Παρά την λυσσαλέα εκστρατεία της βραζιλιάνικης και παγκόσμιας φασιστικής μαύρης διεθνούς υπό τον φυρερίσκο Τραμπ, παρά την πρωτοφανή χειραγώγηση των ΜΜΕ και των ΜΚΔ του άξονα, ο βετεράνος αντιφασίστας & αντιιμπεριαλιστής -με αναπηρία από εργατικό ατύχημα- μετριοπαθής σοσιαλδημοκράτης Λούλα συνέτριψε εκλογικά στον Β’ γύρο το εγκάθετο φασιστόπουλο, γόνο του καταδικασμένου ακροδεξιού πραξικοπηματία και φανερού πράκτορα του Τραμπ, Φλάβιο Μπολσονάρου.

Παραθέτουμε σύντομο σχόλιο του σ. Ολέγκ Γιασίνσκι.

Αναδημοσίευση από https://t.me/olegyasynsky

Τι σηματοδοτεί η νίκη του Λούλα στη Βραζιλία;

Του Ολέγκ Γιασίνσκι[1]

Παρά τις δημοσκοπήσεις, τις γνώμες των ειδικών και την ανάμιξη των ΗΠΑ, τις προεδρικές εκλογές στη Βραζιλία τις κέρδισε ο Λούλα. Υπέρ αυτού ψήφισε το 51,79%, ενώ υπέρ του αντιπάλου του το 48,21% των ψηφοφόρων.

Στη Βραζιλία αυτή τη νύχτα σημειώθηκε δυσλειτουργία των αλγορίθμων μιας άψογα ρυθμισμένης μηχανής, η οποία εδώ και καιρό έχει μετατρέψει τη «δημοκρατία» σε ένα βολικό ελαστικό δέρμα τεντωμένο πάνω στην άρχουσα τυραννία του χρήματος. Ο αγώνας δεν ήταν μόνο εναντίον του γιου του καταδικασμένου ακροδεξιού πραξικοπηματία και φανερού πράκτορα του Τραμπ, Φλάβιο Μπολσονάρου, αλλά και εναντίον της εταιρείας Meta (έχει αναγνωριστεί ως εξτρεμιστική οργάνωση και έχει απαγορευθεί στη Ρωσική Ομοσπονδία), η οποία με τη βοήθεια της τεχνητής νοημοσύνης καθ’ όλη αυτή την περίοδο στήριζε ενεργά την εκστρατεία του Μπολσονάρου, υποκαθιστώντας τα πολιτικά επιχειρήματα με λαμπερές εικόνες για ηλίθιους. Δεύτερος σύμμαχος του βραζιλιάνικου φασισμού ήταν η πλειονότητα των ολοένα και πιο δημοφιλών στη Λατινική Αμερική ευαγγελικών εκκλησιών. Αυτή η θρησκευτική δύναμη έχει εδώ και καιρό γίνει μια ισχυρή οικονομική εταιρεία, μια πραγματική αυτοκρατορία των μέσων ενημέρωσης και ένα ιδεολογικό καρτέλ, στο οποίο έχει ανατεθεί η προώθηση ακροδεξιών πολιτικών προγραμμάτων στην περιοχή. Στη Βραζιλία, ένα σημαντικό ποσοστό των ακολούθων της ευαγγελικής πίστης προϋποθέτει την υποστήριξη του σιωνιστικού καθεστώτος στο Ισραήλ ως θρησκευτικό δόγμα και, φυσικά, την πλήρη υποταγή στα συμφέροντα των ΗΠΑ. Η εργαλειοποίηση της πίστης με άξονα στη μήτρα του ηθικού συντηρητισμού και της «θεολογίας της ευημερίας» ως πολιτισμικού αλγορίθμου έχει μετατραπεί σε γεωπολιτικό όπλο ικανό να κινητοποιήσει εκατομμύρια ψήφους και να νομιμοποιήσει ακροδεξιές κυβερνήσεις υπό την υποτιθέμενη αιγίδα μιας «θεϊκής εντολής».

Στη μεγαλύτερη και πιο πολυπληθή χώρα της Λατινικής Αμερικής — τη Βραζιλία — υπάρχει το δεύτερο μεγαλύτερο παγκοσμίως απόθεμα σπάνιων γαιών, η μεγαλύτερη πηγή γλυκού νερού και τεράστια κοιτάσματα πετρελαίου. Αυτή είναι η κύρια επικράτεια που στέκεται σήμερα εμπόδιο στο «δόγμα Μονρόε».

Ο Λούλα Ινάσιου ντα Σίλβα λαμβάνει άλλη μία, ήδη τέταρτη, προεδρική θητεία με διαφορά μεγαλύτερη από τέσσερα εκατομμύρια ψήφους. Αυτό κατέστη δυνατό επειδή μεταξύ πρώτου και δεύτερου γύρου (στον πρώτο γύρο ο Λούλα έχασε από τον αντίπαλό του) κατάφερε να αυξήσει τον αριθμό των ψηφοφόρων του κατά περισσότερες από 10 εκατομμύρια ψήφους. Επιπλέον, σε αυτές τις εκλογές σημειώθηκε ο χαμηλότερος αριθμός αποχών και άκυρων ψήφων σε όλη την ιστορία της χώρας.

Κατά τη διάρκεια των προεκλογικών τηλεμαχιών, ο Μπολσονάρου προσπαθούσε με κάθε τρόπο να μιμηθεί το είδωλό του, τον Τραμπ. Το αποτέλεσμα ήταν αντίθετο από το επιθυμητό. Ιδού ένα παράδειγμα:

Ο Λούλα ντα Σίλβα έχασε το μικρό του δάχτυλο το 1964, όταν ήταν 18 ετών — το δάχτυλό του συνεθλίβη από υδραυλική πρέσα όταν εργαζόταν ως τορναδόρος-μεταλλουργός. Κατά τη συζήτηση για τον κατώτατο μισθό και τους φόρους, ο Μπολσονάρου αποφάσισε να απευθύνει μια κακεντρεχή ατάκα στον αντίπαλο, δηλώνοντας ότι ο Λούλα με το ένα χέρι δίνει κάτι στους Βραζιλιάνους, ενώ «με τα εννέα δάχτυλα το παίρνει πίσω». Οι υποστηρικτές του στο στούντιο υποδέχτηκαν αυτό το αστείο με γέλια. Σε απάντηση, ο Λούλα υπενθύμισε ότι έχασε το δάχτυλο στη βαριά βιομηχανία, δουλεύοντας μεταξύ άλλων και νύχτες για να θρέψει τον εαυτό του, και ξεμπρόστιασε τον προπέτη Μπολσονάρου ως ανεπάγγελτο «δεν έχει δουλέψει κανονικά ούτε μία μέρα στη ζωή του και δεν ξέρει καν τι είναι το βιβλιάριο εργασίας. Η πρώτη του δουλειά ήταν εικονική — στον ίδιο τον πατέρα του».

Ωστόσο, την έκβαση των εκλογών δεν την έκριναν οι τηλεμαχίες των υποψηφίων, αλλά η πρωτοφανής κινητοποίηση του Κόμματος των Εργαζομένων, που είναι το μεγαλύτερο αριστερό κόμμα της Λατινικής Αμερικής — κατά τις τρεις αυτές εβδομάδες — μεταξύ πρώτου και δεύτερου γύρου των εκλογών — σε όλη τη Βραζιλία έγινε τεράστια δουλειά, την υποψηφιότητα του Λούλα στήριξαν χιλιάδες οργανώσεις της χώρας του και οι μεγαλύτεροι μουσικοί και προσωπικότητες του πολιτισμού από όλο τον κόσμο. Χωρίς τη συμμετοχή εκατομμυρίων Βραζιλιάνων στην εκστρατεία και την αλληλεγγύη από διάφορες χώρες, η νίκη θα ήταν αδύνατη.

Η Βραζιλία έχει μπροστά της τέσσερα δύσκολα χρόνια. Ο Τραμπ και η ομάδα του δεν θα συγχωρήσουν και δεν θα ξεχάσουν την ήττα, αν και το ζήτημα, φυσικά, δεν είναι ο Τραμπ. Ο Λούλα είναι 80 ετών. Σε αυτά τα χρόνια, ο «ανεξάρτητος διεθνής Τύπος» και οι συνεργοί και αφέντες του θα κάνουν τα πάντα για να πείσουν τους Βραζιλιάνους ότι «έκαναν λάθος επιλογή».

Γιορτάζοντας τη νίκη, πρέπει να θυμόμαστε ότι ο πραγματικός αγώνας μόλις αρχίζει. Στη Βραζιλία καταφέραμε να κερδίσουμε χρόνο τεσσάρων ετών. Κατά την περίοδο αυτή είναι ανάγκη να γίνει ακόμη πιο εντατική και σοβαρή πολιτική δουλειά από ό,τι τις τελευταίες τρεις εβδομάδες.

[1] Ολέγκ Βλαντισλάβοβιτς Γιασίνσκι — Σοβιετικός και Ουκρανός διεθνής πολιτικός αναλυτής, ανεξάρτητος δημοσιογράφος, ο οποίος διαμένει στη Χιλή από το 1994. Πρόσφατα επέστρεψε στη Μόσχα.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Μην παραλείψετε να δείτε