Η θεωρητική προτρέχουσα σύλληψη της μελλοντικής κοινωνίας είναι απαραίτητη ώστε να φωτίζεται ο πρακτικός υπέρ της αγώνας. Βλέπουμε μακριά γιατί πατάμε σε ώμους γιγάντων.
Σύμφωνα με μια άποψη η οποία κυκλοφορεί το τελευταίο διάστημα, η καταδίκη της επιλογής μιας πολυάριθμης μερίδας εργαζομένων της γνωστής μπισκοτοβιομηχανίας να συμπαραταχθούν ηχηρά στο πλευρό του ιδιοκτήτη της επιχείρησης στην οποία βρήκαν τραγικό θάνατο 5 συναδέλφισσές τους, είναι «ηθικολογία». Υποστηρίζεται δηλαδή πως δεν πρόκειται για νηφάλια, «μαρξιστικά θεμελιωμένη» ερμηνεία του φαινομένου παρά για μια βεβιασμένη, επιδερμική και «στερούμενη ενσυναίσθησης», εξαρτημένη αντίδραση μαζικής στοχοποίησης και αφορισμού που παραβλέπει την υλική βάση, τις δυσμενείς συνθήκες και τα ζητήματα επιβίωσης που εντελώς «απροσδόκητα» ανέκυψαν για «όλους τους άλλους» πέραν της «εξαίρεσης» των 5 «άτυχων» μανάδων/μονάδων.
Πράγματι, η υλική βάση όλων των κοινωνικών γεγονότων είναι μια αδιαμφισβήτητη (και επιστημονικά θεμελιωμένη) πραγματικότητα που λειτουργεί ως αφετηρία ακόμη και των πιο «ασύνδετων» κοινωνικών μετασχηματισμών σε όλη της Ιστορία της ανθρωπότητας. Όμως αυτό επ’ ουδενί δε σημαίνει ότι θεμελιώδη συμπεριφορικά γνωρίσματα του ανθρώπινου είδους (τα οποία το οδηγούν στην κατεύθυνση δημιουργίας αυτού που ονομάζουμε «πολιτισμό») δεν ορίζονται και δεν νοηματοδοτούνται ΚΑΙ αξιακά (και μάλιστα ΚΥΡΙΩΣ αξιακά). Η πρωταρχική αντίληψη του «καλού-κακού» καλλιεργείται και (υποτίθεται) διδάσκεται στα πιο νεαρά μέλη της κοινωνίας, προτού καν αυτά να είναι σε θέση να αντιληφθούν την υλική βάση του κόσμου. Η διαδικασία αυτή δεν είναι κάποια φολκλορική «παράδοση», είναι όρος επιβίωσης του κοινωνικού συνόλου και αν τυχόν υποβαθμιστεί, οι συνέπειες είναι καθολικές και ολέθριες.
Όποιος έχει μακρά εργασιακή εμπειρία, κυρίως σε μαζικούς χώρους εργασίας, είναι στατιστικά αδύνατο να μην έχει έρθει σε (αναγκαστική) επαφή με «συναδέλφους» που εμφορούνται βαθιά από την κουλτούρα του «επιβιωτισμού» παντός καιρού και μέσου. Θεωρώ πως κάθε νηφάλιος και συναισθηματικά «αποστασιοποιημένος» εργαζόμενος που βρίσκει ενδιαφέρον και σημασία, που παρατηρεί, «μελετά» και προβληματίζεται πάνω στην εν λόγω εργασιακή συμπεριφορά (και τις συνέπειες που αυτή επιφέρει τόσο στον ίδιο όσο και σε άλλους εργαζόμενους που για διάφορους λόγους δεν εμβαθύνουν στο εργασιακό γίγνεσθαι) οδηγείται στη διαπίστωση ότι αυτού του είδους η ατομική αλλοτρίωση δεν είναι «παροδική», δεν είναι «συγκυριακή», δεν μεταστρέφεται, γιατί έχει καταστεί ΔΟΜΙΚΗ για το ίδιο αυτό άτομο το οποίο συναρτά την ίδια του τη φυσική ύπαρξη μέσω αυτού του τρόπου (αντι)κοινωνικής συμπεριφοράς.
Ποιος δεν έχει ακούσει τον «συνάδελφο» που «θάβει» το αφεντικό ή τον προϊστάμενο, με επιχειρήματα εντελώς υπαρκτά και στο επόμενο λεπτό να τρέχει στο φούρνο να του πάρει τυρόπιτα;
Ποιος δεν έχει αντικρίσει τον «πρώην δικό τους» που «τα ‘χει πάρει στο κρανίο» επειδή τον «ρίξανε» και τώρα τους «πολεμάει» αλλά στο πρώτο «τυράκι» που του σερβίρουν τρέχει πίσω σαν βγαλμένος από εκπαίδευση;
Ποιος δεν ξέρει αυτόν που θα σου πει χαμηλόφωνα και πάντοτε κατά μόνας «μπράβο, καλά τους τα ‘χωσες στη συνέλευση» αλλά εκείνος δεν παίρνει το λόγο ποτέ ή ενώ βρίσκεται στη δουλειά συμμετέχει στη συνέλευση με ηλεκτρονική παρουσία και δεν αφήνει το πόστο του που βρίσκεται στο οπτικό πεδίο του προϊστάμενου;
Ποιος δεν έχει αηδιάσει με εκείνον που καμαρώνει που «επιτέλους μας το δώσαν το επίδομα» όταν ποτέ του όχι μόνο δεν ψέλλισε λέξη, όχι μόνο δεν διανοήθηκε έστω για ένα δευτερόλεπτο να «μπει μπροστά» σε καμία διεκδίκηση αλλά γνώριζε εξαρχής ότι η ενδεχόμενη επιτυχία θα διανεμηθεί σε όλους αλλά η αποτυχία στους «γνωστούς» και «σταμπαρισμένους»;
Είναι πραγματικά ατελείωτος ο βιωματικός αυτός κατάλογος που τελικά αποδεικνύει ότι το ορθό ζήτημα είναι, όχι «να τους φέρουμε αυτούς πίσω» αλλά να μη χάσουμε άλλους. Δεν θα ‘ρθουν πίσω ποτέ γιατί η πραγματική «απομάκρυνση απ’ το ταμείο» σπάνια επιτρέπεται και ακόμη σπανιότερα επιλέγεται. Στις τεταμένες ιστορικές περιόδους (όπως αυτή που μας έλαχε) η «στράτευση» μπορεί μεν να είναι «αυθόρμητη» αλλά είναι βέβαιη και νομοτελής. Και κάθε διανοουμενίστικο άλλοθι στην ανηθικότητα είναι ένας ακόμη ταξικός αυτοχειριασμός, ούτε «ανωτερότητα» ούτε «προοδευτισμός».