άνθησης και της προσέγγισης μεταξύ εθνών, λαών και εθνοτήτων σε πολυεθνικά κρατικά μορφώματα, όσο και με την ηθική και υλική αρωγή που παρείχαν οι νικηφόρες επαναστάσεις στον αγώνα τέτοιων κινημάτων.

 Η βαθμιαία υποχώρηση της επανάστασης και η επικράτηση της αστικής αντεπανάστασης που δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί, περιπλέκει σήμερα με πρωτόγνωρο τρόπο το εθνικό ζήτημα με το κοινωνικό – ταξικό. Η αλλαγή καθεστώτος είχε και έχει πολύ συχνά και τη μορφή «εθνικοαπελευθερωτικών» κινημάτων, με αντίστοιχες αιματηρές διεθνικές συγκρούσεις, αποσχίσεις, αλλαγή – επαναχάραξη συνόρων, εθνοκαθάρσεις και εμφυλίους πολέμους (βλ. Δημοκρατίες της Βαλτικής, Ναγκόρνο – Καραμπάχ, Υπερδνειστερία, Τσετσενία, Τατζικιστάν, Γεωργία – Οσετία και Αμπχαζία, επανένωση Γερμανιών, διάλυση Τσεχοσλοβακίας, παρατεταμένη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, κ.α.). Σε αυτές τις χώρες  η κεφαλαιοκρατική αντεπανάσταση (η μεγαλύτερη αντεπανάσταση της ιστορίας), αξιοποίησε τις όποιες εθνικές διαφορές και προκαταλήψεις ως όχημα αναρρίχησης στην εξουσία, οξύνοντάς τες στο έπακρο, διότι αυτό ήταν μονόδρομος στην κατεύθυνση της διάλυσης, πρωτίστως, του ενιαίου κοινωνικό – οικονομικού ιστού, που αποτελούσε τη βάση της σχεδιοποιημένης οικονομίας αυτών των χωρών.  Στην πλειονότητά τους αυτά τα εθνικά κινήματα είχαν εγγενές αστικό ταξικό περιεχόμενο, ήταν κινήματα δημιουργίας των όρων για την παλινόρθωση της κεφαλαιοκρατίας, μέσω της υποδούλωσης στο παγκόσμιο κεφάλαιο δια των «εθνικών» τους αγορών. Βεβαίως, όλα αυτά παραμένουν terra inkognita για όσους πέρασαν από τη φετιχιστική λατρεία της ΕΣΣΔ, στη δαιμονολογική μετά βδελυγμίας απόρριψή της, ως «ανύπαρκτου σοσιαλισμού», και τώρα αδυνατούν και απαξιούν να κατανοήσουν τη διαλεκτική, τις διαφορές και τις συνιστώσες επανάστασης και αντεπανάστασης, φερόμενοι και αγόμενοι από τα εκάστοτε κυρίαρχα ιδεολογήματα.   Όπως διαπίστωνε ο Β.Ι. Λένιν οποιαδήποτε αναφορά σε εθνικά αισθήματα, «σαν να πρόκειται περί  αυτοτελούς παράγοντα, σημαίνει μόνο συγκάλυψη της ουσίας της υπόθεσης»(άπαντα τ. 1, σ. 154-155). Τέτοιες τοποθετήσεις μας φέρνουν πίσω, στις εθνικιστικού περιεχομένου θέσεις του αυστρομαρξισμού περί «πολιτισμικής – εθνικής αυτονομίας», που εξετάζουν το έθνος ως πολιτισμικού ιδεολογικού χαρακτήρα μόρφωμα. Το επαναστατικό κίνημα έχει πληρώσει πολύ ακριβά πολιτικές που προτάσσουν το εθνικό στοιχείο έναντι του ταξικού.

 Συνεπώς είναι άκρως αντιεπιστημονικός, ανεδαφικός  και πολιτικά επικίνδυνος ο κατ’ αναλογίαν παραλληλισμός του νυν εθνικιστικού αλβανικού κινήματος στην ΠΓΔΜ με τα κινήματα διαμόρφωσης εθνικών αστικών κρατών στα τέλη του 19ου αιώνα, όπως επιχειρεί ο Γ. Δελαστίκ. Επιπλέον τα «αντιαισθητικά» συμπαρομαρτούντα της ηγεσίας αυτού του «αγώνα» (εθνικισμός, πράκτορες του ΝΑΤΟ και των Αμερικανών, σωματέμποροι, λαθρέμποροι όπλων και ναρκωτικών κλπ.), δεν συνιστούν επουσιώδη στοιχεία δευτερεύουσας ή αμελητέας σημασίας, αλλά, λόγω ακριβώς της προαναφερθείσας συγκυρίας, – όπως έδειξε η εμπειρία Γιουγκοσλαβίας και τέως ΕΣΣΔ –  αποτελούν αναπόδραστα τα εγγενή και ουσιώδη γνωρίσματα όλων των ψευδο-εθνικοαπελευθερωτικών «κινημάτων» που αποτελούν μορφή της αστικής αντεπανάστασης, υπό την ηγεσία συγχωνευμένων δομών εγκληματικής παραοικονομίας και διεφθαρμένης διοίκησης . Τυχόν μαζικός χαρακτήρας τέτοιων «κινημάτων», αφ’ ενός απομένει να διακριβωθεί, αφ’ εταίρου δεν αναιρεί τον αντεπαναστατικό – αντιδραστικό χαρακτήρα τους.

 Γνωρίζουμε από την ιστορία περιπτώσεις κινημάτων καταπιεσμένων εθνών, εθνοτήτων και μειονοτήτων εναντίων κυρίαρχων εθνών. Γνωρίζουμε και περιπτώσεις τεχνηέντως πυροδοτούμενων και υποδαυλιζόμενων συρράξεων αλληλοεξόντωσης εξαθλιωμένων λαών στα πλαίσια του «διαίρει και βασίλευε». Χρειάζεται όντως μεγάλη δύναμη της φαντασίας για να ισχυριστεί κανείς ότι η εν λόγω σύρραξη οφείλεται στο γεγονός ότι «οι Σλαβομακεδόνες…αποδείχτηκαν ανίκανοι…», όταν το στοιχείο που οι τελευταίοι σίγουρα διαθέτουν από κοινού με τους Αλβανούς στην ΠΓΔΜ είναι η ένδεια και η εξαθλίωση. Παρόμοιες θέσεις συνάδουν με τα χειραγωγικά ιδεολογήματα του ιμπεριαλισμού, που υπογραμμίζουν την δήθεν ανικανότητα των λαών να ζουν μαζί ειρηνικά, για να επιβάλουν την στρατιωτική – κατοχική παρουσία τους ως ειρηνοποιοί… 

Είναι γεγονός ότι οι εξελίξεις αυτές προοιωνίζονται ευρύτερης κλίμακας πολεμική διένεξη με απρόβλεπτες επιπτώσεις. Ο πόλεμος δεν συνιστά προϊόν κάποιας ανορθολογικής και ενστικτώδους βίαι­ης τάσης της ανθρώπινης φύσης. Είναι ιστορι­κό φαινόμενο που συνδέεται με την ιδιωτική ι­διοκτησία και τους ταξικούς ανταγωνισμούς, με τη χρήση ένοπλης βίας για τη διασφάλιση και εδραίωση της οικονομικής και πολιτικής κυ­ριαρχίας των εκμεταλλευτών ή για την χειραφέτηση από αυτά. Ιδιαίτερα στο ιμπεριαλιστικό στάδιο της κεφαλαιοκρατίας, οι πόλεμοι λει­τουργούν ως μέσο εδραίωσης και αναδιαμόρ­φωσης συσχετισμών δυνάμεων σε εθνικό και διεθνές επί­πεδο, ως μέσο διανομής και ανα­διανομής του κόσμου (αγορών, πρώτων υλών, σφαιρών επιρροής) και αναπαραγωγής του πα­ρασιτισμού των πολυεθνικών μονοπωλίων και των ανεπτυγμένων κεφαλαιοκρατικών χωρών εις βάρος των λιγότερο ανεπτυγμένων. Είναι λοιπόν ακραία μορφή επαναπροσδιορισμού των όρων των ενδότερων ταξικών αντιφάσεων του συστήματος, και γι’ αυτό εγείρουν συχνά στο προσκήνιο της ιστορίας με ανάγλυφο τρόπο τη διαπάλη επανάστασης και αντεπανάστασης. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι όλες οι μεγάλες επαναστάσεις της νεότερης ιστορίας συνδέονται με πολέμους.

 Στο επίπεδο της αστικής γεωπολιτικής σεναριολογίας, το ταξικό περιεχόμενο του πολέμου εκ των πραγμάτων διαφεύγει της προσοχής και τα μόνα υποκείμενα που προβάλλουν είναι τα όποια κρατικά μορφώματα, συνασπισμοί κρατών και έθνη.  Έτσι η ταξική ουσία, η αντιφατικότητα και η νομοτέλεια του συστήματος, προβάλλει στην επιφάνεια με αντεστραμμένη μορφή,  που δεν συγκαλύπτει απλώς την ουσία, αλλά θέτει τα εκάστοτε τετελεσμένα και προαποφασισμένα της στρατηγικής του ιμπεριαλισμού ως μονόδρομο. Επαναστατική θεωρία του σήμερα δεν σημαίνει: απομόνωση του εθνικού παράγοντα + γεωπολιτική + αφηρημένος αντικαπιταλισμός…   

Βεβαίως αρθρογράφοι του ΠΡΙΝ μας έχουν συνηθίσει κατά καιρούς σε τοποθετήσεις και προβλέψεις τέτοιου τύπου. Αρκεί να υπενθυμίσουμε τη «διεθνιστική» αλληλεγγύη στους σφαγιαζόμενους χρόνια τώρα από τον «εισβολέα (στην ίδια του τη χώρα!)ρώσικο ιμπεριαλισμό»Τσετσένους αγωνιστές (μαζί με τον Ανδριανόπουλο, τις ΗΠΑ, τους ταλιμπάν και την ΟΑΚΚΕ, άλλωστε και αυτοί εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα έχουν, όπως και οι Βιετκόνγκ, οι Σαντινίστας οι Ζαπατίστας, οι Κούρδοι της Τουρκίας κ.ά.), την παρουσίαση της σφαγής των υπερασπιστών του ανωτάτου Σοβιέτ το 1993 ως σκυλοκαβγά Γιέλτσιν – Ρουτσκόι (με το περίφημο: «ούτε Γιέλτσιν ούτε και Ρουτσκόι…»), αλλά και την παρουσίαση – τις παραμονές των νατοϊκών βομβαρδισμών στη Γιουγκοσλαβία – των Αλβανών εθνικιστών του Κοσόβου ως εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος, άξιου προς μίμηση και αλλαχού για την πρόοδο…

Όταν ξανάρχεται ο πόλεμος στην πόρτα μας, το σημαντικότερο ζητούμενο δεν είναι η καταγγελία και η αποτροπή «κάθε κίνησης αποστολής ελληνικού στρατού στην ΠΓΔΜ», και η αποφυγή στροφής τμήματος του λαού  «υπέρ μιας ανάμειξης των Αμερικανών και του ΝΑΤΟ»(πόσο μάλλον που και τα δύο είναι εν πολλοίς γεγονός),- χωρίς να υποτιμούμε τη σημασία τέτοιων κινήσεων. Δεν είναι ούτε και η εξασφάλιση της εύνοιας του λαού υπέρ της μίας (ψευδο-εθνικοαπελευθερωτικής) εκ των αντιμαχομένων πλευρών-ενεργούμενων σε αυτό το σφαγείο, που εκλιπαρούν την ανάμειξη του ιμπεριαλισμού. Το μείζων ζητούμενο είναι, σε αντιδιαστολή με τα εθνικά – γεωπολιτικά ιδεολογήματα, να προετοιμάζουμε ολοένα το έδαφος για πόλεμο ταξικό – διεθνιστικό εναντίον του ιμπεριαλισμού και του κεφαλαίου.

Η όποια εμμονή στα ιδεολογήματα που προαναφέραμε λειτουργεί απολογητικά και παρελκυστικά, παρέχοντας εκ των πραγμάτων «αριστερό» άλλοθι στα εγκλήματα του ιμπεριαλισμού. Όσο και αν αυτό δεν αρέσει σε ορισμένους νηφάλιους ρεαλιστές, είναι αντιδραστική ουτοπία οποιαδήποτε αναζήτηση λύσεων σ’ αυτόν τον κόμβο αντιφάσεων, πέρα και έξω από την προοπτική ενοποίησης της ανθρωπότητας σε περιφερειακή και σε παγκόσμια κλίμακα, πέρα και έξω από την προοπτική του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού.

21/3/2001

Εκ μέρους του ελληνικού τμήματος της διεθνούς ερευνητικής ομάδας «Λογική της Ιστορίας»

Δημήτρης Πατέλης,

Περικλής Παυλίδης,

Μανώλης Δαφέρμος,

Παναγιώτα Ματέρη,

Τριαντάφυλλος Μεϊμάρης.




Βίκτορ Βαζιούλιν: ο εμπνευσμένος μεγαλοφυής σοβιετικός επαναστάτης ερευνητής και παιδαγωγός.

 

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

Ο μεγαλοφυής σοβιετικός φιλόσοφος Βίκτωρ Αλεξέγιεβιτς Βαζιούλιν (30.08.1932 – 08.01.2012), προώθησε με το έργο του την ανάπτυξη της μαρξιστικής επιστήμης σε ένα νέο επίπεδο. Μέσα από τη θεωρητική διερεύνηση των διαδικασιών ανάπτυξης της σοβιετικής κοινωνίας και της ανθρωπότητας, παράλληλα με την κριτική επανεξέταση του μαρξισμού και της κλασσικής σοβιετικής φιλοσοφίας και επιστήμης των δεκαετιών 1950-1960, ο Βαζιούλιν δημιούργησε μια πρωτότυπη κατεύθυνση στην Επαναστατική Θεωρία, τη Διαλεκτική Λογική και την Μεθοδολογία της επιστήμης.

Οι βασικές επιστημονικές ανακαλύψεις του Β.Α. Βαζιούλιν είναι εξής:

1. Η αποκάλυψη/ανάδειξη της λογικής του θεωρητικού μέρους του «Κεφαλαίου» του Κ. Μαρξ μέσω της συστηματικής κατηγοριακής εξέτασης του πολιτικοοικονομικού περιεχομένου, σε παράλληλη συγκριτική αντιπαραβολή/κριτική ανάλυση των ορθολογικών κεκτημένων και των περιορισμών της «Επιστήμης της λογικής» του Χέγκελ. Αυτό του επέτρεψε να εκπονήσει την μεθοδολογία της ανεπτυγμένης επιστημονικής έρευνας, της ανεπτυγμένης επιστήμης ως οργανικού όλου. Στο πλαίσιο αυτής της λογικής και μεθοδολογίας αποκαλύπτεται «σε καθαρή μορφή» η μέθοδος της ανάβασης από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο στην ενότητά της με αυτήν της ανάβασης από το αισθητηριακό συγκεκριμένο στο αφηρημένο, ο λογικός τρόπος προσέγγισης στην ενότητά του με τον ιστορικό, ο λόγος ως βαθμίδα του νοείν στην ενότητά του με την διάνοια.

2. Η συγκεκριμένη-ιστορική προσέγγιση του μαρξισμού, ως επιστημονικού συστήματος, αναπτυσσόμενου μέσω της εμφάνισης και επίλυσης νομοτελών αντιφάσεων. Ενός συστήματος, εσωτερικά ενιαίων στη διαφορά τους, συστατικών στοιχείων, καθένα εκ των οποίων αφορά την έρευνα συγκεκριμένου γνωστικού αντικειμένου (της ανάπτυξης της κοινωνίας ως ολότητας, της πολιτικής οικονομίας της κεφαλαιοκρατίας και της μελλοντικής κομμουνιστικής κοινωνίας) βρίσκεται σε ορισμένο επίπεδο του γίγνεσθαι και της ανάπτυξής του. Η λογική και μεθοδολογική εξέταση της ιστορίας του μαρξισμού (από τη σκοπιά της μεθοδολογίας της πολιτικής οικονομίας της κεφαλαιοκρατίας – του πλέον αναπτυγμένου συστατικού στοιχείου) επέτρεψε στον Β.Α. Βαζιούλιν, πρώτον: να ανακαλύψει τις νομοτέλειες και αντιφάσεις (αναγκαίες πλάνες κ.τ.λ.) του γίγνεσθαι της επιστημονικής έρευνας, δηλ. της κίνησης της νόησης από την επιφάνεια προς την ουσία του αντικειμένου, και δεύτερον: να επικεντρώσει τις ερευνητικές του προσπάθειες στο γνωστικό αντικείμενο, η διερεύνηση του οποίου διανοίγει τις βέλτιστες για την εποχή δυνατότητες και προοπτικές ανάπτυξης του μαρξισμού.

Οι προαναφερθείσες ανακαλύψεις είναι εσωτερικά συνδεδεμένες με την προσέγγιση της επιστημονικής νόησης ως φυσικοϊστορικής διαδικασίας η οποία διέπεται από νομοτέλειες.

3. Η δημιουργική ανάπτυξη της μεθόδου επιστημονικής έρευνας του Κ. Μαρξ στην διερεύνηση της ανάπτυξης της κοινωνίας ως ολότητας οδήγησε τον Β.Α. Βαζιούλιν στην ανακάλυψη της Λογικής της Ιστορίας: της εσωτερικής συστηματικής αλληλοσύνδεση των νόμων και των κατηγοριών της κοινωνικής θεωρίας, η οποία συνιστά νοητική ανασύσταση της ανάπτυξης της δομής της (ώριμης) κοινωνίας, και της ιστορίας της (θεωρητική περιοδολόγιση της ιστορίας της ανθρωπότητας, των νομοτελειών της αρχής, της πρωταρχικής εμφάνισης, της διαμόρφωσης και της ωριμότητάς της) υπό το πρίσμα της κλιμάκωσης της αλληλεπίδρασης φυσικών και κοινωνικών παραγόντων.

Οι επιστημονικές ανακαλύψεις του Β.Α. Βαζιούλιν στην Επαναστατική Θεωρία και Μεθοδολογία και ιδιαίτερα αυτή της Λογικής της Ιστορίας, δημιούργησαν την δυνατότητα συγκρότησης πιο θεμελιωμένης, αξιόπιστης γνώσης και πρόβλεψης των νομοτελειών ανάπτυξης της επιστήμης, απ’ ότι στον κλασσικό μαρξισμό. Συγχρόνως άνοιξαν το δρόμο για την επικείμενη δημιουργική ανάπτυξη (όχι αναθεώρηση) του μαρξισμού μέσω της διαλεκτικής «άρσης» του ιστορικού υλισμού και της προσέγγισης της ιστορίας μέσω σταδίων (σχηματισμών).

Η προγνωστική και ευρετική ισχύς της θεωρίας και μεθοδολογίας του Β.Α. Βαζιούλιν έχει επανειλημμένως δοκιμασθεί ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1970.

   Η θεωρητική προσέγγιση της Λογικής της Ιστορίας σε θεμελιώδη ζητήματα της κοινωνικής ανάπτυξης (των «πρώιμων» σοσιαλιστικών επαναστάσεων, της νομοτελούς συσχέτισης εκτατικής και εντατικής ανάπτυξης  παραγωγικών δυνάμεων στον σοσιαλισμό, της τυπικής και πραγματικής κοινωνικοποίησης της παραγωγής, της συσχέτισης μεταξύ σχεδιοτέλειας και επιστημονικής σχεδιοποίησης, μεταξύ μετασχηματιζόμενων/υπηγμένων στο σοσιαλιστικό μετασχηματισμό εμπορευματικών & χρηματικών σχέσεων και σχεδίου  κ.λπ.) δίνει το κλειδί για την κατανόηση των αντικειμενικών αιτιών μιας σειράς κομβικής ιστορικής σημασίας κοινωνικών φαινομένων, διανοίγοντας ένα ολόκληρο φάσμα νέων ερευνητικών κατευθύνσεων.

Αυτό αφορά, π.χ. και το ζήτημα των νομοτελών αιτίων επικράτησης της αστικής αντεπανάστασης και της κεφαλαιοκρατικής παλινόρθωσης στις ευρωπαϊκές χώρες του πρώιμου σοσιαλισμού (σε αντιδιαστολή με την επικρατούσα αναγωγή αυτών των αιτίων κατ’ εξοχήν ή/και αποκλειστικά σε υποκειμενικούς παράγοντες), το ζήτημα του αναπόφευκτου της Σοσιαλιστικής Επανάστασης και της επίτευξης της Ενοποιημένης Ανθρωπότητας, του Κομμουνισμού, ως μοναδικής επιστημονικά θεμελιωμένης προοπτικής επιβίωσης της ανθρωπότητας & αποσόβησης της αύξουσας πιθανότητας εμπόλεμων και “ειρηνικών” τρόπων σήψης και ολοσχερούς καταστροφής της ανθρωπότητας κ.ά.

Η θεωρία του Β.Α. Βαζιούλιν εμφανίστηκε σε μια ορισμένη ιστορική και γνωστική συγκυρία ως «επιστημονική προσπάθεια επαναστατικοποίησης της επιστήμης» και θεωρητικής εξέτασης των βαθύτερων νομοτελειών, αναγκών και προοπτικών της ανθρωπότητας. Η σύγχρονη εποχή υπαγορεύει την αναγκαιότητα περαιτέρω και κατά τα φαινόμενα θεμελιωδέστερης αποκάλυψης του γνωστικού, μεθοδολογικού, ευρετικού και κοσμοθεωρητικού δυναμικού αυτής της θεωρίας.

Επαναστάτης ερευνητής και παιδαγωγός…

Πρέπει να σημειώσουμε ότι το ερευνητικό και παιδαγωγικό έργο του Β.Α. Βαζιούλιν υπήρξε εσωτερικά συνυφασμένο με την στάση ζωής του. Η δραστηριότητα προς όφελος της κοινωνίας, ο αγώνας για ανάπτυξη της ανθρωπότητας, η προσήλωση σε ένα σκοπό, η εργασία με αυταπάρνηση για τη βέλτιστη πραγματοποίηση των στόχων που απορρέουν από αυτήν την στάση ζωής, η οξεία και βαθιά κατανόηση των προβλημάτων, η διάθεση με οποιονδήποτε τρόπο να βοηθήσει στην αυτοανακάλυψη και ανάπτυξη του δημιουργικού δυναμικού των ανθρώπων, αποτελούν χαρακτηριστικά της προσωπικότητας του επαναστάτη επιστήμονα και δασκάλου Β.Α. Βαζιούλιν, που εκδηλώθηκαν στην επικοινωνία του με τους ανθρώπους και ιδιαίτερα στην φιλοσοφική επικοινωνία του με τους μαθητές του.

Είναι δύσκολο να είσαι επαναστάτης στην επιστήμη σε συνθήκες αντεπίθεσης και υπονόμευσής της εκ μέρους διαφορετικών δυνάμεων, ομάδων και μικροαστικών αντιλήψεων. Ακόμα δυσκολότερο υπό αυτές τις συνθήκες είναι να συνειδητοποιήσει κανείς την ζωτική σημασία της ανάπτυξης της κοινωνικής θεωρίας και σε αντίθεση με το ρεύμα σκόπιμα να αφιερώνει τις προσπάθειές του σ’ αυτή την κατεύθυνση.

Ο Βίκτωρ Αλεξέγιεβιτς Βαζιούλιν είναι ο εμπνευστής και ο επιστημονικός καθοδηγητής της διεθνούς σχολής «η Λογική της Ιστορίας».

Το έργο του ενέπνευσε και την ίδρυση και λειτουργία Ομίλων Επαναστατικής Θεωρίας, τους οποίους ο ίδιος θεωρούσε εγχείρημα εξαιρετικής θεωρητικής και πρακτικής σημασίας για την ανάπτυξη επαναστατικού κινήματος αντίστοιχου της εποχής.

Ο Β. Α. Βαζιούλιν ανέφερε χαρακτηριστικά: «Θέλω να πω στα μέλη των ομίλων ότι οι όμιλοί σας έχουν ιδιαίτερη σημασία, καθώς συνιστούν προπομπούς, προάγγελους για την αφετηρία ενός νέου σταδίου του κινήματος για το σοσιαλισμό. Εδώ γίνεται λόγος περί του γεγονότος ότι στην εποχή μας διαμορφώνονται οι προϋποθέσεις για τη μετάβαση στο στάδιο του ύστερου σοσιαλισμού…

Για να μπορέσει αυτή η μετάβαση να πραγματοποιηθεί, είναι απαραίτητη η επεξεργασία της θεωρίας. Το θέμα έγκειται στο γεγονός ότι όσο πιο πολύ προωθείται μια κοινωνία καθ’ οδόν προς το σοσιαλισμό, όσο πιο πολύ η κοινωνία προωθείται προς τον κομμουνισμό, όλο και μεγαλύτερος γίνεται ο ρόλος του συνειδητού παράγοντα. Όλο και πιο πολύ αναβαθμίζεται ο ρόλος της συνείδησης.

Αν οι κεφαλαιοκρατικές επαναστάσεις και οι ριζικοί μετασχηματισμοί οι οποίοι προϋπήρξαν του καπιταλισμού, οι μεταβάσεις στη φεουδαρχία, οι μεταβάσεις από την αταξική κοινωνία στις ταξικές κοινωνίες, αν αυτές διεξάγονταν αυθόρμητα, η μετάβαση στην αταξική κοινωνία, κατ’ αρχήν, σε μεγαλύτερο βαθμό οφείλει να διεξάγεται συνειδητά. Και για να διεξάγεται αυτή η διαδικασία συνειδητά, ή ακριβέστερα αρκούντως συνειδητά, είναι απαραίτητη η θεωρία, η διάδοση αυτής της θεωρίας, είναι απαραίτητη η πεποίθηση, είναι απαραίτητο να πεισθούν ευρέα τμήματα του πληθυσμού.

Φυσικά, σήμερα βρισκόμαστε στις απαρχές αυτού του δρόμου. Επίκεινται πολλά ακόμη, τόσο σε θεωρητικό επίπεδο όσο πολύ περισσότερο σε πρακτικό επίπεδο. Πλην όμως, σήμερα ήδη υπάρχει η προοπτική αυτού του κινήματος. Ωστόσο, δεδομένου ότι βρισκόμαστε σε μια μεταβατική περίοδο, αυτή η προοπτική είναι περίπλοκο να μελετηθεί. Πολλώ μάλλον δε, είναι δύσκολο να φτάσει μέχρι τη συνείδηση ορισμένων στρωμάτων του πληθυσμού τα οποία δεν είναι θεωρητικά προετοιμασμένα. Αυτό είναι ακόμα πιο περίπλοκο.

Βλέπω, λοιπόν, τη δράση των ομίλων σας ως βήμα προς αυτή την κατεύθυνση, ως ένα βήμα καθ’ οδόν προς τη θεωρητική και πρακτική προετοιμασία. Φυσικά, αυτά είναι προφανώς τα πρώτα βήματα ενός κινήματος προς αυτό το νέο στάδιο ανάπτυξης του δρόμου προς το σοσιαλισμό.

Για να προετοιμαστούμε, για να καταρτιστούμε θεωρητικά προς αυτό το στάδιο, οφείλουμε να αντιληφθούμε ότι το προγενέστερο επίπεδο ανάπτυξης του μαρξισμού, εκείνα τα επιτεύγματα τα οποία υπήρξαν στα έργα των Μαρξ, Ένγκελς και Λένιν είναι σημαντικά, είναι απαραίτητα, δεν έχουν αξιοποιηθεί πλήρως ακόμα, πλην όμως είναι απαραίτητη μια θεωρία νέου επιπέδου, η οποία θα αντιστοιχεί στη σύγχρονη εποχή.

Θα μπορούσα να πω για παράδειγμα ότι στον Μαρξ δεν είχαμε την έννοια του πρώιμου και ύστερου σοσιαλισμού, δεν υπήρχε τέτοιου είδους διαφοροποίηση, υπήρχε η διαφοροποίηση πρώιμων και ύστερων αστικών επαναστάσεων στο έργο του, αλλά διάκριση μεταξύ πρώιμων και ύστερων σοσιαλιστικών επαναστάσεων δεν υπήρχε.

Στο «Κεφάλαιο» π.χ. αναφέρεται στην εκμηχανισμένη παραγωγή, την παραγωγή με μηχανές, και περιγράφει την πλήρως προαυτοματοποιημένη παραγωγή. Πλην, όμως, δεν βλέπει και δεν μπορεί να διακρίνει εκείνη την εποχή, λόγω αντικειμενικών όρων, πόσο παρατεταμένο θα είναι αυτό το στάδιο, πόσο παρατεταμένη θα είναι όλη αυτή η διαδικασία, μέχρι η προαυτοματοποιημένη παραγωγή να γίνει πλήρως αυτοματοποιημένη παραγωγή. Γι’ αυτό λοιπόν, στο βαθμό που υπήρχαν αυτοματισμοί, υπήρχαν σε εμβρυώδη μορφή στην εποχή του Μαρξ. Δεν μπορούσε να διακρίνει τη μετάβαση από την εκμηχανισμένη στην αυτοματοποιημένη παραγωγή. Δεν μπορούσε να διακρίνει δυο διαφορετικά στάδια, τα οποία έχουν ουσιώδη σημασία για την περιοδολόγηση της κίνησης αυτής προς τον σοσιαλισμό. Στην εποχή μας μπορούμε πλέον να το πράξουμε αυτό.

Μπορώ να αναφερθώ σ’ ένα παράδειγμα, δεν θα το αναλύσω ολόπλευρα, δεν θα αναλύσω εκείνες τις διαφορές οι οποίες ήταν απαραίτητο να προσδιοριστούν, να αναδειχθούν, τις διαφορές λοιπόν του τωρινού θεωρητικού επιπέδου από εκείνο το θεωρητικό επίπεδο το οποίο ήταν χαρακτηριστικό για την εποχή του Μαρξ και του Ένγκελς, για το δικό τους έργο. Θα σας παραθέσω μόνο ένα επιπλέον παράδειγμα. Τώρα, στην εποχή μας, έχουμε μερικά χαρακτηριστικά φαινόμενα.

Την εποχή του Μαρξ, του Ένγκελς και του Λένιν δεν είχαμε την κατάσταση εκείνη, στην οποία η ανθρωπότητα είχε τη δυνατότητα της αυτοκαταστροφής, της αυτοκτονίας της. Τι σημαίνει η δυνατότητα αυτοκτονίας της ανθρωπότητας; Σημαίνει ότι η ανθρωπότητα απέκτησε τη δυνατότητα σε αρνητικό επίπεδο, αρνητικά, αποφατικά, να διαχειρίζεται συνολικά όλους τους επίγειους όρους της ύπαρξής της. Μόνο που αυτό εκδηλώνεται σε αρνητικό πλάνο· από την άποψη της δυνατότητας αυτοκαταστροφής της ανθρωπότητας, καταστροφής της ζωής πάνω στον πλανήτη, στη Γη. Πλην όμως, έστω και σε αρνητική μορφή, η ανθρωπότητα έχει πλέον τη δυνατότητα –φαίνεται αυτό– της μετάβασης στην κυριαρχία επί των όρων της ύπαρξής της. Αν και μέχρι τη θετική κατοχή αυτών των δυνατοτήτων έχουμε να διανύσουμε πολύ δρόμο ακόμα.

Απαιτείται πολύ έργο, πολύ σκληρή εργασία, θα περάσει πολύς χρόνος, πλην όμως η ανθρωπότητα δεν αρχίζει μόνο να έχει την κυριαρχία επί των αντικειμενικών όρων της ύπαρξής της, αλλά περνά και σε μια εντελώς διαφορετική εποχή, περνάει σε μια διαστημική εποχή θα λέγαμε. Από την επίγεια ύπαρξή της η ανθρωπότητα μεταβαίνει στη διαστημική εποχή. Αυτό στην εποχή των Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν δεν ήταν και δεν μπορούσε να είναι έτσι. Ήταν αδύνατον οι Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν να επισύρουν την προσοχή τους σε αυτό το γεγονός. Πλην όμως, αυτά τα γνωρίσματα της μετάβασης της ανθρωπότητας στη διαστημική της εποχή, όπως δείχνουν –κατά τη γνώμη μου– οι ήδη διαθέσιμες έρευνες, έχουν αρχίσει να εκδηλώνονται σε μια σειρά θεμελιωδών θεωρητικών αντιλήψεων περί του ανθρώπου, περί της κοινωνίας, περί των νόμων της φύσης, περί των νόμων της βιολογίας.

Με λίγα λόγια, ανακύπτουν οι προϋποθέσεις για μια ριζικά νέα θεώρηση όλου του κόσμου για τη μετάβαση σε ένα κατ’ αρχήν νέο θεωρητικό υπόδειγμα («παράδειγμα»)… επιτρέψτε μου να διαβιβάσω στους παρόντες, σε εσάς προσωπικά και σε όλους τους απόντες, ότι οι όμιλοί σας είναι ένα εντελώς νέο φαινόμενο. Και ελπίζω ότι αυτό το φαινόμενο δεν θα εξασθενήσει, αλλά τουναντίον θα ενισχύεται και θα αναπτύσσεται, διότι έχει πολύ μεγάλη σημασία. Και επειδή ασχολούμαι με τη Λογική της Ιστορίας, έχει μεγάλη σημασία από κοσμοϊστορικής απόψεως». (Βαζιούλιν Β.Α. Περί των πρώιμων και ύστερων σοσιαλιστικών επαναστάσεων και περί του υποκειμένου τους. Για τη σημασία των Ομίλων Επαναστατικής Θεωρίας. Στο βιβλίο: Η Οκτωβριανή Επανάσταση και ο πρώιμος σοσιαλισμός στη Λογική της Ιστορίας. Ζητήματα επαναστατικής θεωρίας, μεθοδολογίας και πρακτικής. ΚΨΜ, 2017, σ. 91-111)




Διαδικτυακή παρουσίαση του βιβλίου των Δ. Πατέλη, Γ. Κακαρίνου: «Από τη Σοβιετική Ψυχολογία στη Λογική της Ιστορίας». 

Οι εκδόσεις «ΤΟΠΟΣ» και ο ΟΜΙΛΟΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ σας καλούν στην διαδικτυακή παρουσίαση του βιβλίου των

Δ. Πατέλη, Γ. Κακαρίνου: «Από τη Σοβιετική Ψυχολογία στη Λογική της Ιστορίας». 

Κυριακή 28.11.2021, ώρα 18:00.
Για το βιβλίο θα μιλήσουν οι:
Κώστας Καβουλάκος, καθηγητής Φιλοσοφίας, του Τμήματος Φιλοσοφίας και Παιδαγωγικής του Α.Π.Θ.
Μανώλης Δαφέρμος, καθηγητής Επιστημολογίας της Ψυχολογίας, του Τμήματος Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης.
Γιώργος Λεχουρίτης, Μ.Δ.Ε. Σχολής Ψυχολογίας Πανεπιστημίου Πετρούπολης (Λένινγκραντ).
Τριαντάφυλλος Μεϊμάρης, Μ.Δ.Ε. Φιλοσοφικής Σχολής Πανεπιστημίου Λομονόσοφ Μόσχας
Και οι συγγραφείς.

Συντονίζει η ψυχολόγος Κωνσταντίνα Παπαλεξοπούλου.

Θα ακολουθήσει συζήτηση.
Zoom meeting.
Topic: Παρουσίαση βιβλίου των Δ. Πατέλη, Γ. Κακαρίνου: «Από τη Σοβιετική Ψυχολογία στη Λογική της Ιστορίας». Κυριακή 28.11.2021, ώρα 18:00.
Time: Nov 28, 2021 18:00 Athens

Join Zoom Meeting
https://tuc-gr.zoom.us/j/92722013468?pwd=bXdOQTRucHAwcVZMR0FHTmJCK1paQT09 

Meeting ID: 927 2201 3468
Password: 265586

ΑΠΟ ΤΗ ΣΟΒΙΕΤΙΚΗ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ ΣΤΗ ΛΟΓΙΚΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Κωδικός Βιβλίου στον Εύδοξο: 86194856

Έκδοση: 1η ΈΚΔΟΣΗ/2019
Συγγραφείς: ΠΑΤΕΛΗΣ Δ., ΚΑΚΑΡΙΝΟΣ Γ.
ISBN: 978-960-499-291-1
Τύπος: Σύγγραμμα
Διαθέτης (Εκδότης): ΜΟΤΙΒΟ ΕΚΔΟΤΙΚΗ Α.Ε.

Πίνακας Περιεχομένων
Ενδεικτικό Απόσπασμα



Παρουσίαση (μέσω τηλεδιάσκεψης) του βιβλίου του Δημήτρη Πατέλη «ΕΡΕΥΝΑ, ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ ΕΝΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑΣ. Η ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΗ ΚΑΙ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ ΣΤΗ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΤΗΣ ΑΛΛΗΛΕΠΙΔΡΑΣΗΣ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑΣ ΜΕ ΤΗ ΦΥΣΗ»

Παρουσίαση (μέσω τηλεδιάσκεψης) του βιβλίου του Δημήτρη Πατέλη «ΕΡΕΥΝΑ, ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ ΕΝΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑΣ. Η ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΗ ΚΑΙ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ ΣΤΗ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΤΗΣ ΑΛΛΗΛΕΠΙΔΡΑΣΗΣ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑΣ ΜΕ ΤΗ ΦΥΣΗ», εκδόσεις ΚΨΜ. Κυριακή 28 Μαρτίου 2021, ώρα 18:00. Σύνδεσμος τηλεδιάσκεψης: Zoom Meeting https://tuc-gr.zoom.us/j/89488036142?pwd=M0tNY1BOcURkM1FabFZ4elRQTkFNdz09 

Για το βιβλίο θα μιλήσουν οι:

Βασίλης Λεμπέσης, Καθηγητής Θεωρητικής Φυσικής, Τμήμα Φυσικής, Πανεπιστήμιο King Saud Ριάντ, Σαουδικής Αραβίας,

Εμμανουήλ ΣαριδάκηςΚοσμολόγοςΑστροφυσικός, Κύριος Ερευνητής Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών, Καθηγητής Θεωρητικής Φυσικής Baylor University ΗΠΑ,

Βασίλης Ζουμπουρλής, Μοριακός Βιολόγος και Γενετιστής, Διευθυντής Ερευνών στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, πρόεδρος του Συλλόγου εργαζομένων του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, μέλος του Επιστημονικού Συλλόγου «Εμείς που σπουδάσαμε στο Σοσιαλισμό»,

Μανώλης Δαφέρμος, Αν. Καθηγητής Επιστημολογίας της Ψυχολογίας, Πανεπιστήμιο Κρήτης, μέλος του Επιστημονικού Συλλόγου «Εμείς που σπουδάσαμε στο Σοσιαλισμό»,

Τριαντάφυλλος Μεϊμάρης, ΜΔΕ Φιλοσοφίας Πανεπιστημίου Λομονόσοφ Μόσχας, Υπάλληλος Υπουργείου Παιδείας, μέλος του Επιστημονικού Συλλόγου «Εμείς που σπουδάσαμε στο Σοσιαλισμό» και 

ο συγγραφέαςΑν. Καθηγητής Φιλοσοφίας Πολυτεχνείου Κρήτης, μέλος του Γ.Σ. του  Επιστημονικού Συλλόγου «Εμείς που σπουδάσαμε στο Σοσιαλισμό».

Θα ακολουθήσει συζήτηση.

Το βιβλίο αυτό είναι μια πρωτότυπη συνθετική έρευνα. Στόχος του: η ανάδειξη της λογικής της ιστορίας της ερευνητικής και τεχνολογικής δραστηριότητας, εντός της ανάπτυξης της κοινωνίας ως ολότητας∙ η αποκάλυψη των νομοτελειών-τάσεων αυτής της δραστηριότητας στην αντιφατική κλιμάκωση του κοινωνικά και τεχνολογικά διαμεσολαβημένου εξωσωματικού μεταβολισμού-μετασχηματισμού της φύσης. Η εκπόνηση, ανάπτυξη και εφαρμογή καθολικού χαρακτήρα μέσων και τρόπων επενέργειας στη φύση και στην κοινωνία δρομολογεί τεράστιας κλίμακας καταστροφικές-αποδομητικές και δημιουργικές-εποικοδομητικές τάσεις. Η υπαγωγή σε ιδιοτελείς σκοπιμότητες, αντίθετες στη λογική της έρευνας και των πραγματικών αναγκών, οδηγεί στις πρώτες. Οι δεύτερες ωριμάζουν με την καθολικοποίησηδημιουργική επαναστατικοποίηση των ιδεατών και υλικών όρων αυτού του μετασχηματισμού, γεγονός που συνδέει επιτακτικά τον αγώνα για την επιστημονική αλήθεια με την προοπτική ενοποίησης της ανθρωπότητας.

Περιεχόμενα

Εισαγωγή

Την εκδήλωση διοργανώνουν ο Όμιλος Επαναστατικής Θεωρίας και ο εκδοτικός οίκος Κ.Ψ.Μ.