Πάνος Τζαβέλλας: Το ατσάλι και το βελούδο της μουσικής και του στίχου

Του Α. Μάρκου

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Ο Ανδρέας Μάρκου είναι μουσικός, τραγουδοποιός, συνθέτης και μουσικολόγος. Γεννήθηκε στην Κορυτσά της Αλβανίας το 1995. Ξεκίνησε να μαθαίνει μουσική από μικρή ηλικία στην Αθήνα και αργότερα διακρίθηκε στα θεωρητικά της μουσικής και το πιάνο. Συνεχίζει τις μουσικές του σπουδές στην Κορυτσά και ως νέος πιανίστας, κέρδισε τρεις διακρίσεις σε διαγωνισμούς του οργανισμού European Piano Teachers Association (EPTA) από το 2007 έως το 2009. Από το 2014 σπουδάζει στο Τμήμα Μουσικών Σπουδών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, στην κατεύθυνση της Μουσικολογίας. Παράλληλα, ως χορωδός συμμετέχει σε δύο χορωδίες (Solartissimo Vocal Ensemble, Coro Antico). Συνθέτει μουσική πάνω από πέντε χρόνια και οι πρώτες του μουσικές δουλειές είχαν επικεντρωθεί στην μελοποίηση και στην τραγουδοποιία. Η πρώτη του ολοκληρωμένη μουσική δουλειά είναι ο δίσκος με τίτλο «Χρονικό της Μετανάστευσης», που κυκλοφόρησε το 2017. 

 

Το παρόν κείμενο είναι η εισήγησή του στην παρουσίαση του βιβλίου της Νατάσας Παπαδοπούλου Τζαβέλλα: «Πάνος Τζαβέλλας από ατσάλι και βελούδο», Πέμπτη 22 Ιανουάριου 2026 στην αίθουσα του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός». Γλωσσική επιμέλεια: Κ. Αντωνοπούλου.

«Γεννήθηκα στη Κοζάνη. Με τη μουσική, ασχολήθηκα από πολύ μικρός. Ήρθαν όμως, ξένοι, φασίστες – κατακτητές, και πάτησαν τη γη μας. Η γενιά μου, υποχρεώθηκε να αφήσει το βιβλίο και τη κιθάρα, και να αδράξει το όπλο και το τηλεβόα. Έπρεπε να απελευθερώσουμε τη πατρίδα, να χτίσουμε μια καινούργια ζωή». 

Με αυτά τα λόγια, ο Πάνος Τζαβέλλας συστήθηκε σε εμάς τους νεότερους αλλά παράλληλα μας σκιαγράφησε μια εποχή. Την εποχή της Κατοχής, της Εθνικής Αντίστασης, του Εμφυλίου. Πηγαίος δημιουργός, που τα βιώματα του τα έκανε τραγούδι, αυθεντικός αγωνιστής, που αντιπαρατέθηκε με τον φασισμό, την κρατική καταστολή, τις φυλακές και τις εξορίες, που ήρθε αντιμέτωπος πολλές φορές και με τον θάνατο και υπερίσχυσε. Και πάνω απ’ όλα, ένας άνθρωπος που δεν ξεπούλησε το ταλέντο του ούτε τις περιπέτειες και τους αγώνες της ζωής του για μια καρέκλα… για μια θέση εξουσίας.

Ανεξαρτήτως ιδεολογίας και του πού βρίσκεται κάποιος φιλικά προσκείμενος είτε καλλιτεχνικά  είτε πολιτικά, δεν είναι τυχαίο που πάνω από μισό αιώνα που έχουν γραφτεί τα τραγούδια του Τζαβέλλα αλλά και η ίδια η παρουσία του, όσο έζησε και δημιούργησε, ελκύουν την νιότη, με την αντισυμβατικότητα και τη γνήσια επαναστατικότητα τους, μακριά από το οτιδήποτε έχει να κάνει με τον κομφορμισμό.

Παρακάτω, θα προσπαθήσουμε να δούμε μέσα από το πνευματικό, καλλιτεχνικό και πάνω απ’ όλα ανθρώπινο πρίσμα, τις ιδιότητες του Πάνου Τζαβέλλα ως τραγουδοποιού, συνθέτη, ποιητή αλλά και ως ανθρώπου που κατέγραψε και διέσωσε, ακόμα και σε σκληρές και δύσκολες πραγματικά εποχές, το τραγούδι και γενικότερα τη τραγουδοποιία της Εθνικής Αντίστασης. Αυτές οι ιδιότητές του ως πνευματικού ανθρώπου δεν αναιρούν η μία την άλλη, τουναντίον μάλιστα, διαμορφώνουν ολοκληρωμένα προσωπικότητα του. Η φωτιά και συγχρόνως το ψύχος της ζωής που έζησε έδωσαν τη δύναμη και τη σκληρότητα σαν ατσάλι του ήχου, των τραγουδιών και των στίχων του ενώ η αγάπη για τη ζωή, ο έρωτας κράτησαν ακλόνητη σχεδόν την ευαισθησία του για το οτιδήποτε στο κόσμο δεν είχε φωνή. Κι εδώ ακριβώς στέκεται το ύψιστο της σύνθεσης των αντιθέσεων και ειδικά όταν έχουμε να κάνουμε με έναν άνθρωπο σαν τον Πάνο Τζαβέλλα: Το να παραμένεις αλύγιστος, να μην παραδίνεσαι αλλά συγχρόνως να μην γίνεσαι και το αγρίμι που επιδιώκουν να σε καταντήσουν, ούτως ώστε ύστερα, να σε κάνουν του χεριού τους και να σε σβήσουν.

Είτε ως άνθρωπος είτε ως καλλιτέχνης ο Τζαβέλλας είχε την αντίληψη, ως πραγματική στάση ζωής κι όχι ως «κοινωνικό θεατρινισμό» τη ρήση «Σκέψου παγκόσμια, δράσε τοπικά», σαν τον πυρήνα ενός γνήσιου πατριωτισμού και διεθνισμού και όχι μιας στείρας κοσμοπολίτικης φανφάρας δίχως ουσία, περιεχόμενο και πράξη. Χαρακτηριστικά έλεγε ο ίδιος:

«Είμαι Έλληνας, δηλαδή παγκόσμιος. Πάνω απ’ όλα όμως, είμαι ένας βασανισμένος, ένας πονεμένος άνθρωπος, που σέρνω μέσα μου το δάκρυ, το αίμα, το σπαραγμό ενός προδομένου λαού. Μπροστά μου έχω τις πάναγνες μορφές των αγωνιστών που έπεσαν, για να χαρούν όλοι οι άνθρωποι την ομορφιά της ζωής. Γι’ αυτούς τραγουδώ, μ’ αυτούς είμαι πάντα συντροφιά, αυτοί μ’ εμπνέουν, αυτοί μου δίνουν δύναμη να συνεχίσω τον αγώνα τους, με το τραγούδι και τη κιθάρα, για έναν κόσμο πιο ανθρώπινο».

Ως συνθέτης και τραγουδοποιός, ασχολήθηκε με πολλά είδη και ύφη μουσικής. Αλλά το σημαντικότερο όλων, είναι πως στις δημιουργίες του είτε επρόκειτο για ένα τραγούδι, ακόμα και από τα σπουδαία λαϊκά του είτε επρόκειτο για κάποιον ολοκληρωμένο κύκλο τραγουδιών ή έργο, ξεκινώντας ειδικά από τα μέσα της δεκαετίας του ’70, ο Πάνος Τζαβέλλας δεν δίστασε σε όλα τα επίπεδα να δοκιμάσει, ακόμα και να  «πειραματιστεί» με τους ήχους, με τα ηχοχρώματα των μουσικών επιρροών που τον καθόρισαν σαν άνθρωπο και δημιουργό. Αλλά αυτό δεν σημαίνει πως ο Πάνος Τζαβέλλας έκανε απλώς μια «ανάμειξη ειδών», προσφέροντας έτσι μια… «άνοστη» fusion αλλά δημιούργησε μια δική του μοναδική ταυτότητα, που τον έκανε να «ξεχωρίσει» από τον θόρυβο της δικής του εποχής αλλά και της σημερινής. Σημαντικό είναι εδώ να αναφερθεί πως παρότι τον κατατάσσουν στους «αυτοδίδακτους μουσικούς», οι σπουδές του στη Σοβιετική Ένωση στη Σύνθεση, τον εξέλιξαν και του έδωσαν τα κατάλληλα εφόδια στο να εξελιχθεί σε έναν ολοκληρωμένο άνθρωπο της Μουσικής.

Ο Τζαβέλλας, εν ολίγοις, δεν ήταν μόνο η χαρακτηριστική φωνή των Τραγουδιών της ΕθνικήςΑντίστασης, της συλλογικής μας μνήμης. Ήταν και τα δικά του όμορφα τραγούδια και οιδημιουργίες,πουέμπαινανσεδιάφοραμουσικάμονοπάτια:

Από τη δημοτική μουσική και τα ρεμπέτικα (που ειδικά στο ρεμπέτικο τραγούδι είχε τεράστια αδυναμία κι αγάπη) κι από τη ροκ, την φόλκ, τον μεγάλο συμφωνικό ήχο μέχρι και το λαϊκό τραγούδι.

Λέει λοιπόν ο Τζαβέλλας :

«Εγώ όμως νιώθω ένας λαϊκός καλλιτέχνης, που έχω ανατραφεί, με τις μελωδίες που άκουγα στα πανηγύρια από λαϊκές κομπανίες, με τις ψαλμωδίες της εκκλησίας, τα ρεμπέτικα, τα ποντιακά τραγούδια και τα δημοτικά. Οι ρίζες της μουσικής μου βρίσκονται ακριβώς εδώ».

Συνεχίζοντας όλο και πιο πολύ προς το βάθος της ουσίας, για το τι είναι πραγματικά ένας συνθέτης και τι είναι το τραγούδι:

«Ο συνθέτης, λοιπόν, πρέπει να κρίνεται με βάση την ποιότητα του έργου του κι όχι με τις πολιτικές του πεποιθήσεις. Γι’ αυτό, βλέπουμε δεξιούς συνθέτες – καλλιτέχνες γενικά – να είναι με το έργο τους προοδευτικοί, ενώ να συμβαίνει το αντίθετο με προοδευτικούς καλλιτέχνες, όταν το έργο τους είναι ευτελές. Γίνονται αντιδραστικοί. Αλίμονο στον καλλιτέχνη που δεν είναι και δεν βλέπει έναν αιώνα μπροστά απ’ το κόμμα του, δεν το κριτικάρει και δεν είναι έτοιμος να το συντρίψει – κι ας συντριβεί ταυτόχρονα κι η καρδιά του – όταν δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις των καιρών. Ο καλλιτέχνης δεν υπηρετεί το κόμμα. Υπηρετεί τον άνθρωπο.

Είμαι τραγουδοποιός από εσωτερική επιθυμία και θέλω να επικοινωνώ με τους ανθρώπους μέσα από τα τραγούδια μου. Κι όταν έχω κάτι καινούργιο να τους πω».

«Μα τι είναι, τι πρέπει να είναι το τραγούδι; Σπαραγμός ψυχής. Παιχνίδι με ήχους και ρυθμούς, ποίηση και αρμονία, αισθητική χαρά και απόλαυση, ταξίδι στο όνειρο, ομορφιά κι αλήθεια. Το αποτέλεσμα είναι ανάλογο με το ταλέντο του δημιουργού , η δεκτικότητα του από τους ανθρώπους, έχει σχέση με την παιδεία τους και την πνευματική τους καλλιέργεια. Μα πριν απ’ όλα, χρειάζεται ζεστή καρδιά κι ευαισθησία για το χαρείς. Είναι από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα του ανθρώπινου πνεύματος και η πιο τέλεια, ίσως, φόρμα. Γιατί μέσα σε τρία το πολύ λεπτά, πρέπει να το ολοκληρώσεις σαν έργο και να πεις καλλιτεχνικά αυτό που θέλεις».

Ας δούμε τώρα και τον λόγο. Τον στίχο. Την ποίηση που έγραψε ορμώμενος από τα βιώματα, τα βάσανα, τις δυσκολίες, τα ζόρια αλλά και το μεγάλο, το ωραίο, το συγκλονιστικό της ζωής. Η πάλη για καλύτερη ζωή, η μουσική, τα λουλούδια, η ποίηση… η αγάπη.

Τα ποιήματα και οι στίχοι στα τραγούδια του Πάνου Τζαβέλλα είναι αιχμή και χάδι. Αιχμή σκληρή για τις αδικίες, την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, τον πόνο, τη δυστυχία, τον πόλεμο και τις φρικαλεότητες του… τα θύματα… τους νεκρούς. Χάδι για τις ομορφιές της ζωής, για τα όνειρα, τις ελπίδες αλλά και την ιδέα και το όραμα της άλλης ζωής και κοινωνίας, για τον έρωτα, την φύση που τόσο αγάπησε και που τόσο στερήθηκε στα δύσκολα χρόνια των φυλακίσεων και των βασανιστηρίων.

Έχουν οι λέξεις που χρησιμοποιεί σημάδι σωστό. «Μαχαιριά» οι στίχοι του στο «Έντιμε Άνθρωπε Κυρ Παντελή»:

“ Ξέρεις πως δώσανε, κυρ Παντελή, άλλοι τα νιάτα τους και τη ζωή

να γίνει τ’ όνειρο φέτα ψωμί να φας κι εσύ, κυρ Παντελή;

Κι εσύ τι έδωσες, κυρ Παντελή; Πες μας τι έκανες σ’ αυτή τη γη. Πες μας τι άφησες κληρονομιά που να εμπνέει τη νέα γενιά.

Έντιμε άνθρωπε, κυρ Παντελή, έντρομε, άβουλε, συ φασουλή, βρώμισες τ’ όνειρο και την ψυχή, άδειο πετσί χωρίς πνοή.

Έντιμοι άνθρωποι, νέα γενιά,

θάψτε τους έντιμους μες στα σπαρτά κι αυτούς που φτιάξανε τον Παντελή σκουλήκι άχρηστο σ’ αυτή τη γη. “

Η «έκρηξη» του στο «Ξυπνήστε» σπάει και τη παραμικρή αμφιβολία, πως αν δεν κουνηθούμε, δεν πρόκειται ποτέ να νιώσουμε τις αλυσίδες που μας δένουν, ορατές μα και αόρατες:

 

«Γλυκοχαράζει στα βουνά μοσχοβολούν τα γιασεμιά τραγούδι αρχίζουν τα πουλιά γελά η θάλασσα πλατιά

κι εμείς οικόπεδα και Ι.Χ ψυγεία έπιπλα TV κουτόχορτο με πληρωμή και δίπλα φεύγει η ζωή

 

Ξυπνήστε

Ξυπνήστε νέες, ξυπνήστε νιοί βγέστε απ’ του τάφου τη σιωπή δείτε του κόσμου τη ντροπή γίνετε χίλιοι κεραυνοί

και κάψτε μας ή σώστε μας γλιτώστε μας ή θάψτε μας».

Η αμεσότητα στον «Τραγουδιστή» που περιγράφει με γλαφυρό τρόπο, παρά τους λιγοστούς στίχους, τον ελεύθερο άνθρωπο προς το απόσπασμα , προς τον θάνατο :

 

«Καθώς γεμίζεις τ’ όπλο σου, και με πυροβολείς κατάκαρδα, σε βλέπω και γελώ.

Οπλίζω τη κιθάρα μου, με μελωδίες κι όνειρα, και τραγουδώ.

Παίρνουν τ’ αηδόνια τη φωνή μου , άνεμοι πνέουν στη ψυχή μου,

κι από τον τάφο ζω».

Βαθιά σατυρικός και αιχμηρός, προσπαθώντας παράλληλα να ειδοποιήσει για το «πού πήγαινε ολοταχώς το πράγμα», στα «Πρόβατα» (αποσπάσματα):

« … Ροβόλα τα ροβόλα τα τα πράσινα τα πρόβατα Τα πράσινα τα πρόβατα με τα γαλάζια χρώματα…

…Φόρα το χαλινάρι σου στο όμορφο κεφάλι σου

Στους ώμους το σαμάρι σου και τότε ποιος στη χάρη σου…

…Έλληνα ευκολόπιστε και πάντα προδομένε Βγάλε τις παρωπίδες σου ξύπνα βρε πεθαμένε

Θεέ μου να τους έδενες τους άτιμους τους Έλληνες Και τότε να τους έλυνες σαν ξανά γίνουν Έλληνες …

…Πετάξτε τους πετάξτε τους και στα σκουπίδια θάψτε τους Και σαν σκουπίδια κάψτε τους και πάλι ξανά θάψτε τους…»

Αλλά και πόσο ερωτικός και βαθιά ανθρώπινος, όταν μέσα σε μόνο ένα τετράστιχο, εκφράζει την αγάπη του, στη σύντροφο της ζωής του:

“Είσαι ένα δώρο του Θεού,

ο ήλιος (έρως) και το φως μου.

Είσαι η μάνα του Χριστού,

η ομορφιά του κόσμου»

Οι επιρροές του από το ρεμπέτικο και λαϊκό τραγούδι και η αγάπη του για αυτά ήταν εμφανείς σε πολλές πτυχές της εργογραφίας του, τόσο από μουσικής απόψεως αλλά και στιχουργικής – ποιητικής. Ειδική μνεία πρέπει να γίνει εδώ, έστω στιχουργικά, σε ένα σπουδαίο του λαϊκό τραγούδι. Το «Πάρε με φεγγάρι μου» (1973) είναι ξεκάθαρα η άλλη όψη ενός «νομίσματος» που η μια του όψη είναι το «Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι» του Απόστολου Καλδάρα, επίσης πολύ σπουδαίο, κλασικό πλέον λαϊκό τραγούδι, από τα τέλη του ‘40.

Αλλά εν αντιθέσει με το τραγούδι του Καλδάρα, ο Τζαβέλλας, αν και καταγράφει παρόμοιες συνθήκες, δίνει παράλληλα την ελπίδα και την προσμονή, το όνειρο για την καλύτερη ζωή, για την ελευθερία :

«Στα χοντρά τα σύρματα πεθαίνει το φεγγάρι κι εγώ ένα λυχνάρι που σβήνει στη νυχτιά βουβό στη σκοτεινιά μου με πόνο στην καρδιά

Βασίλεψαν τα όνειρα μας χαμένα πήγαν τα παιδιά και κλαίνε τα ποτάμια τα δάση κι η νυχτιά

Πάρε με φεγγάρι μου στην ασημί αγκαλιά σου άνοιξε τα φτερά σου να φύγουμε από δω

για να βρω τη χαρά μου και να σου τραγουδώ

Ν’ αναστηθούν τα όνειρά μας να ξαναγίνουμε παιδιά ξανά να σεργιανίσουμε σε κάμπους, σε βουνά».

Σημαντική η συμβολή του στην καταγραφή και διάσωση των τραγουδιών της Εθνικής Αντίστασης και της τραγουδοποιίας εκείνης της εποχής. Το σπουδαίο και το αξιοσήμαντο είναι πως ο Τζαβέλλας δεν κατέγραψε μόνο τα τραγούδια ως τραγούδια αυτής της περιόδου, δηλαδή σαν άλλος ένας ακαδημαϊκός, σαν μουσικολόγος ή ερευνητής. Κουβάλησε όλον αυτόν τον πνευματικό, ιδεολογικό πλούτο και τον μετουσίωσε σε παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές αλλά και καθόρισε σαν καταλύτης, με τις αντιλήψεις και την νοοτροπία του ως δημιουργού :

«Τι είναι τα τραγούδια της Εθνικής Αντίστασης 1941-1944; Είναι η καλλιτεχνική έκφραση του Έπους της Εθνικής Αντίστασης. Είναι η φωνή, του λαού μας σε μια κρίσιμη και δραματική ώρα της πατρίδας μας. Είναι ο καθρέφτης της λαϊκής ψυχής, είναι οι πόθοι και τα όνειρά του, είναι η κλαγγή των όπλων, βροντή κι αστροπελέκι, είναι κάλεσμα για μάχη, είναι η ψυχή του αγώνα».

Είτε στις ζωντανές του εμφανίσεις είτε στη δισκογραφία, οι αναφορές του στη τραγουδοποιία της Εθνικής Αντίστασης είχαν σημαίνουσα θέση. Από τον ιστορικό δίσκο, ηχογραφημένο ζωντανά από τη Λήδρα, το «Αντάρτικο Λημέρι» του 1975 έως και τον δίσκο «Στ’ άρματα» του 1986  αλλά και μεταγενέστερα, τα αντάρτικα τραγούδια έπαιξαν ένα σημαντικό ρόλο, όχι μόνο ως προς τη διάσωση της ιστορικής μνήμης αλλά και ως πρόταγμα, παράδειγμα, υπενθύμιση πως υπάρχει κι άλλος δρόμος από αυτόν της «αναμνησιολογίας», της «μελαγχολίας», του «συναισθηματικού μνημόσυνου» που κατά καιρούς διέπουν τον χώρο του Κομμουνιστικού Κινήματος. Ο δρόμος της αξιοπρέπειας, της πυγμής, της σωστής ματιάς, της αλήθειας ακόμα και όταν «δεν μας συμφέρει», κατά τον Λένιν .

Τελειώνοντας εδώ και δίχως περαιτέρω διάθεση ανάλυσης ή επεξήγησης… με τεράστιο σεβασμό κι εκτίμηση: Στον άνθρωπο, τον δημιουργό, τον αγωνιστή… που μοναδικά ξεκίνησε τη δική του εξέγερση, με όπλο την κιθάρα και τη φωνή του, βάζοντας «φωτιά» στις συνειδήσεις, τις καρδιές και τα μυαλά των ανθρώπων, που μετέφερε επί σκηνής όλο το πάθος που είχαν για τη λευτεριά οι αντάρτες στα βουνά, που είδε κατάματα τον θάνατο ουκ ολίγες φορές και τον νίκησε, παραμένοντας βαθιά ανθρώπινος… Για όλα αυτά λοιπόν και άλλα τόσα, ως νέος μουσικός και από όσα παιδιά της γενιάς μου τον αγαπήσαμε, έχω να πω:

«Καπετάν Πάνο Τζαβέλλα , σ’ ευχαριστούμε!»

  

Αθήνα 15/01/2026

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Μην παραλείψετε να δείτε