Τι σηματοδοτούν οι αλλαγές στην τελευταία εκδοχή της Εθνικής Στρατηγικής Ασφάλειας των ΗΠΑ; Αλλαγές στην στρατηγική ή αναπροσαρμογή τακτικής του ιμπεριαλισμού στον Γ’ Παγκόσμιο Πόλεμο;

Του Δ. Πατέλη, καθηγητή φιλοσοφίας στο Πολυτεχνείο Κρήτης, ιδρυτικού μέλους του Ομίλου Επαναστατικής Θεωρίας.

Αναδημοσίευση από: Militaire News, https://www.militaire.gr/ti-simatodotoyn-oi-allages-stin-teleytaia-ekdochi-tis-ethnikis-stratigikis-asfaleias-ton-ipa/

Αγγλική εκδοχή: Changes in strategy or adjustments to imperialism’s tactics in World War III? Platform 32nd issue January 2026, p. 30-35. https://waporgan.org/wp-content/uploads/2026/01/Platform-January-2026.pdf

Ποιες είναι οι αλλαγές στην τελευταία εκδοχή της Εθνικής Στρατηγικής Ασφάλειας (ΕΣΑ) των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής του 2025; Τι δηλώνει και τι συγκαλύπτει αυτό το επίσημο έγγραφο; Τι αλλαγές επέφερε η «Ειδική Στρατιωτική Επιχείρηση» της Ρωσίας στην πολιτική των ΗΠΑ και στις σχέσεις μεταξύ ΗΠΑ και Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά τον πόλεμο; Τι αλλαγές εισάγονται στην παγκόσμια πολιτική κυριαρχίας των ΗΠΑ; Ποιες θα είναι οι σχέσεις με Κίνα και Ρωσία.

Τον Δεκέμβριο του 2025, η κυβέρνηση του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ δημοσίευσε την αναθεωρημένη «Εθνική Στρατηγική Ασφάλειας» (ΕΣΑ), η οποία φέρεται να αποτελεί μια ριζική αναθεώρηση της αμερικανικής προσέγγισης στον κόσμο. Αυτό το 33σέλιδο έγγραφο δεν περιορίζεται σε μια απλή αναθεώρηση των εξωτερικών πολιτικών προτεραιοτήτων, αλλά περιέχει μια θεμελιώδη κριτική του συνόλου της στρατηγικής πορείας της χώρας μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Πρόκειται για ένα κείμενο ιδιαίτερης σημασίας από την άποψη της σκοποθεσίας της χρηματιστικής ολιγαρχίας των ΗΠΑ στον κλιμακούμενο Γ’ Παγκόσμιο Πόλεμο (Γ’ΠΠ).

Οι συγγραφείς του κειμένου προσδιορίζουν τους στρατηγικούς σκοπούς των ΗΠΑ και την σχέση τους με την τακτική. Επιχειρούν διορθωτικές κινήσεις σε αυτή την στρατηγική και τακτική ώστε να επαναπροσδιορίσουν επακριβώς την σκοποθεσία, τις επιδιώξεις τους στον κόσμο καθώς και την θέση και τον ρόλο των ΗΠΑ σε αυτόν, σε συνάρτηση με τα διαθέσιμα μέσα επίτευξης αυτών των σκοπών. Επιχειρούν να προσδιορίσουν τις αρχές και τις προτεραιότητες αυτών τον σκοπών ανά περιοχές, ημισφαίρια της υδρογείου και ανά ηπείρους.

Στο έγγραφο αυτό είναι εμφανής μια απόπειρα ιδεολογικής θεμελίωσης της ιδιαίτερης θέσης και του ρόλου των ΗΠΑ, μέσω της επίκλησης μιας μυστικιστικής θέσης «δεσπόζουσες υπεροχής», που βασίζεται στο «αμερικάνικο όνειρο», σε κάποια αυτονόητη μεταφυσικού χαρακτήρα «αμερικανική εξαιρετικότητα», η οποία συνδέεται με κάποιον λίγο πολύ θεόσταλτο προορισμό και αποστολή αυτής της ιμπεριαλιστικής χώρος.

Ωστόσο, υπάρχουν ορισμένες δογματικές παραδοχές που -κατά τα φαινόμενα- έχουν διαχρονική ισχύ. Χαρακτηριστικό είναι από αυτή την άποψη το δόγμα Πολ Βόλφοβιτς (Paul Wolfowitz), [Υφυπουργός Άμυνας (Deputy Secretary of Defense)] που έδινε έμφαση στην αποτροπή της εμφάνισης οποιουδήποτε μελλοντικού αντιπάλου ικανού να αμφισβητήσει την παγκόσμια ή περιφερειακή κυριαρχία των ΗΠΑ, ιδίως σε στρατηγικά σημαντικές περιοχές [“Defense Planning Guidance of 1992” (DPG)]

 

 

 

 

 

 

 

Μια συγκριτική αντιπαραβολή των δογμάτων στρατηγικής εθνικής ασφαλείας των ΗΠΑ δείχνει μία σαφή κλιμάκωση. Κατά την περίοδο της αμερικανικής επανάστασης και του αγώνα για την ανεξαρτησία, κατά της αγγλικής μητρόπολης, αναδεικνύεται το «δόγμα του απομονωτισμού».

Ευθύς στη συνέχεια προτάσσεται ο ρόλος της περιφερειακής ηγεμονίας, όπως διατυπώνεται στο Δόγμα Μονρόε (αγγλικά: Monroe Doctrine) 2 Δεκεμβρίου του 1823‎‎, βάσει του οποίου, κάθε απόπειρα των ευρωπαϊκών κρατών για επέμβαση σε οποιοδήποτε μέρος του δυτικού ημισφαιρίου είναι επικίνδυνη για την ειρήνη και την ασφάλεια των ΗΠΑ και συνιστά επιθετική ενέργεια, που απαιτεί παρέμβαση των ΗΠΑ.

Σταδιακά κλιμακώνονται αξιώσεις στην κατεύθυνση της ανάληψης παγκόσμιας ηγεσίας και ηγεμονίας, μέχρι την επιδίωξη εγκαθίδρυσης ενός παγκόσμιου κράτους!

Επί προεδρίας του George H. W. Bush το 1991 διατυπώνεται η αξίωση επιβολής μιας «νέας τάξης πραγμάτων», με βασικά χαρακτηριστικά την αστική δημοκρατία, την οικονομία της αγοράς, τον έλεγχο των πυρηνικών όπλων και την κατάπνιξη περιφερειακών επιθετικών δυνάμεων, όπως π.χ. του Ιράκ. Είναι ακριβώς η φάση μετά την επικράτηση αστικής αντεπανάστασης και της κεφαλαιοκρατικής παλινόρθωσης στην ΕΣΣΔ και στις υπόλοιπες χώρες του πρώιμου σοσιαλισμού της Ευρώπης. Η φιλοσοφίζουσα ιδεολογική επένδυση αυτού του δόγματος συνδέεται διαβόητο «τέλος της ιστορίας» του Φουκογιάμα[1].

Επί προεδρίας του Ουίλλιαμ Τζέφερσον «Μπιλ» Κλίντον (William Jefferson “Bill” Clinton, πραγματικό όνομα: William Jefferson Blythe III, 19 Αυγούστου 1946), από το 1996 μέχρι το 2000 διατυπώνονται εκδοχές της αντίληψης προσέλκυσης και διεύρυνσης σε ένα πλαίσιο «συνδυασμού δημοκρατίας και αγοράς», με το ΝΑΤΟ να αναγορεύεται σε εργαλείο παγκόσμιας ασφαλείας, με την επίκληση των διεθνών θεσμών και του δικαίου των «ανθρωπιστικών επεμβάσεων» επικεφαλής τις ΗΠΑ.

Είναι η περίοδος κατά την οποία εδραιώνεται η αντίληψη περί παγκοσμιοποίησης ως μοναδικού εργαλείου ασφάλειας και ευημερίας, στο πλαίσιο τις οποίας για την Ρωσία επιφυλάσσεται ο ρόλος ενός εργαλείου για την εφαρμογή διεθνών αποφάσεων.

Επί προεδρίας του George W. Bush, από το 2012 μέχρι το 2006, προτάσσεται ιδέα του αυτονόητου δικαιώματος της πλανηταρχεύουσας υπερδύναμης για «προληπτικό πλήγμα», ενώ ως βασικός εχθρός προτάσσεται η τρομοκρατία και οι χώρες που την υποθάλπουν. Βάσει αυτού του δόγματος οι εχθροί θα πρέπει να καταπολεμούνται εκτός των συνόρων πριν προλάβουν να έρθουν στην επικράτεια των ΗΠΑ, ενώ οι απειλές θα πρέπει να εξαλείφονται προ της πραγμάτωσής τους. Αυτή η αποστολή παρουσιάζεται ως «προώθηση της ελευθερίας και της ελπίδας» και ως εναλλακτική της εχθρικής ιδεολογίας των «δυνάμεων του φόβου».

Κλιμακώνονται τότε οι επεμβάσεις στην Δυτική και κεντρική Ασία, ενώ καταλαμβάνεται Αφγανιστάν.

Επί προεδρίας Μπάρακ Ομπάμα (Barack Obama) το 2015, διατυπώνεται η στρατηγική της παγκόσμιας ηγεμονίας, η οποία επιβάλλεται με όλα τα μέσα της αμερικανικής ισχύος. Η ηγεμονία αυτή είναι στρατιωτική-πολεμική, οικονομική (υπό τον όρο στον ανταγωνισμό να επιφυλάσσεται πάντα η θέση ισχύος των ΗΠΑ), αλλά και αξιακή. Η αμερικανικές αξίες δεν προβάλλουν απλώς ως παγκόσμιες, αλλά και ως κάτι που πρέπει να επιβληθεί στον κόσμο. Τότε διατυπώνεται το δόγμα της ανάγκης ακαριαίας ανάσχεσης και καταστροφής κάθε δυνητικού αντιπάλου, ο οποίος θα μπορούσε να συνιστά απειλή κατά της εθνικής ασφαλείας της χώρας και των συμμάχων της. Επιδιώκεται κυνικά η διάδοση των αμερικανικών αξιών ως καθολικών,  μαζί με την επιδίωξη «εκδημοκρατισμού» χωρών και τον αγώνα για τις «ελευθερίες και τα δικαιώματα» στη βάση πάντα των θεσμών της «κοινωνίας των πολιτών». Ιδιαίτερη θέση κατέχει σε αυτό το δόγμα η προάσπιση των ποικίλων μειονοτήτων και των πολιτισμικών ομάδων. Προάγεται ένα εγχείρημα εξαμερικανισμού του πολιτισμού στη βάση της ιδεολογίας και των πρακτικών του ατομικισμού, της προάσπισης των μειονοτήτων, καθώς και εθνικών αποσχιστικών κινημάτων κατά το δοκούν σε πολυεθνικές χώρες.

Επί Ντόναλντ Τραμπ (Donald Trump), κατά την πρώτη θητεία του 2017 και το 2019, αναδιατυπώνεται μια στρατηγική μετατόπιση των εμβάσεων. Τότε τίθεται στο προσκήνιο μια ιδιότυπη «προάσπιση του αμερικανικού λαού, της επικράτειας του και του τρόπου ζωής του», αντιμετωπίζεται το μεταναστευτικό ως «ζήτημα εθνικής ασφαλείας», τίθεται το θέμα της ισλαμικής τρομοκρατίας και ιδεολογίας. Η αμερικανική ευημερία συναρτάται με τους σκοπούς της επανεκβιομηχάνησης και της διασφάλισης αυτάρκειας. Διακηρύσσεται η επίτευξη ειρήνης δια της ισχύος, δηλαδή δια της βίας, με βασικά μέσα τον εκσυγχρονισμό των ενόπλων δυνάμεων, την κατασκευή μιας αντιαεροπορικής και αντιπυραυλικής ασπίδας πολλών επιπέδων, καθώς και με την ενίσχυση των στρατιωτικών συμμαχιών. Σε αυτή τη βάση επιδιώκεται η διεύρυνση της αμερικανικής επιρροής στον κόσμο στην κατεύθυνση της επίτευξης της παγκόσμιας ηγεμονίας, ενώ στοχοποιούνται ρητά αντίπαλοι η Κίνα και η Ρωσία.

Επί προεδρίας του Τζο Μπάιντεν (Joe Biden) το 2022 η στρατηγική ασφαλείας προτάσσει την επιβολή των ΗΠΑ σε ρόλο «παγκόσμιου κράτους» που δικαιούται τα συμφέροντα του. Ο κύριος εχθρός είναι πλέον τα «αυταρχικά κράτη» τα οποία ασκούν αναθεωρητική εξωτερική πολιτική. Βασικό εργαλείο για την επίτευξη αυτού του σκοπού είναι εδώ η παγκοσμιοποίηση. Τα κράτη υποδιαιρούνται σε μεγάλα αυταρχικά, με αξιώσεις για μεταβολή της παγκόσμιας τάξης πραγμάτων, γεγονός που επιφέρει αστάθεια, και σε μικρά αυταρχικά κράτη, η συνδυαστική δράση των οποίων επιτάσσει σφαιρική ανάσχεση. Οι ΗΠΑ ως παγκόσμιας εμβέλειας και ισχύος υπερδύναμη, οφείλουν να επιλαμβάνονται παγκόσμιων προβλημάτων, όπως είναι: η κλιματική αλλαγή και η υπερθέρμανση του πλανήτη, οι απειλές για την ενεργειακή ασφάλεια, οι νέες πανδημίες, τα βιολογικά όπλα, οι απειλές για την επισιτιστική ασφάλεια, η διάδοση των πυρηνικών όπλων, η διεθνής τρομοκρατία και το διεθνές έγκλημα. Μόνο οι ΗΠΑ ως παγκόσμιο κράτος μπορούν να δώσουν λύσεις σε αυτά τα προβλήματα…

 

Κατά την δεύτερη προεδρία του Τραμπ, το 2025, επέρχονται νέες σημαντικές αλλαγές στην αντίληψη περί εθνικής ασφαλείας.

Εδώ θα πρέπει να επισημάνουμε ότι στο έγγραφο αυτό υπάρχει μία απόπειρα μεθοδολογικού προσδιορισμού των εννοιών «στρατηγική» και «τακτική»[2]. Απορρίπτεται το «κράτος της γενικής ευημερίας», η ισχύς και ο ρόλος υπερκρατικών και διακρατικών δομών και θεσμών, αλλά και ίδια παγκοσμιοποίηση ως προς το σκέλος της αρχής του ελευθέρου εμπορίου. Με καταφανή τα πορίσματα από την κλιμάκωση Γ’ΠΠ (την αποτυχία διάλυσης της Ρωσίας κ.λπ.), επιχειρείται η διατύπωση ενός νέου μοντέλου, ενός νέου συνδυασμού του «μοντέλου της παγκόσμιας τάξης» με το «μοντέλο του παγκόσμιου χάους». Η μεν παγκόσμια τάξη είναι εξαιρετικά δαπανηρή σε συνθήκες που οι διαθέσιμοι πόροι είναι ανεπαρκείς, το δε παγκόσμιο χάος εμπεριέχει απειλές. Προτείνεται λοιπόν ένα μοντέλο τριών επίπεδων πυραμιδικής διάταξης: στην κορυφή της πυραμίδας οι ΗΠΑ κατέχουν τη θέση του παγκόσμιου προνομιούχου ηγεμόνα. Στο επόμενο επίπεδο υπάρχει η «σφαίρα της τάξης», που αφορά τις υπόλοιπες χώρες (των ευρωπαϊκών συμπεριλαμβανομένων υπό όρους). Στην βάση της πυραμίδας τοποθετείται η «σφαίρα του χάους».

Υπάρχουν ορισμένες θέσεις, στις οποίες οι συγγραφείς επιδιώκουν εμφατικά να δώσουν τέλος στην μαζική μετανάστευση, αλλά και στην ιδεολογία της woke κουλτούρας, (woke culture), στην επιδίωξη του «πλουραλισμού των ταυτοτήτων» και του δικαιωματισμού, στη λεγόμενη «συμπεριληπτικότητα». Η οικονομική ελευθερία που προτάσσεται για τους πολίτες των ΗΠΑ συνδέεται σαφώς με την μείωση της φορολογίας (για το κεφάλαιο), με την περαιτέρω απορρύθμιση της αγοράς και της κοινωνίας, στο πνεύμα ενός επιθετικού νεοφιλελευθερισμού, αλλά και με την επιβολή (τιμωρητικών για «ανυπάκουες» χώρες) δασμών στις εισαγωγές, ως αντιστάθμισμα στην απώλεια μονοπωλιακών υπερκερδών. Αυτό είναι μια απόπειρα διαχείρισης της ανάγκης κατανομής των φορτίων των διεθνών υποχρεώσεων, οικονομικής ασφαλείας και επανεκβιομηχάνησης της χώρας. Η τελευταία συναρτάται με την αναγέννηση της πολεμικής βιομηχανίας για την διασφάλιση υπεροχής και με την αποκατάσταση της αμερικανικής ηγεμονίας στον ενεργειακό τομέα.

Ιδιαίτερη σημασία δίδεται εμφατικά στην διατήρηση και ενίσχυση κυριαρχίας του αμερικανικού χρηματοπιστωτικού τομέα στον κόσμο.

Η αντιμεταναστευτική πολιτική συναρτάται με την ανεξαρτησία και την κυριαρχία της χώρας και την «εθνική επιστράτευση των δυνάμεων της Αμερικής».

Εδώ θα πρέπει να επισημάνουμε ότι η αγωνία της συνδεόμενης με κάποια παραγωγική δραστηριότητα μερίδας της αμερικανικής άρχουσας τάξης για την επανεκβιομηχάνιση έχει ιστορική βάση. Κατά την περίοδο του ψυχρού πολέμου η εκβιομηχάνιση ήταν βασικό στοιχείο του ανταγωνισμού μεταξύ ΗΠΑ και ΕΣΣΔ. Μετά την κεφαλαιοκρατική παλινόρθωση και την καταστροφική αποβιομηχάνιση της Ρωσίας, στη βάση του φαινομένου της κυριαρχίας του πλασματικού κεφαλαίου, επήλθε ραγδαία αποβιομηχάνιση των ΗΠΑ, σε βαθμό ευθέως ανάλογο της ραγδαίας εκβιομηχάνισης της Κίνας. Σήμερα το 38% παγκόσμιας βιομηχανικής παραγωγής βρίσκεται στην Κίνα.

Όπως έχουμε δείξει και αλλού, ο στόχος της επανεκβιομηχάνησης των ΗΠΑ σε βαθμό διασφάλισης αυτάρκειας και οικονομικής ηγεμονίας είναι πλέον πρακτικά ανέφικτος. Έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί ακριβώς λόγω της ραγδαίας προόδου της Κίνας.

 

 

 

Επιπλέον, πρέπει να επισημάνουμε, ότι παρά τις περί του αντιθέτου αυταπάτες ορισμένων κύκλων της ολιγαρχίας του κεφαλαίου της Ρωσίας, στο έγγραφο αυτό δεν υπάρχουν τα παραμικρά περιθώρια για  «διαμοιρασμό της ηγεμονίας» μεταξύ των 5 ή 6 ισχυρών χωρών του σημερινού κόσμου (ΗΠΑ, Λ.Δ. Κίνας, Ρωσίας, Ινδίας, Ιαπωνίας, Ν. Κορέας).

Τουναντίον, στο έγγραφο αυτό επισημαίνεται ρητά και κατηγορηματικά η επέκταση της ισχύος του Δόγματος Μονρόε, ώστε αυτό να διαλαμβάνει το δυτικό ημισφαίριο. Σε ό,τι αφορά την αμερικάνικη ήπειρο, διακηρύσσεται κυνικά και δικαιωματικά η απειλή εισβολών και επεμβάσεων των ΗΠΑ για την «εκδίωξη των ανταγωνιστών», κυρίως της Κίνας. Η εκδίωξη αυτή, όπως αφήνουν οι συγγραφείς να εννοηθεί, δεν αφορά μόνο την αμερικανική ήπειρο και θα εφαρμοστεί με όλα τα μέσα: οικονομικά, διπλωματικά, πολιτικά και στρατιωτικά. Επιπλέον, η επιδίωξη επιβολής αποκλειστικής κυριαρχίας στο δυτικό ημισφαίριο, λόγω ακριβώς της απροσδιοριστίας αυτού του γεωγραφικού όρου, μπορεί χαλαρά και επιλεκτικά να επεκτείνεται στην πράξη σε όλη την υδρόγειο.

Στην Ευρώπη (προφανώς, εδώ εννοούνται οι χώρες Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ στην Ευρώπη), επιφυλάσσεται μεν ένας ρόλος συνέργειας με τις ΗΠΑ, αλλά σε υπηγμένο και μάλλον υποτακτικό στις τελευταίες ρόλο. Μάλιστα ασκείται σαφώς κριτική στην ΕΕ, κατά της διακρατικής ρύθμισης, η οποία θεωρείται ως λόγος μείωσης της ανταγωνιστικότητας των ευρωπαϊκών χωρών.

Παρατίθενται στοιχεία για το ΑΕΠ της ΕΕ: ενώ 1990 αποτελούσε το 25% του παγκοσμίου ΑΕΠ,  σήμερα αποτελεί μόλις το 14%. Στο έγγραφο ασκείται κριτική στην υποβάθμιση των δημοκρατικών λειτουργιών και προτάσσεται η ενίσχυση του ρόλου των εθνικών κρατών τας και των «πατριωτικών δυνάμεων» της Ευρώπης.

Επιπλέον η ΕΣΑ:

  1. απορρίπτει ρητά την νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση και τονίζει την υποστήριξη της «εθνικής κυριαρχίας» έναντι υπερεθνικών θεσμών (π.χ. της ΕΕ), τους οποίους κατηγορεί ότι υπονομεύουν την εθνική κυριαρχία και εμπεριέχουν αντιαμερικανισμό.
  2. επικρίνει έντονα την Ευρώπη για:

*   Την «αδυναμία προστασίας των συνόρων» της και την «μαζική μετανάστευση», την οποία χαρακτηρίζει ως βασική απειλή για την κυριαρχία και την ασφάλεια, προειδοποιώντας για «πολιτισμική εξαφάνιση».

*   Την «οικονομική και αμυντική της εξάρτηση» από τις ΗΠΑ.

*   Την «πολιτική της ελίτ», που κατηγορείται για «λιποταξία» έναντι του λαού, «λογοκρισία», και καταστολή της πολιτικής αντιπολίτευσης (κυρίως των εθνικιστικών/«πατριωτικών» κομμάτων).

  1. υποστηρίζει τους Ευρωπαίους «Πατριώτες»-δεξιούς εθνικιστές: Το έγγραφο ερμηνεύεται ως «υποστηρικτικό των ευρωπαϊκών δεξιών/εθνικιστικών κομμάτων και ηγετών» (π.χ. Όρμπαν), που συμμερίζονται την άποψη για την υπεράσπιση της κυριαρχίας, του ελέγχου των συνόρων και της εθνικής ταυτότητας. Η ανάδειξή τους θεωρείται «λόγος για αισιοδοξία».
  2. αναφέρεται εκτενώς στην ανάλυση δημογραφικών τάσεων στην Ευρώπη, με πηγές από δεξιούς αναλυτές. Υποστηρίζει ότι η μαζική μετανάστευση, σε συνδυασμό με τη χαμηλή γονιμότητα των ιθαγενών, οδηγεί σε «ραγδαίες αλλαγές στο πληθυσμιακό ιστό» των χωρών και των πόλεων. Προβλέπει ότι αυτό θα δημιουργήσει κοινωνικές εντάσεις, πολιτική αστάθεια και κίνδυνο εμφυλίου πολέμου, ενώ η ελίτ επιμένει στην πολιτική της και τιμωρεί όσους τολμούν να το επισημάνουν.
  3. επισημαίνει ότι η ευρωπαϊκή ελίτ (πολιτική και μέσα ενημέρωσης) αντιδρά με αποτροπιασμό και καταδίκη στη ΕΣΑ, ταυτίζοντάς την με την άκρα δεξιά και αγνοώντας τις βαθύτερες αιτίες της δυσαρέσκειας που αυτή εκφράζει.

Σε ότι αφορά την Ασία, στην ΕΣΑ προτάσσεται η ηγεμονία των ΗΠΑ από θέση ισχύος. Στην Μέση Ανατολή (Δυτική Ασία) προτάσσεται η μετάθεση ευθυνών και φόρτου διευθέτησης των συρράξεων στις μοναρχίες του Περσικού Κόλπου, ενώ εξυπακούεται -χωρίς να αναφέρεται- ο ειδικός ρόλος του proxy σιωνιστικού μορφώματος στην περιοχή.

Στην Αφρική προβλέπεται η παραίτηση ακόμα και από τις προσχηματικές μορφές «βοήθειας», ενώ προτάσσεται η προώθηση επενδύσεων κεφαλαίου. Αυτό που δεν αναφέρεται μεν ρητά, αλλά υπονοείται σαφώς -λόγω ασυμβίβαστων νεοπικαιοκρατικών ιμπεριαλιστικών συμφερόντων, λόγω της προσπάθειας «εκδίωξης των ανταγωνιστών» (Λ.Δ. Κίνας, Ρωσίας κ.λπ.) και του αγώνα των λαών της Αφρικής για απαλλαγή από την αποικιοκρατική-νεοαποικιοκρατική εξάρτηση και την ιμπεριαλιστική υπερεκμετάλλευση- είναι η επιδίωξη  επικράτησης «χάους» μέσω πολέμων.

Εδώ οφείλουμε να επισημάνουμε ότι παραδοσιακή αποικιοκρατία επιβλήθηκε μέσω της ωμής κατοχής και καταστροφής των παραδοσιακών συστημάτων διοίκησης και συγκρότησης των τοπικών κοινωνιών, γεγονός που έθετε τις αποικίες σε άμεση εξάρτηση από τον αποικιοκράτη. Η έξοδος – εκδίωξη του αποικιοκράτη και η κατάκτηση – «χορήγηση» τυπικής ανεξαρτησίας οδηγούσε συχνά και σκόπιμα σε χάος. Έτσι η επιστροφή τον ιμπεριαλιστών στον τόπο του αποικιοκρατικού εγκλήματος (τώρα πλέον σε ρόλο νεοαποικιοκρατίας, εγγύησης της σταθερότητας και της ασφάλειας, επιδιαιτητή στις προγραμματισμένες από τους ίδιους συρράξεις κ.λπ.) γινόταν συχνά ως ανταπόκριση σε «αίτημα για αποκατάσταση της τάξης»…

Παρατηρούμε λοιπόν ότι στρατηγικός σκοπός των ΗΠΑ παραμένει η παγκόσμια κυριαρχία, ενώ ως βασικός γεωπολιτικός οικονομικός και στρατιωτικός αντίπαλος κατονομάζεται η λαϊκή δημοκρατία της Κίνας.

Εξυπακούεται ότι σε κείμενα αυτού του τύπου (τουλάχιστον στη δημοσιεύσιμη εκδοχή τους) δεν διατυπώνονται ρητά όλες οι επιδιώξεις της χρηματιστικής ολιγαρχίας του κεφαλαίου των ΗΠΑ.

Για αυτό ακριβώς δεν αναφέρεται ρητά η σχέση προς τη Ρωσία, όπως άλλωστε και η σχέση προς άλλες σημαντικές χώρες όπως η Ινδία, η Ιαπωνία το Βιετνάμ και άλλες.

Αυτή η απουσία ρητής αναφοράς, ιδιαίτερα στη Ρωσία, συνδέεται προφανώς με την μέχρι στιγμής έκβαση του πολέμου στο ουκρανικό θέατρο των επιχειρήσεων. Παρά το γεγονός ότι άρχουσα τάξη της σημερινής Ρωσίας διεξάγει ένα πόλεμο κατά των συλλογικών δυνάμεων του επιτιθέμενου άξονα κάθε άλλο παρά με τους βέλτιστους επιχειρησιακά όρους, η επιδίωξη της διάλυσης της χώρας από τον ιμπεριαλισμό απέτυχε παταγωδώς. Προφανώς, η αποτυχία αυτή συνδέεται με την άμεση η έμμεση βοήθεια από τους συμμάχους σε αυτόν τον πόλεμο (Λ.Δ. της Κορέας, Ιράν, κ.λπ.). Ωστόσο, ακριβώς λόγω αυτής της αποτυχίας, επιδιώκεται σήμερα από την ηγεσία των ΗΠΑ η επίτευξη μιας κατάπαυσης του πυρός, με άμεσο στόχο τον επανεξοπλισμό και την ενίσχυση proxy ναζιστικού καθεστώτος του Κιέβου, ούτως ώστε σε λίγο να ανανεωθεί η επιθετικότητα κατά της Ρωσίας, με παράλληλη ενεργοποίηση και άλλων μετώπων, ενδεχομένως στην Υπερκαυκασία, στην Υπερδνειστερία, στην Κεντρική Ασία και αλλού.

Επιπλέον, βασικός στόχος της κυβέρνησης Τραμπ είναι ο προσεταιρισμός της άρχουσας τάξης της Ρωσίας, ώστε να επικεντρωθεί η επιθετικότητα του άξονα στην Λ.Δ. Κίνας και στην Λ.Δ. της Κορέας.

Υπόρρητος στόχος της χρηματιστικής ολιγαρχίας των ΗΠΑ είναι η επιτυχής διεξαγωγή και έκβαση του πολέμου.

Για αυτό λοιπόν η διοίκηση των ΗΠΑ χρειάζεται να προσδιορίζει την τακτική της στον πόλεμο, συγκαλύπτοντας κάποιες από τις κυνικές επιθετικές επιδιώξεις της πίσω από ρητορική περί «ειρήνης, ασφάλειες και συνεργασίας», χωρίς την παραμικρή προσπάθεια άμβλυνσης των ανειρήνευτων αντιφάσεων και συγκρούσεων συμφερόντων που προκάλεσαν τον πόλεμο και τροφοδοτούν την κλιμάκωση.

Παρά το γεγονός ότι αδιαμφισβήτητα ακριβώς ηγεσία των ΗΠΑ πυροδότησε και κλιμάκωσε -από κοινού την Μεγάλη Βρετανία και τις υπόλοιπες ιμπεριαλιστικές χώρες- αυτόν τον πόλεμο, τώρα προσπαθεί να αποποιηθεί των ευθυνών της.

Ενώ λοιπόν επιδίωξη του άξονα με επικεφαλής τις ΗΠΑ είναι η κλιμάκωση της επιθετικότητας εναντίον των δυνάμεων του αντιιμπεριαλισμού και του σοσιαλισμού σε Ευρώπη, Ασία και Αφρική, η ηγεσία των ΗΠΑ υποδύεται με θράσος τον ρόλο ενός δήθεν εκτός συρράξεως μεσολαβητή, κριτή και επιδιαιτητή για την επίλυση των συρράξεων. 

Παρουσιάζουν λοιπόν οι συγγραφείς του εγγράφου π.χ. την σύρραξη στην Ουκρανία ως δήθεν αποκλειστικά «εσωτερική υπόθεση της Ευρώπης». Στο ίδιο κλίμα συνηγορούν και οι άθλιες πολεμοκάπηλες ηγεσίες των ιμπεριαλιστικών χωρών της Ευρώπης, με απροκάλυπτα πολεμοχαρείς δηλώσεις και πρακτικές.

Κατ’ αυτό τον τρόπο, οι ΗΠΑ επιδιώκουν να μεταθέσουν την οικονομική επιβάρυνση και την στρατιωτική ευθύνη της συνέχισης του πολέμου στις χώρες της Ευρώπης, εξασφαλίζοντας μονοπωλιακά την τροφοδοσία του πολέμου με προϊόντα του δικού τους στρατιωτικού βιομηχανικού συγκροτήματος. Επιδιώκουν δηλαδή μετατροπή -εκτός της Ουκρανίας- και των υπολοίπων χωρών της Ευρώπης σε proxy δύναμη κρούσης, ούτως ώστε να δρέπουν οι αποκλειστικά τα οφέλη χωρίς κόστος οικονομικό και χωρίς να θυσιάζουν ανθρώπινες ζωές πολιτών τους.

Παρά την τεκτονικών διαστάσεων μετατόπισης ισχύος, παρά την καταφανή αποδυνάμωση του ιμπεριαλιστικού άξονα έναντι των ανερχόμενων αντιιμπεριαλιστικών και σοσιαλιστικών δυνάμεων με επικεφαλής την Κίνα, ο στρατηγικός σκοπός των ΗΠΑ παραμείνει αμετάβλητος: διεκδίκηση και εδραίωση της παγκόσμιας κυριαρχίας τους για την διασφάλιση της απομύζησης υπεραξίας σε πλανητική κλίμακα με τη μορφή μονοπωλιακών υπερκερδών. 

Από αυτή την άποψη, ο άξονας δεν έχει μεγάλη ευχέρεια επιλογών. Εξ ου και η έμφαση στην ανάγκη διατήρησης και ενίσχυσης του μηχανισμού ελέγχου των ροών κεφαλαίου σε πλανητική κλίμακα, μέσω των διακρατικών χρηματοπιστωτικών θεσμών διαφόρων επιπέδων και του ρόλου του δολαρίου ως παγκόσμιος χρήματος και διεθνούς αποθεματικού νομίσματος. 

Έτσι, η απουσία ρητής αναφοράς στη Ρωσία είναι σαφώς τεχνητή χειραγωγική πρακτική τακτικού χαρακτήρα, λόγω της συγκυρίας του πολέμου. Άλλωστε, η σαφής αναφορά στην επιδίωξη μιας ισχυρής Ευρώπης μέσω της αποτροπής κυριαρχίας αντίπαλού δεν αφήνει το παραμικρό περιθώριο παρερμηνείας. Εξυπακούεται λογικά και πραγματολογικά, ότι αυτός ο ευκόλως παραλειπόμενος αντίπαλος δεν μπορεί να είναι άλλος από την Ρωσία.

Η νέα ΕΣΑ των ΗΠΑ διακηρύσσει τη μετάβαση από την πολιτική του παγκοσμιοποίησης σε μια σκληρή προτεραιότητα των εθνικών συμφερόντων. Η στρατηγική καθορίζει τους βασικούς στόχους: αυστηρό έλεγχο των συνόρων και «τέλος της εποχής της μαζικής μετανάστευσης», ανασυγκρότηση της βιομηχανίας και ενεργειακή κυριαρχία, ενίσχυση του τεχνολογικού πλεονεκτήματος των ΗΠΑ και ενδυνάμωση του στρατού.

Σύμφωνα με την ΕΣΑ των ΗΠΑ, ο κόσμος αποτελείται από κυρίαρχα κράτη, το καθένα με τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματά του, τα δικά του συμφέροντα, τις ιδιαιτερότητες και τις παραδόσεις του. Τα ισχυρότερα και πλουσιότερα κράτη «έχουν φυσικά μεγαλύτερη επιρροή, επομένως τα συμφέροντά τους έχουν μεγαλύτερη σημασία». Οι ΗΠΑ θέλουν να εξασφαλίσουν την οικονομική, τεχνολογική και στρατιωτική υπεροχή τους έναντι άλλων χωρών — όχι στο όνομα των ιδανικών της καθολικής ευημερίας και της «παγκόσμιας τάξης που βασίζεται σε κανόνες», αλλά αποκλειστικά για την εξασφάλιση των δικών τους συμφερόντων.

Ένα από τα βασικά σημεία της ΕΣΑ είναι η αποκήρυξη του ρόλου του «παγκόσμιου αστυνόμου». Στο έγγραφο τονίζεται: «Οι καιροί που οι Ηνωμένες Πολιτείες, όπως ο Άτλαντας, στήριζαν ολόκληρη την παγκόσμια τάξη, έχουν περάσει».

Η στρατηγική της κυβέρνησης υποστηρίζει επίσης ότι «ο πόλεμος στην Ουκρανία είχε αντίθετο αποτέλεσμα, ενισχύοντας την εξωτερική εξάρτηση της Ευρώπης, ιδίως της Γερμανίας».

Η νέα θέση παρουσιάζεται ως ένα «ρεαλιστικό σχέδιο» που αποσκοπεί στη διασφάλιση του ότι «οι ΗΠΑ θα παραμείνουν η ισχυρότερη, η πλουσιότερη και η πιο επιτυχημένη χώρα στον κόσμο για τις επόμενες δεκαετίες».

Συνοπτικά, το κείμενο παρουσιάζει τη νέα ΕΣΑ ως μια ριζοσπαστική ρήξη με τη μεταπολεμική παγκοσμιοποιητική τάξη και ως μια συμμαχία της Ουάσιγκτον με τις ευρωπαϊκές πατριωτικές δυνάμεις, έναντι μιας αποδυναμωμένης και αυταρχικής ευρωπαϊκής ελίτ, σε μια προσπάθεια να σώσει την Ευρώπη από την πολιτισμική και δημογραφική της παρακμή.

Η ηγεσία των ΗΠΑ υπό τον πρόεδρο Τραμπ, επιχειρεί να εκβιάσει τις εξελίξεις με αναπροσαρμογή των σχεδίων της, ώστε να υφαρπάξει την στρατηγική πρωτοβουλία των κινήσεων (απόπειρα διάσπασης του μετώπου των αντιιμπεριαλιστικών και σοσιαλιστικών δυνάμεων με εξαγορά/προσεταιρισμό της ρωσικής αστικής τάξης, με συντριβή «ασθενών κρίκων» του πόλου της αντίστασης κ.λπ.).

Οι ιμπεριαλιστές των ΗΠΑ ονειρεύονται να κερδίσουν εκ νέου παγκόσμια ηγεμονία, με μια απ’ τα ίδια: την δοκιμασμένη συνταγή των Α’ και Β’ΠΠ: βάζοντας την Ευρώπη να σφαχτεί με Ρωσία κ.λπ., ώστε σε αυτό το μέτωπο, να παρέμβουν εκ των υστέρων ως επικυρίαρχοι, για να δρέψουν καρπούς της «ανοικοδόμησης» (τύπου «σχεδίου Marshall» μετά τον Β’ΠΠ) σε ότι θα έχει απομείνει από το σφαγείο, ώστε να καρπωθούν νέα υπερκέρδη από την επανεκκίνηση της οικονομίας και να εδραιώσουν εκ νέου την παγκόσμια ηγεμονία τους.

Οι ΗΠΑ επικεντρώνονται στον №1 υπαρξιακής σημασίας εχθρό τους: στη Λ.Δ. Κίνας, η οποία  «αποτελεί τη βασική απειλή για τα συμφέροντα των ΗΠΑ σε παγκόσμιο επίπεδο».

Στο πλαίσιο αυτής της στρατηγικής θα συνεχίσει να επιδιώκεται η ανάσχεση των ρυθμών της κατάπτωσής του άξονα στον παγκόσμιο συσχετισμό, μέσω της εξαγοράς, της απάτης, της διάσπασης, της φθοράς, του εκβιασμού ή και της ήττας/συντριβής των απανταχού αντιιμπεριαλιστικών, σοσιαλιστικών και επαναστατικών δυνάμεων του πλανήτη, κάθε μορφώματος ή σχήματος που θα μπορεί να αντισταθεί στην μονοκρατορία του.

Έτσι λοιπόν διαπιστώνουμε ότι και σε αυτή την εκδοχή διατύπωσης της ΕΣΑ των ΗΠΑ ο στρατηγικός σκοπός της παγκόσμιας κυριαρχίας παραμένει αμετάβλητος.

Εκείνο που τροποποιείται είναι η ρητορική, η ιδεολογική πλαισίωση, η τακτική, οι εμφάσεις στις επιλογές μέσων και τρόπων επίτευξης αυτού του σκοπού. Η επιδίωξη «να καταστεί Αμερική εκ νέου μεγάλη», αφενός μεν συνιστά ομολογία εκ των πραγμάτων απώλειας του πάλαι ποτέ μεγαλείου, αφετέρου δε είναι εφικτή μόνο μέσο μιας ιδεολογίας και πρακτικής που θέτει τις ΗΠΑ υπεράνω όλων, δηλαδή μέσω ενός ακραίου εθνικισμού και σοβινισμού. Ο τελευταίος έρχεται όχι για να εκτοπίσει αλλά για να τροποποιήσει νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση. Κοινός τόπος για την επίτευξη αυτού του νέου μείγματος τακτικής είναι ο εκφασισμός σε διακρατική κλίμακα, με την κατάλληλη για την συγκυρία μορφή έκταση και βάθος.

[1] Φουκουγιάμα (Fukuyama) Φράνσις. Φιλοσοφίζων πολιτικός αξιωματούχος (υποδιευθυντής του Γραφείου Σχεδιασμού Πολιτικής του Υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ), που έγινε γνωστός το 1989, λόγω της τεράστιας προβολής του από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, για τις ιδέες του περί του τέλους της ιστορίας.

Ερμηνεύει τη συγκυρία που διαμορφώθηκε από την κεφαλαιοκρατική αντεπανάσταση στην ΕΣΣΔ και στις χώρες του πρώιμου σοσιαλισμού, από το “τέλος του ψυχρού πολέμου” κ.λπ. κατά έναν άκρως ιδεολογικό τρόπο ως “το τέλος της ίδιας της ιστορίας, δηλαδή το τελικό σημείο της ιδεολογικής εξέλιξης του ανθρώπινου γένους και την οικουμενικοποίηση της δυτικής φιλελεύθερης δημοκρατίας ως της τελικής μορφής ανθρώπινης διακυβέρνησης”. Το εγχείρημά του αποτελεί υπόδειγμα εκλεκτισμού και εργαλειακής χρήσης ετερόκλητων φιλοσοφικών θέσεων (Χέγκελ, Πλάτωνα, Μπένθαμ, Νίτσε κ.ά.) για την ιδεολογική επένδυση μιας άκρως κυνικής πολιτικής σκοπιμότητας, η οποία προβάλλει την τρέχουσα διεθνή συγκυρία ως απαλοιφή οποιασδήποτε εναλλακτικής λύσης και την κεφαλαιοκρατία ως το άκρον άωτο της κοινωνικοοικονομικής και πολιτικής ζωής της ανθρωπότητας. Συνιστά το προκάλυμμα της πολιτικής στρατηγικής των κυρίαρχων μεγάλων δυνάμεων, οι οποίες επιδιώκουν τη διαιώνιση της κυριαρχίας τους έναντι των ασθενέστερα ανεπτυγμένων πληθυσμών του πλανήτη, μέσω

μιας “νέας τάξης πραγμάτων” που βασίζεται στη βίαιη επιτήρηση, στον αποκλεισμό και τη διαρκή αστυνόμευση του κόσμου. Πρόκειται για ένα αντιδραστικό ουτοπικό ιδεολόγημα νεοαποικιακού – ρατσιστικού χαρακτήρα, που αποσκοπεί στον εξορκισμό οποιασδήποτε κοινωνικής επανάστασης και του σοσιαλισμού. Εργο του: The End of History and the Last Man, New York, 1992 (Ελλην. έκδοση: Αθήνα 1993, “Νέα Σύνορα”, Α. Α. Λιβάνης).

[2] Οι συγγραφείς του κειμένου επιδεικνύουν πιο ρεαλιστική διαλεκτική αντίληψη για την σχέση στρατηγικής και τακτικής, από αυτή που βλέπουμε τα τελευταία χρόνια ιδεολογικά δόγματα στην αντίστοιχη πρακτική του «Κομμουνιστικού» Κόμματος Ελλάδας. Προφανώς αυτή η υπεροχή του ιμπεριαλιστικού ντοκουμέντου σε ρεαλισμό συνδέεται με πρακτικές ανάγκες και τις υποχρεώσεις τις εναπομείνασας υπερδύναμης σε συνθήκες Γ’ΠΠ. Τουναντίον, αποστολή του νυν «Κ»ΚΕ είναι η εξυπηρέτηση των αναγκών του άξονα ΗΠΑ-ΝΑΤΟ-ΕΕ-Σιωνισμού, μέσω της πρακτικής υπονόμευσης και ακύρωσης του υποκειμένου του αντιιμπεριαλιστικού επαναστατικού αγώνα στην Ελλάδα και διεθνώς. Βασικός όρος για αυτό είναι η ολική απόρριψη ακόμα και της λέξης «τακτική» από το λεξιλόγιο, γεγονός που ακυρώνει εκ προοιμίου τόσο την διαλεκτική σχέση στρατηγικής-τακτικής, όσο και τον πρακτικό επαναστατικό αγώνα. Όταν διατυπώνεται κάποιος «στρατηγικός σκοπός» (π.χ. η «λαϊκή εξουσία», ο «σοσιαλισμός») χωρίς την παραμικρή αναφορά στην τακτική (χωρίς τα εκάστοτε συγκεκριμένα μέσα, τρόπους, αντικειμενικούς και υποκειμενικούς αναγκαίους και ικανούς όρους προς επίτευξή του), αυτός ο «στρατηγικός σκοπός» είναι κενό γράμμα, λόγια του αέρα, απάτη για τους αφελείς…

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Μην παραλείψετε να δείτε