1

Υπάρχει σχέση μεταξύ ευρωκομμουνισμού, αλτουσεριανισμού και κομμουνισμού… Του Δ. Πατέλη.

Εισαγωγικό σημείωμα στην αναδημοσίευση.

 

Η τακτική των συμμαχιών, της διεύρυνσης και εμβάθυνσης των κοινωνικών και πολιτικών ερεισμάτων, είναι καθοριστικής σημασίας για την προοπτική του αγώνα των κομμουνιστών.

Αρκεί να υπάρχει σαφήνεια και πλήρης διαφάνεια ως προς τις αρχές, τη βάση, το πλαίσιο, τους όρους και τα όρια αυτών των συμμαχιών, κάθε συγκλίνουσας πορείας, κάθε συμπόρευσης.

Ακόμα και εάν πρόκειται για κάποια απλή δήλωση περιστασιακής προεκλογικής στήριξης μιας προσωπικότητας στο ΚΚΕ, απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή στη διακρίβωση των αρχών, βάσει των οποίων γίνεται αυτή η -κατά κανόνα αμοιβαία- προσέγγιση. Πολλώ δε μάλλον εάν πρόκειται για πιο μακρόπνοη συμπόρευση.

Στο προτεινόμενο κείμενο εξετάζεται μια αντιπροσωπευτική περίπτωση συμπόρευσης: του συναδέλφου, ομότιμου πλέον καθηγητή του Ε.Μ.Π., κ. Γ. Μηλιού, βασικού εκπροσώπου του αλτουσεριανισμού εν Ελλάδι.

Η επιλογή δεν είναι τυχαία. Κατ’ αρχήν, ουδόλως επικεντρώνεται στο πρόσωπο, ή/και στις διαπροσωπικές σχέσεις[1].

Έχει άραγε σχέση η αλτουσεριανή αίρεση με την επαναστατική θεωρία και μεθοδολογία του μαρξισμού;

Δεν είναι της παρούσης η ενδελεχής εξέταση του έργου του Λουί Αλτουσέρ (ΑΙthusser) στο οποίο εδράζεται η παραγωγή των συνεχιστών και των επιγόνων του.

Εδώ θα αρκεστώ σε μερικές επιγραμματικές επισημάνσεις.

Στο έργο του διακρίνονται δύο κύριες περίοδοι: 1) της δεκαετίας του 1960, όπου επικεντρώνει την προσοχή του στην επεξεργασία της φιλοσοφίας ως «θεωρίας των θεωρητικών πρακτικών» και 2) της δεκαετίας του 1970, οπότε εννοεί τη φιλοσοφία ως τεκμηρίωση της πολιτικής πάλης, ως «πολιτική εντός της θεωρίας», ως «σε τελική ανάλυση, πάλη των τάξεων εντός της θεωρίας».

Η πρώτη περίοδος χαρακτηρίζεται από την πολεμική κατά της πραγματιστικής ερμηνείας του μαρξισμού (κατά της εργαλειακής και επιλεκτικής χρήσης του στην τρέχουσα πολιτική), κατά της κυρίαρχης στη μεταπολεμική Γαλλία υπαρξιστικής, περσοναλιστικής, φαινομενολογικής κ.λπ. ερμηνείας του μαρξισμού.

Ο Αλτουσέρ δίνει έμφαση στα «ώριμα» (μετά το 1844) έργα του Μαρξ, στην αυτοτέλεια της επιστημονικής νόησης από την καθημερινή συνείδηση (της «θεωρίας» από την «ιδεολογία»), στον «μεθοδολογικό ρόλο της φιλοσοφίας», στην προσέγγιση της γνωστικής διαδικασίας ως πνευματικής παραγωγής κ.λπ.

Αποκαλεί τη στάση του «θεωρητικό αντιανθρωπισμό», όπου το συγκεκριμένο άτομο δεν συνιστά το αφετηριακό σημείο, αλλά το τελικό αποτέλεσμα της ανάλυσης της κοινωνίας. Απολυτοποιεί την ασυνέχεια στην ανάπτυξη της σκέψης του Μαρξ, την οποία οριοθετεί με την έννοια της (προερχόμενης από τον Μπασελάρ) «επιστημολογικής τομής».

Ο Αλτουσέρ διακατέχεται από μια ψυχοσωματική δυσανεξία στη διαλεκτική.

Η «συμπτωματική ανάγνωση» (lecture symptomate) του Κεφαλαίου που προτείνει στοχεύει στην κάθαρση του μαρξισμού από τη διαλεκτική και συνολικά από το «φενακισμένο περίβλημα» για την αποκάλυψη του «αληθινού πυρήνα του».

Στην «ιστορικιστική» διαλεκτική της ολότητας αντιπαραθέτει τη μελέτη της «δομής με δεσπόζουσα» και «επικαθορισμό» (surdetermination)…

Κατά τη δεύτερη περίοδο (μετά την «αυτοκριτική» του) ο Αλτουσέρ αμβλύνει κάπως τις «θεωρητικίστικες» θέσεις του, χωρίς να τις εγκαταλείπει, και επιχειρεί να τις καταστήσει συμβατές με τον νέο ορισμό της φιλοσοφίας κατά τον οποίο η τελευταία ανάγεται στην πολιτική.

Η αλτουσεριανή αναγωγή της φιλοσοφίας σε πολιτική, σε «ταξική πάλη στο χώρο της θεωρίας» είναι άκρως άγονη και τελικά υπονομευτική για την κοινωνική θεωρία και πράξη. Αγνοεί και διαστρεβλώνει την ίδια την ιδιοτυπία της πολιτικής ως μορφής κοινωνικής συνείδησης και πρακτικής.

Αυτή η αναγωγή υπονομεύει και την ίδια την πολιτική (την οποία υποτίθεται ότι εξυπηρετεί με κραυγαλέα στράτευση), δεδομένου ότι της στερεί τη δυνατότητα θεωρητικής και μεθοδολογικής θεμελίωσης της όποιας στρατηγικής και τακτικής, η οποία είναι ανέφικτη χωρίς την προτρέχουσα και σχετικά αυτοτελή (αποστασιοποιημένη από το «βλέποντας και κάνοντας» και την εμπλοκή στο εκάστοτε «εδώ και τώρα» του πολιτικού ακτιβισμού) θεωρητική-φιλοσοφική έρευνα.

Η αναγωγή της φιλοσοφίας στην πολιτική, ακυρώνει τη σχετική αυτοτέλεια, τη διαμεσολαβητική απόσταση που επιτρέπει και διασφαλίζει τη στρατηγική καθολική εμβέλεια της φιλοσοφίας, γεγονός που καθιστά και την πολιτική κοντόφθαλμη, ετεροπροσδιοριζόμενη, αν όχι τυφλή.

Η αυθεντική κοινωνική θεωρία που χαράσσει δρόμους, παρά τις περί του αντιθέτου αγκυλώσεις, δεν ανάγεται σε έρποντα εμπειρισμό, που στην καλύτερη περίπτωση συνιστά «γενίκευση της πρακτικής», δηλαδή, εξ ορισμού, πάντα έπεται της όποιας πρακτικής, στο πνεύμα του αστικού θετικισμού, της χρησιμοθηρίας και του πραγματισμού.

Ο τρόπος με τον οποίο ο Αλτουσέρ έθεσε τα θεμελιώδη προβλήματα της μαρξιστικής θεωρίας εκ των πραγμάτων απορρίπτει τη συστηματική ανάλυση των νομοτελειών ανάπτυξης της επιστημονικής νόησης (βλ. ιστορικό και λογικό, ανάβαση από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο, διάνοια και λόγος, διαλεκτική λογική κ.λπ.).

Συνιστά ένα απ’ τα πιο διαδεδομένα εγχειρήματα ακύρωσης της διαλεκτικής μεθοδολογίας του οργανικού όλου και αναθεώρησης της επαναστατικής θεωρίας και μεθοδολογίας του μαρξισμού.

Συνοψίζοντας, μόνο με όρους άγνοιας, ημιμάθειας ή/και από παρεξήγηση μπορεί να θεωρεί κάποιος τον Αλτουσέρ και τους επιγόνους του μαρξιστές.

Η χονδροειδής αντιδιαλεκτική/μεταφυσική αναθεώρηση του μαρξισμού που εισηγήθηκε, έγινε ευρέως αποδεκτή από την αστική και μικροαστική διανόηση της ΕΕ και άλλων κεφαλαιοκρατικών χωρών, ιδιαίτερα από αυτή τη συνιστώσα της που ο Μαρξ αποκαλούσε «καθηγητική επιστήμη».

Η αναγωγή της κοινωνίας/ιστορίας σε απρόσωπες μεταφυσικές δομές, συνδέεται με την έκπτωση της επιστημονικής εικόνας του κόσμου στην αστική φιλοσοφία, με τον εξοβελισμό της κοσμοθεωρητικής προβληματικής ως «μεταφυσικής», με την γενικότερη υποβάθμιση του κύρους της θεωρίας και τη λατρεία των «αντικειμενικών γεγονότων», των «δομών» και των «δεδομένων» στο πλαίσιο του θετικισμού.

Η μετεξέλιξη του τελευταίου από την αναλυτική της παράστασης στην αναλυτική της γλώσσας, η πορεία του μεταθετικισμού προς τον ανορθολογισμό, μαζί με την έκπτωση του δομισμού/στρουκτουραλισμού στο μεταδομισμό, άνοιξαν το δρόμο στη «μεταμοντέρνα» αποδόμηση και στη διάλυση των πάντων στη «διακειμενικότητα», υπό το πρίσμα της οποίας εξοβελίζεται πλέον και το ίδιο το «αντικειμενικό γεγονός».

Οι εξελίξεις αυτές συμβαδίζουν και με την προβληματική του εκφυλισμού της στρουκτουραλιστικής (στη βάση της γαλλικής εκδοχής του θετικισμού-επιστημονισμού) απόπειρας αναθεώρησης του μαρξισμού.

Η απόπειρα αυτή, εκκινώντας από την αλτουσεριανή «ιστορία χωρίς υποκείμενο» πέρασε εύκολα στη φουκοϊκή «μικροφυσική της εξουσίας», στη «βιοπολιτική» και στη μεταμοντέρνα αναγωγή γνώσης και επιστήμης σε «αφηγήματα» σε «κοινωνικές-συμβολικές κατασκευές» και παίγνια «ταυτοτήτων» κατά το δοκούν κ.ο.κ., που οδηγούν σε αδιέξοδες, ανορθολογικές και άκρως επικίνδυνες τάσεις (βλ. Πατέλης Δ. Επιτακτική η ανάγκη συντριβής των ιδεολογημάτων και πρακτικών του αστικού δικαιωματισμού. ).

Ας επανέλθουμε όμως στο κύριο θέμα μας.

Κρίνω ότι τα όποια πολιτικά διαβήματα σύγκλισης ή απόκλισης με ένα ιστορικό κόμμα όπως το ΚΚΕ, δεν είναι και δεν μπορούν να είναι θέμα γούστου ή/και στιγμιαίων-περιστασιακών προτιμήσεων. Τουναντίον, συνδέονται οργανικά με την όλη θεωρητική ή/και ιδεολογική σκευή των ανθρώπων, με τον όλο βίο και την πολιτεία τους.

Για κάθε σκεπτόμενο κομμουνιστή, η συμπόρευση εγείρει ερωτήματα που αφορούν τόσο τις πολιτικές/πρακτικές θέσεις, όσο και τη συνολική σχέση προς το μαρξισμό, την επαναστατική θεωρία και μεθοδολογία.

Ερωτήματα που αφορούν ευθέως τα χαρακτηριστικά τόσο των εκάστοτε συμπορευόμενων δυνάμεων, όσο και του φορέα που γίνεται αποδέκτης αυτής της στήριξης.

Ερωτήματα, τα οποία -κακώς- ενδέχεται μεν να θεωρούνται ήσσονος σημασίας έως αμελητέα σε συνθήκες ρουτίνας του αστικού κοινοβουλευτικού βίου, αλλά η σημασία των οποίων γίνεται καθοριστική σε συνθήκες κλιμάκωσης και γενίκευσης του εν εξελίξει Γ’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Ενός πολέμου που εγείρει επιτακτικά στο προσκήνιο την θεμελιώδη δυνατότητα ή αδυναμία του υποκειμένου, βάσει της θεωρητικής και πρακτικής διακρίβωσης της στάσης προς τα διακυβεύματα ζωής η θανάτου που εγείρει η σύρραξη για το κίνημα και την ανθρωπότητα.

Αναφέρω ενδεικτικά ορισμένα κομβικά ζητήματα και ερωτήματα θεωρίας και πράξης που έθετα από τότε:

  • Υπό ποιους όρους π.χ. είναι θεμιτή και επιθυμητή η συμπόρευση με το νυν ΚΚΕ δυνάμεων με μακρά θητεία στο μετερίζι του ευρωκομμουνισμού, με ιδιαίτερες επιδόσεις στο …αγώνισμα του αντισοβιετισμού-αντικομμουνισμού;
  • Συμβιβάζεται άραγε το ΚΚΕ με -αστικά κατά βάση- ιδεολογήματα περί «κρατικού καπιταλισμού» και «ιδιότυπων εκμεταλλευτικών καθεστώτων» στην ΕΣΣΔ και στις άλλες χώρες του πρώιμου σοσιαλισμού;
  • Αποδέχονται άραγε οι κομμουνιστές τα ιδεολογήματα περί συλλήβδην απορριπτέου «σοβιετικού μαρξισμού», προτάσσοντας στο εξής αλτουσεριανά και άλλα ευρωκομμουνιστικά και νεομαρξιστικά δόγματα-σχήματα;
  • Θεωρούν άραγε οι κομμουνιστές ότι το σύνολο της μαρξιστικής θεωρητικής παραγωγής (φιλοσοφικής, οικονομικής, πολιτικής κ.λπ.) της ΕΣΣΔ και των άλλων χωρών του πρωίμου σοσιαλισμού είναι άχρηστο και επικίνδυνο;
  • Ποια και σε ποιο βαθμό αναθεώρηση-διαστρέβλωση του μαρξισμού θεωρείται αποδεκτή/ανεκτή από τους κομμουνιστές ως αναπόσπαστο στοιχείο της ιδεολογικής σκευής κάποιων συμπορευόμενων δυνάμεων, υπό ποιους όρους και προς επίτευξη ποιων σκοπών;
  • Είναι συμβατή με την κομμουνιστική φιλοσοφία η απόρριψη της επαναστατικής διαλεκτικής της ανάπτυξης, ως μεθοδολογικής βάσης επιστημονικής έρευνας της ιστορικής νομοτέλειας και επαναστατικού μετασχηματισμού της κοινωνίας;
  • Είναι συμβατή με την κομμουνιστική φιλοσοφία η απόρριψη της διαλεκτικής ιστορικής διαδικασίας της ανάπτυξης κατά νομοτελή στάδια, με συγκεκριμένη ιστορική κλιμάκωση ποιοτικών, ποσοτικών και ουσιωδών μετασχηματισμών, αντικειμενικών και υποκειμενικών όρων, με αντίστοιχη αναβάθμιση μέσων, σκοπών, τρόπων και υποκειμένων;
  • Είναι συμβατή με την κομμουνιστική φιλοσοφία η απόρριψη της ανάπτυξης (βάσει της οργανικής σχέσης των νόμων της διαλεκτικής) και η υιοθέτηση στη θέση της του δομισμού/στρουκτουραλισμού και του γραμμικού εξελικτισμού;
  • Είναι συμβατή με την κομμουνιστική φιλοσοφία η υιοθέτηση και διακίνηση της ιδεολογίας και πρακτικής της Β’ Διεθνούς περί «ιστορίας ως διαδικασίας χωρίς υποκείμενο» στην εκδοχή του αλτουσεριανού εμμενώς αντιδιαλεκτικού δομισμού;
  • Είναι συμβατή με την επαναστατική θεωρία η απόρριψη του θεμέλιου της μαρξικής επιστήμης της πολιτικής οικονομίας: της εργασιακής θεωρίας της αξίας και η υποκατάστασή της από κάποια «χρηματική θεωρία της αξίας» και την συνακόλουθη «χρηματική θεωρία της υπεραξίας»;
  • Είναι συμβατή με τη στάση των κομμουνιστών η εκ των πραγμάτων υποστήριξη της ιμπεριαλιστικής ολοκλήρωσης της ΕΕ-Φυλακής Λαών και του νομίσματός της, του Ευρώ, σαν να συνιστούν αυτά αναπόδραστη «κανονικότητα», με αντίστοιχη υιοθέτηση του αστικού/ιμπεριαλιστικού κοσμοπολιτισμού (ως δήθεν συνώνυμου με τον διεθνισμό) και η κατακεραύνωση κάθε αντίθετης άποψης ως «εθνικιστικής»;
  • Είναι συμβατή με ένα Κομμουνιστικό Κόμμα η απόρριψη της μαρξιστικής-λενινιστικής επιστήμης της παγκόσμιας πολιτικής οικονομίας στο ιμπεριαλιστικό της στάδιο και η συνακόλουθη μετατροπή του ιμπεριαλισμού σε αφηρημένο και απροσδιόριστο «πουκάμισο αδειανό» που «φοριέται» από όλες τις χώρες του πλανήτη και τελικά ανάγεται σε βουλησιαρχικά εννοούμενες πολιτικές επιλογές κάποιων «ελίτ»;
  • Είναι συμβατή με ένα Κομμουνιστικό Κόμμα η απόρριψη της καθοριστικής συμβολής του Β. Ι. Λένιν στη δημιουργική ανάπτυξη του μαρξισμού μέσω της πολιτικής οικονομίας του ιμπεριαλισμού, αλλά και της ίδιας της επιστημονικής κατηγορίας «ιμπεριαλισμός»;
  • Είναι συμβατή με ένα Κομμουνιστικό Κόμμα η αγνόηση των επιστημονικών λενινιστικών κριτηρίων δυναμικής ιεράρχησης της παγκόσμιας «αλυσίδας του ιμπεριαλιστικού συστήματος» με τη διάκριση της θέσης και του ρόλου των ισχυρότερων ως προς το κεφάλαιο χωρών, των ιμπεριαλιστικών χωρών και η συνακόλουθη αναθεώρηση-σύγχυση μεταξύ των επιστημονικών κατηγοριών «ιστορικό στάδιο του ιμπεριαλισμού» και «ιμπεριαλιστική χώρα»;
  • Είναι συμβατή με την μαρξιστική φιλοσοφία και πολιτική οικονομία η απόρριψη της συγκεκριμένης ιστορικής κατηγορίας «κοινωνικοοικονομικός σχηματισμός» και η υποκατάστασή της από μια στατική, δομική/στρουκτουραλιστική εξέταση των εθνών/κρατικών μορφωμάτων, σαν να είναι αυτά δήθεν απολύτως αυτοτελή, πρακτικά ασύνδετοι και αποσπασματικοί «εθνικοί σχηματισμοί», με ανύπαρκτη έως αποκλειστικά εξωτερική/επουσιώδη αλληλεπίδραση;
  • Είναι συμβατή με την μαρξιστική φιλοσοφία και πολιτική οικονομία η παραίτηση από την επιστημονική διερεύνηση του όλο και πιο περίπλοκου στο σύγχρονο στάδιο του ιμπεριαλισμού πλέγματος άντλησης μονοπωλιακών υπερκερδών στο πλαίσιο των πολλαπλά διαμεσολαβημένων σχέσεων παραγωγής -σχέσεων υπερεκμετάλλευσης και κυριαρχίας παγκόσμιας εμβέλειας- και η αναγωγή των διεθνών οικονομικών σχέσεων σε εξωτερικές «αλληλεπιδράσεις/αλληλοεξαρτήσεις» μεταξύ «εθνικών κοινωνικοοικονομικών σχηματισμών» – δίκην στατικών δομικών στοιχείων κάποιας μεταφυσικά εννοούμενης φαραωνικής δομής, κατά τα αλτουσεριανά στρουκτουραλιστικά δόγματα;
  • Είναι συμβατή με ένα Κομμουνιστικό Κόμμα η παραίτηση από την επιστημονική μαρξιστική εξέταση της θέσης και του ρόλου της ευρωπαϊκής, ευρωατλαντικής και παγκόσμιας χρηματιστικής ολιγαρχίας και των αντίστοιχων οργάνων διακρατικομονοπωλιακής επιβολής του ιμπεριαλισμού, αλλά και των πολυπλόκαμων και πολυεπίπεδων μηχανισμών διακρατικής, περιφερειακής και παγκόσμιας εκμετάλλευσης/απομύζησης υπεραξίας με την ποικιλομορφία των μονοπωλιακών υπερκερδών;
  • Είναι συμβατή με ένα Κομμουνιστικό Κόμμα η απολογητική των κεφαλαιοκρατικών/ιμπεριαλιστικών ολοκληρώσεων αυταπάτη, βάσει της οποίας «οι εγχώριες κυρίαρχες τάξεις» και οι «ελίτ» (sic) των εκάστοτε «εθνικών κοινωνικοοικονομικών σχηματισμών» δρουν με περισσή αυτοτέλεια και ανεξαρτησία, έχοντας απλώς κάποια επικουρικά «ευρωπαϊκά στηρίγματα»;
  • Είναι συμβατή με την μαρξιστική φιλοσοφία και πολιτική οικονομία η αναγωγή του ιμπεριαλισμού σε αλτουσεριανής κοπής βουλησιαρχική επιλογή κάποιων «εγχώριων κυρίαρχων τάξεων» ή/και «ελίτ» λόγω «πολιτικού επικαθορισμού»;
  • Είναι συμβατή με ένα Κομμουνιστικό Κόμμα η παραίτηση από τον πρακτικό αντιιμπεριαλιστικό αγώνα (κατά ΗΠΑ-ΝΑΤΟ-ΕΕ) με την αφηρημένη επίκληση (την μπάλα στην εξέδρα, ή/και στις ελληνικές καλένδες) της «καθαρής ταξικής πάλης»;
  • Είναι συμβατή με ένα Κομμουνιστικό Κόμμα η αναγωγή του κομμουνισμού σε αφηρημένη «κριτική και αμφισβήτηση»;
  • Είναι συμβατή με το κόμμα η απολογητική του ιμπεριαλισμού που θέτει ως όρο για την αποχώρηση από το ΝΑΤΟ, τη διάλυση του ΝΑΤΟ;
  • Είναι συμβατή με ένα ιστορικό Κομμουνιστικό Κόμμα η απόρριψη της διαλεκτικής σχέσης στρατηγικής-τακτικής, η απόσπαση της στρατηγικής από την τακτική και η εξαίρεση ακόμα και της λέξης «τακτική» από το κομματικό λεξιλόγιο, ή μήπως συνιστά διολίσθηση στον έρποντα τακτικισμό με φραστική φετιχοποίηση της «καθαρής στρατηγικής» και της «ταξικής πάλης»;

Και άλλα πολλά…

 

Οι πολιτικές συμμαχιών συνδέονται οργανικά με τις ιεραρχήσεις και την ασκούμενη πολιτική του φορέα στην εκάστοτε συγκυρία. Επομένως, η αναγκαία για τις εκάστοτε προτιμητέες συμμαχίες αμοιβαία μετατόπιση πρακτικών-πολιτικών θέσεων και ιδεολογικής-προπαγανδιστικής πλαισίωσης των τελευταίων είναι απαραίτητο να αναδεικνύονται και να γίνονται αντικείμενο ανοικτής, δημόσιας, ορθολογικής-επιστημονικής συζήτησης.

Μόνο αυτή η στάση και αντιμετώπιση προσιδιάζει στους κομμουνιστές.

Είναι σαφές ότι εδώ δεν έχουμε μια τυχαία δήλωση στήριξης του ΚΚΕ.

Δεν μπορούμε να προβούμε σε δίκη προθέσεων.

Εικασίες κάνουμε βάσει όσων είναι δημόσια γνωστά.

Ωστόσο, η μετατόπιση ενός ανθρώπου με την ως άνω θεωρητική και ιδεολογική σκευή και πολιτική θητεία δεν μπορεί να αποϊδεολογικοποιείται, δεν μπορεί να προβάλλει ως δήθεν κοσμοθεωρητικά και ιδεολογικά ουδέτερη.

Η κοσμοθεωρία και η ιδεολογία, δεν είναι επουσιώδη θέματα για τους κομμουνιστές.

Δεν είναι μανδύες ή προσωπεία, που μπορεί κάποιος να ενδύεται και απεκδύεται όπως και όποτε του καπνίσει.

Βάσει της μαρξιστικής επιστήμης, η θεωρία και η μεθοδολογία του ανθρώπου έχει νόημα, μόνον όταν από αυτήν εμφορείται και νοηματοδοτείται το σύνολο της ύπαρξης και δράσης του, όταν αυτή συμπυκνώνεται και εκφράζεται ως στάση ζωής, όταν διέπει τη ζωή του ανθρώπου. Πολύ περισσότερο αυτό ισχύει για την θεωρία και μεθοδολογία ενός Κομμουνιστικού Κόμματος.

Η θεωρία και η μεθοδολογία, εφ’ όσον αναπτύσσονται απρόσκοπτα και συγκροτημένα, επιτρέπουν την επιστημονική περιγραφή και εξήγηση της πραγματικότητας, την επιστημονική πρόβλεψη αυτού που μέλλει γενέσθαι, και βάσει αυτών των λειτουργιών τους: τη χάραξη σκοπού, στρατηγικής και τακτικών.

Μόνον έτσι, μετά λόγου γνώσεως, αποκτά περιεχόμενο και προοπτική ο επαναστατικός αγώνας.

Όπως κατέδειξαν οι θεμελιωτές της επαναστατικής θεωρίας, χωρίς επαναστατική θεωρία, η πράξη είναι τυφλή (βλ. και Πατέλης Δ. Μόνο επιστημονικά κάνουμε ελκτική δύναμη τον κομμουνισμό.).

Πρακτικές και μεθοδεύσεις που κινούνται έξω απ’ αυτή τη μαρξιστική αρχή, οδηγούν νομοτελώς σε άκρως επικίνδυνους καιροσκοπισμούς, άσχετους με το περιεχόμενο και το νόημα του επαναστατικού κινήματος.

Κάθε άλλη αντίληψη αυτού του θέματος, δεν έχει την παραμικρή σχέση με επαναστατική στάση ζωής, μιας και είναι δηλωτική υποκρισίας, διάστασης λόγων και έργων και άλλων παρόμοιων εκφυλιστικών φαινομένων.

Επομένως, σε παρόμοιες μετατοπίσεις, είναι μείζονος σημασίας η στάση του δρώντος προσώπου έναντι της μέχρι τούδε πολιτικής του πορείας, έναντι της θεωρητικής και ιδεολογικής παραγωγής και σκευής του, αλλά και η στάση του πολιτικού φορέα-αποδέκτη/υποδοχέα των μετατοπίσεων.

Όσο η στάση αυτή δεν εξετάζεται δημόσια, δύο τινά μπορούν να συμβαίνουν: αυτός που έχει προβεί στη μετατόπιση είτε

  1. θεωρεί τη μετατόπιση ανεξάρτητη από τις προηγούμενες θέσεις του, άρα και την ιδεολογία του δευτερεύουσας σημασίας, είτε
  2. βλέπει αυτή τη μετατόπιση ως μέσο-όχημα για την προώθηση, διάδοση και εφαρμογή σκοπών που συνδέονται οργανικά και αδιάλειπτα με την όλη πορεία, τις θέσεις και την ιδεολογία του, στις οποίες παραμένει πιστός, την εφαρμογή/προαγωγή των οποίων επιδιώκει με συνέπεια σε κάθε επόμενο βήμα του.

Ειλικρινά, δεν ξέρω τι είναι χειρότερο και πιο επικίνδυνο ανάμεσα σε αυτές τις εκδοχές υποκρισίας, εργαλειακών σχέσεων και κρυψίνοιας…

Εκείνο που είναι μονοσήμαντα καταστροφικό για το κομμουνιστικό κίνημα, είναι η εξοικείωση με τέτοια εργαλειακή/καιροσκοπική στάση προς τη θεωρία, τη μεθοδολογία και τη στάση ζωής ως μια καθ’ όλα αποδεκτή και προτιμητέα «κανονικότητα».

Και αυτό δεν αφορά αποκλειστικά κάποιο μεμονωμένο πρόσωπο που προέβη σε δήλωση στήριξης…

 

Βλ. επίσης:

Πατέλης Δ. (2014). Ιμπεριαλιστική ολοκλήρωση, ανισομέρεια και “ασθενής κρίκος”.

Πατέλη Δ. «Κατασκευή», «διόρθωση» ή ολική καταστροφή της ταυτότητας του ανθρώπου; 

Πατέλη Δ. Αντικομμουνισμός και περί «ολοκληρωτισμού» ιδεολογήματα…

Πατέλης Δ. Η ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΤΟΥ ΓΙΓΝΕΣΘΑΙ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ.

Δ. Πατέλης. Κοινωνική νομοτέλεια: θεωρητικό κεκτημένο και «Λογική της Ιστορίας». Εννοιολογικές και μεθοδολογικές επισημάνσεις.

Πατέλης Δ. Κοινωνικές Επιστήμες και Μεθοδολογία του Οργανικού Όλου: Πέραν του Διπόλου Ποιοτικών και Ποσοτικών Μονομερειών. 

Πατέλης Δημήτρης. Για τη θεωρία και μεθοδολογία της διαλεκτικής υλιστικής αντίληψης της ιστορίας. Μια εισαγωγή στον ιστορικό υλισμό. 2020

Πατέλης Δ. Δομική κρίση πόλεμος και προοπτικές ανάπτυξης-διεξόδου απ’ τα συστημικά αδιέξοδα για τη χώρα και την ανθρωπότητα.

Πατέλης Δ. Αντισοβιετισμός-αντικομμουνισμός, πρακτορολογία και συκοφαντίες.

 

 

[1] Με τον κ. Γ. Μηλιό γνωριζόμαστε από την δεκαετία του 1980 και έχουμε συνυπάρξει και αντιπαρατεθεί σε συνέδρια, ημερίδες και σε αρκετές εκδηλώσεις αμοιβαίου ενδιαφέροντος. Η φιλοσοφία, η μεθοδολογία και η κοσμοθεώρηση του καθ’ ενός μας είναι από μη συμβατές έως εκ διαμέτρου αντίθετες.  Ωστόσο, μεταξύ μας υπάρχει μια διαπροσωπική σχέση επικοινωνίας και αμοιβαίου σεβασμού, η οποία -θέλω να ελπίζω- μας επιτρέπει να συμφωνούμε ή/και να διαφωνούμε επικεντρώνοντας τον διάλογο στα επίδικα θεωρητικά και πρακτικά ζητήματα, πέρα από διαπροσωπικές φορτίσεις.

 

 

Εκ νέου περί των σχέσεων ευρωκομμουνισμού, αλτουσεριανισμού και κομμουνισμού… Δήλωση στήριξης, διάλογος και αρχές…

Του Δημήτρη Πατέλη.

Δημοσιεύθηκε 20 Ιανουαρίου 2019 στην Συλλογικότητα αγώνα για την ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΕΝΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑΣ

Ο κ. Γ. Μηλιός τάσσεται εσχάτως αναφανδόν υπέρ του ΚΚΕ! Το επιβεβαιώνει ρητά και σε πρόσφατη συνέντευξή του («Αναγκαίος ο διάλογος και η στήριξη του ΚΚΕ». Εφημερίδα των Συντακτών 19.1.2019). Θα ρωτούσε κανείς εύλογα: και λοιπόν; Τι το μεμπτό υπάρχει σε αυτό;  Δεν μπορεί ένας προβεβλημένος και διακεκεριμένος πολιτικός και διανοούμενος της αριστεράς να αλλάξει απόψεις και θέση; Είδε ένας άνθρωπος κάπου φως ιλαρόν αγωνιστικής συνέπειας και προσχωρεί! Άλλωστε, ιδιαίτερα σε προεκλογικές περιόδους, είναι σύνηθες να γίνονται δηλώσεις στήριξης κομμάτων εκ μέρους διαφόρων ανθρώπων και ομάδων.

Οφείλω να επισημάνω, ότι δεν έχω την παραμικρή πρόθεση να αυτοαναγορευτώ σε κριτή του ποιος τάσσεται με ποιόν στη σύγχρονη πολιτική σκηνή. Άλλωστε, σε μιαν αστική δημοκρατία, οι επιλογές αυτές άπτονται των δικαιωμάτων του πολίτη και του ανθρώπου. Από αυτή την τυπική άποψη λοιπόν, δεν μου πέφτει λόγος. Επιπλέον, από το 1989 δεν έχω οργανωτική σχέση με αυτό το κόμμα ούτε και με κάποιο άλλο.

Η επιλογή μου αυτή ήταν και παραμένει συνειδητή. Συνδέεται με τη μαρξιστική επιστημονική αντίληψη περί κομματικότητας. Σε αντίθεση με τις τρέχουσες αντιλήψεις, κομματικότητα είναι η ανώτερη μορφή επαναστατικής συνείδησης, συνείδησης του υποκειμένου του επαναστατικού αγώνα για την επίτευξη της ενοποίησης της ανθρωπότητας, του κομμουνισμού.

Με βάση αυτή την αντίληψη κρίνεται το κάθε βήμα, η κάθε ιεράρχηση (στρατηγικών και τακτικών) σκοπών και μέσων του αγώνα (θεωρητικών, πρακτικών, ιδεολογικών, οργανωτικών κ.λπ.). Άρα, αν εγκαταλείψουμε το πεδίο των τυπικών σχέσεων δικαιωμάτων, η περιεκτική και συμβολική πλευρά τέτοιων διαβημάτων, δεν μπορεί να αφήνει αδιάφορο όποιον αντιλαμβάνεται ή/και θεωρεί εαυτόν στρατευμένο σε αυτό τον αγώνα.

Η περίπτωση του κ. Γ. Μηλιού δεν είναι τυχαία. Αρκεί να γνωρίζει κανείς στοιχειωδώς την πολύπλευρη ερευνητική, συγγραφική, διδακτική και πολιτική του δράση. Πρόκειται για ένα δραστήριο διανοούμενο της αριστεράς, ο οποίος έχει πλούσιο θεωρητικό έργο μαρξιστικό, ή -τέλος πάντων- μαρξιστικής αναφοράς, είναι καθηγητής του ΕΜΠ και διευθύνει την τριμηνιαία επιθεώρηση “Θέσεις”. Επομένως, πολιτικά διαβήματα εκ μέρους μιας προσωπικότητας τέτοιου τύπου, δεν είναι θέμα ιδιωτικού γούστου, δεν μπορούν να αποτιμώνται ως άσχετα με την μέχρι τούδε πορεία της, με την όλη θεωρητική ή/και ιδεολογική της σκευή. Άρα, το εν λόγω διάβημα της στήριξης ενός πολιτικού κόμματος με τέτοια πλούσια ιστορία, θέτει εκ των πραγμάτων ερωτήματα που αφορούν τη σχέση προς το μαρξισμό, τη θεωρία και μεθοδολογία τόσο της εν λόγω προσωπικότητας, όσο και του φορέα που γίνεται αποδέκτης αυτής της στήριξης. Εφ’ όσον η στήριξη αυτή προέκυψε προσφάτως, η ορθολογική της εξήγηση είναι εφικτή μέσω της βέλτιστης δυνατής σφαιρικής ανάδειξης των αντικειμενικών και υποκειμενικών όρων αυτής της (ατομικής, μονομερούς είτε/και διμερούς, αμφίδρομης;) προσέγγισης, αυτής της μετατόπισης θέσεων.

Στο σημείωμα αυτό θα περιοριστώ σε μερικές ενδεικτικές επισημάνσεις με αφορμή την τελευταία συνέντευξη. Ο κ. Μηλιός, ως γνωστόν, επί δεκαετίες έχει δρέψει δάφνες εις το λαμπρόν πεδίον δόξης του «ευρωκομμουνιστικού» αντισοβιετισμού-αντικομμουνισμού (ως διαπρύσιος κήρυξ των ιδεολογημάτων περί «κρατικού καπιταλισμού» στην ΕΣΣΔ και στις άλλες χώρες του πρώιμου σοσιαλισμού). Είναι μαχητικός πολέμιος ενός φαντασιακού στην ανιστορικότητά του μορφώματος, που αποκαλεί «σοβιετικό μαρξισμό» (αντιληπτό βάσει αλτουσεριανών και άλλων δογμάτων-σχημάτων, ως κάτι το μεταφυσικά ομοιογενές και αδιαφοροποίητο), χωρίς να έχει ο ίδιος πρόσβαση σε πρωτογενείς πηγές επί της ποικιλομορφίας και ιδιοτυπίας της θεωρητικής παραγωγής στην ΕΣΣΔ. Έχει διαπρέψει και στην αναθεώρηση-διαστρέβλωση του μαρξισμού: απόρριψη της διαλεκτικής αλλά και της μαρξικής εργασιακής θεωρίας της αξίας, υιοθέτηση και διακίνηση της ιδεολογίας και πρακτικής της Β’ Διεθνούς περί «ιστορίας ως διαδικασίας χωρίς υποκείμενο» στην εκδοχή του αλτουσεριανού αντιδιαλεκτικού δομισμού, υποστήριξη της ιμπεριαλιστικής ολοκλήρωσης της ΕΕ-Φυλακής Λαών και του Ευρώ με αντίστοιχη κατακεραύνωση κάθε αντίθετης άποψης ως «εθνικιστικής», κ.λπ. Διετέλεσε επί μακρόν «σκιώδης υπουργός οικονομικών» του ΣΥΡΙΖΑ απ’ τον οποίο αποστασιοποιήθηκε εν ευθέτω χρόνω, και παραιτήθηκε μεν από το Τμήμα Οικονομικής Πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ (18.3.2015), ανταμείφθηκε δε δια τας υπηρεσίας του με διορισμό απ’ την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ στην τιμητική θέση του προέδρου του Φεστιβάλ Αθηνών… Εξ όσων γνωρίζω, οι παραπάνω θέσεις δεν υιοθετούνται από το ΚΚΕ και τον κόσμο που αυτό συσπειρώνει και επηρεάζει.

Θα ανέμενε λοιπόν κανείς, ότι με την πρώτη δημόσια τοποθέτησή του περί στήριξης του ΚΚΕ, ο κ. Μηλιός θα έλεγε κάτι για όλες αυτές τις θέσεις και επιδόσεις του, βάσει των οποίων επί δεκαετίες βρισκόταν σε οξύτατη δημόσια σύγκρουση με τον πολιτικό χώρο που εσχάτως στηρίζει και τους ανθρώπους του.

Φευ! Ο επί δεκαετίες ευρωκομμουνισμός & αντισοβιετισμός του, η ευρωλαγνεία του και η όλη αναθεωρητική του πορεία δεν θίγονται καν στη συνέντευξη. Εκεί βλέπουμε άλλα λόγια ν’ αγαπιόμαστε και περί διαλόγου προθέσεις… Δεν προβαίνει καν σε ίχνος αυτοκριτικής για το αλτουσεριανό περιοδικό που διευθύνει, για το όλον «ερευνητικό και συγγραφικό του έργο» και τις ιδεολογικοπολιτικές του θέσεις. Τουναντίον, σπεύδει να εξάρει την αυτοκριτική του ΚΚΕ, την «εντυπωσιακή επανεκτίμηση των αναλύσεων του παρελθόντος, η οποία μάλιστα περιέχει στοιχεία αυτοκριτικής. Ακόμα εντυπωσιακότερη είναι η αποτίμηση της δικής τους ιστορίας (που σε μεγάλο βαθμό είναι και δική μου, της πλειοψηφίας των κομμουνιστών μέχρι το 1968). Ανοίγουν την αναγκαία συζήτηση για το μαρξισμό, την κοινωνική αλλαγή, το σοσιαλισμό, και σε αυτή τη γόνιμη διαδικασία δεν πρέπει να μείνουν μόνοι. Διαφορές μπορεί να παραμένουν, όμως ο διάλογος που ξεκίνησε αντικειμενικά αφορά όλα τα τμήματα της επαναστατικής αντικαπιταλιστικής Αριστεράς». Έστω ότι «ο διάλογος που ξεκίνησε αντικειμενικά αφορά όλα τα τμήματα της επαναστατικής αντικαπιταλιστικής Αριστεράς». Ερώτημα: από πότε ο συνεντευξιαζόμενος κατατάσσει εαυτόν στην «επαναστατική αντικαπιταλιστική Αριστερά»;

Αρνείται (προς το παρόν;) τη συμμετοχή σε ψηφοδέλτια, που θα μπορούσε να είναι κίνητρο για τέτοια μετατόπιση βάσει μιας κοντόφθαλμης μεθόδευσης. Ωστόσο, υπάρχουν και άλλοι τρόποι να χειριστεί κανείς τη δήλωση στήριξης στο ΚΚΕ ως κολυμβήθρα του Σιλωάμ, τραμπολίνο και άλλοθι για περαιτέρω προβολή και επιβολή των «ανανεωτικών» του θέσεων…

Άλλωστε, ο ακαδημαϊκός «μαρξιστής» μας δηλώνει: «Πολιτική για μένα είναι πρωτίστως η κριτική και αμφισβήτηση του υπάρχοντος»! Σε αυτή την …εμβριθή θέση, συμπυκνώνεται, ο άγονος δήθεν ριζοσπαστισμός των επιγόνων του Χέγκελ, των «νεαρών εγελιανών» που συνέτριψε ο νεαρός Μαρξ ήδη από το 1844, ως άγονο και αδιέξοδο αστικό φιλελεύθερο υποκειμενικό ιδεαλισμό…

Αποφεύγει εμφατικά κάθε αναφορά στον ιμπεριαλισμό, στην ιμπεριαλιστική ολοκλήρωση της ΕΕ και τη συνακόλουθη ανταγωνιστική ανισομέρεια εντός της, βγάζοντας λάδι την ΕΕ για όλα τα δεινά της τελευταίας δεκαετίας και πετώντας την μπάλα στην αυστηρά εγχώρια «ταξική» εξέδρα: «Η άποψη ότι επρόκειτο κυρίως για σύγκρουση Ελλάδας – ΕΕ είναι εσφαλμένη. Η βασική σύγκρουση ήταν ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία, για το ποιος θα πληρώσει και σε ποιο βαθμό το κόστος της κρίσης»! Επιπλέον, αναφερόμενος στην κυβερνητική πολιτική του 2015, εκτιμά: «φαίνεται ότι υπήρχε δυνατότητα για την επίτευξη μιας διαφορετικής συμφωνίας προς όφελος των λαϊκών τάξεων, αν η κυβέρνηση είχε την πρόθεση να συγκρουστεί με τις εγχώριες κυρίαρχες τάξεις και τα ευρωπαϊκά τους στηρίγματα»!

Λες και η σύγκρουση κεφάλαιο-εργασία σε συνθήκες ιμπεριαλιστικών ολοκληρώσεων δρα αποκλειστικά στο εσωτερικό του «ελληνικού καπιταλιστικού σχηματισμού» κατά τα αλτουσεριανά στρουκτουραλιστικά δόγματα. Λες και η αστική τάξη της χώρας -κατά τη δική του «μαρξιστική» πλουραλιστική διατύπωση «οι εγχώριες κυρίαρχες τάξεις» (sic)- δρα με περισσή αυτοτέλεια και ανεξαρτησία, έχοντας απλώς κάποια επικουρικά «ευρωπαϊκά στηρίγματα»… Λες και επί σύγχρονου ιμπεριαλισμού δεν υπάρχει ευρωπαϊκή, ευρωατλαντική και παγκόσμια χρηματιστική ολιγαρχία, ούτε τα αντίστοιχα όργανα διακρατικομονοπωλιακής επιβολής…

Άλλωστε, κατά τον κ. Μηλιό «η λιτότητα δεν είναι πολιτική της ΕΕ, γενικώς κι αορίστως. Είναι η πολιτική των κυρίαρχων τάξεων συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας»! Τρομερή ανάλυση! Η πολιτική των κυρίαρχων τάξεων δεν συνδέεται με την ιμπεριαλιστική ολοκλήρωση της ΕΕ, ούτε και με τα θεσμικά και εξωθεσμικά όργανά της! Η ΕΕ είναι ένα ευαγές ίδρυμα υπεράνω τάξεων, τόσο καλό, που ο κ. Μηλιός δεν διανοείται να πει κάτι εναντίον του, πολλώ δε μάλλον να προτείνει την έξοδο της Ελλάδας ή άλλων χωρών από αυτήν. Άλλωστε, έχω και προσωπική εμπειρία δημόσιας απάντησής του σε τοποθέτησή μου περί αναγκαιότητας εξόδου από ΕΕ και ευρώ, όπου με κατακεραύνωσε ως «αντι-ΕΕ, άρα: εθνικιστή», μιας και ο διεθνισμός του είναι συνυφασμένος με την εν λόγω ιμπεριαλιστική ολοκλήρωση, με τη φυλακή λαών της ΕΕ!

Μη βιαστείτε να κατηγορήσετε τον κ. Μηλιό για έλλειμμα αντιιμπεριαλισμού. Όλα κι όλα! Είναι υπέρ της αποχώρησης ή της μη ένταξης στο ΝΑΤΟ, με όρο τη διάλυση του ΝΑΤΟ! Ερώτημα πρώτο: δεδομένου του αλληλένδετου ΕΕ-ΝΑΤΟ στον ευρωατλαντικό ιμπεριαλιστικό άξονα, πως ακριβώς φαντάζεται διάλυση του κακού ΝΑΤΟ και διατήρηση της αγαπημένης του ΕΕ; Είναι σαφές ότι το αλληλένδετο των οργάνων διακρατικομονοπωλιακής επιβολής απορρέει νομοτελώς από τη δομή και τις λειτουργίες των πανίσχυρων Πολυκλαδικών Διεθνικών Μονοπωλιακών Ομίλων και των ολοκληρώσεών τους, του νυν χρηματιστικού κεφαλαίου, θεσμική-εξωθεσμική πολιτική συμπύκνωση, συγκρότηση και έκφραση των οποίων είναι η ΕΕ, με αντίστοιχο πολεμικό βραχίονα (ως συνέχεια αυτής της πολιτικής με άλλα μέσα) το ΝΑΤΟ. Ερώτημα δεύτερο: πως θα γίνει αυτή η διάλυση, δεν μας εξηγεί ο κ. καθηγητής. Οι πολεμικές συμμαχίες διαλύονται είτε με πόλεμο (κατά κανόνα με ήττα τους), είτε (πολύ σπανίως) κοινή συναινέσει. Στην πρώτη περίπτωση, ο πόλεμος, η ήττα που θα διαλύσει το ΝΑΤΟ (και όχι μόνο) θα είναι αποτέλεσμα είτε άλλου εμπόλεμου συνασπισμού, είτε/και ταξικού επαναστατικού πολέμου. Τι από αυτά προτάσσει ο κ. Μηλιός; Στην (μάλλον απίθανη) περίπτωση συναινετικής διάλυσης, βάσει αυτής της θέσης, ακόμα και 2 χώρες να απομείνουν σε αυτό, πχ. ΗΠΑ και Ελλάδα (η πλέον δουλικά πιστή σύμμαχος τα τελευταία χρόνια), το σύμφωνο θα διατηρείται…

Ξέρω την κατάσταση της θεωρητικής και μεθοδολογικής παιδείας της νυν αριστεράς. Γνωρίζω ότι εκείνο που μένει με όρους τρέχουσας προπαγάνδας και οπαδικής πρόσληψης, δεν είναι το περιεχόμενο της συνέντευξης, τα όσα αναφέρονται η αποσιωπούνται σε αυτήν, αλλά ο τίτλος της είδησης: «στήριξη του ΚΚΕ». Τα υπόλοιπα, δυστυχώς, εκλαμβάνονται κατά κανόνα ως ασήμαντες λεπτομέρειες που ενδέχεται να αφορούν κάποιους ειδικούς, είτε ακόμα και κάποιους κακεντρεχείς «κολλημένους»…

Έτσι, ακόμα και έχοντας διαβάσει τα παραπάνω, θα μπορούσε να πει κανείς: και λοιπόν; Παρ’ όλες τις ιδιότυπες θέσεις και διαφωνίες του ένας άνθρωπος στηρίζει το ΚΚΕ. Δεν είναι άραγε αυτό ενδεικτικό του ανοδικού ρεύματος επιρροής και απήχησής του;

Είναι σαφές ότι εδώ δεν έχουμε μια τυχαία δήλωση στήριξης του ΚΚΕ. Δεν μπορούμε να προβούμε σε δίκη προθέσεων. Εικασίες κάνουμε βάσει όσων γνωστοποιούνται δημόσια. Ωστόσο, η μετατόπιση ενός ανθρώπου με την ως άνω θεωρητική και ιδεολογική σκευή δεν μπορεί να αποϊδεολογικοποιείται, δεν μπορεί να προβάλλει ως δήθεν κοσμοθεωρητικά και ιδεολογικά ουδέτερη. Η κοσμοθεωρία και η ιδεολογία, δεν είναι επουσιώδη θέματα. Δεν είναι μανδύες ή προσωπεία, που μπορεί κάποιος να ενδύεται και απεκδύεται όπως και όποτε του καπνίσει. Βάσει της μαρξιστικής επιστήμης, η θεωρία και η μεθοδολογία του ανθρώπου έχει νόημα, μόνον όταν από αυτήν εμφορείται και νοηματοδοτείται το σύνολο της ύπαρξης και δράσης του, όταν αυτή συμπυκνώνεται και εκφράζεται ως στάση ζωής, όταν διέπει τη ζωή του ανθρώπου.

Η θεωρία και η μεθοδολογία, εφ’ όσον αναπτύσσονται απρόσκοπτα και συγκροτημένα, επιτρέπουν την επιστημονική περιγραφή και εξήγηση της πραγματικότητας, την επιστημονική πρόβλεψη αυτού που μέλλει γενέσθαι, και βάσει αυτών των λειτουργιών τους: τη χάραξη σκοπού, στρατηγικής και τακτικών. Μόνον έτσι, μετά λόγου γνώσεως, αποκτά περιεχόμενο και προοπτική ο επαναστατικός αγώνας. Όπως κατέδειξαν οι θεμελιωτές της επαναστατικής θεωρίας, χωρίς επαναστατική θεωρία, η πράξη είναι τυφλή. Πρακτικές και μεθοδεύσεις που κινούνται έξω απ’ αυτή τη μαρξιστική αρχή, οδηγούν νομοτελώς σε καιροσκοπισμούς, άσχετους με το περιεχόμενο και το νόημα του επαναστατικού κινήματος.

Κάθε άλλη αντίληψη αυτού του θέματος, δεν έχει την παραμικρή σχέση με επαναστατική στάση ζωής, μιας και είναι δηλωτική υποκρισίας, διάστασης λόγων και έργων και άλλων παρόμοιων εκφυλιστικών φαινομένων. Επομένως, σε παρόμοιες μετατοπίσεις, είναι μείζονος σημασίας η στάση του δρώντος προσώπου έναντι της μέχρι τούδε θεωρητικής και ιδεολογικής παραγωγής και σκευής του.

Εδώ, δύο τινά μπορούν να συμβαίνουν: αυτός που έχει προβεί στη μετατόπιση, είτε θεωρεί τη μετατόπιση ανεξάρτητη από τις προηγούμενες θέσεις του, άρα και την ιδεολογία του δευτερεύουσας σημασίας, είτε βλέπει αυτή τη μετατόπιση ως μέσο-όχημα για την προώθηση, διάδοση και εφαρμογή σκοπών που συνδέονται με τις θέσεις και την ιδεολογία του, στις οποίες παραμένει πιστός με συνέπεια. Ειλικρινά, δεν ξέρω τι είναι χειρότερο και πιο επικίνδυνο ανάμεσα σε αυτές τις εκδοχές υποκρισίας, εργαλειακών σχέσεων και κρυψίνοιας. Εκείνο που είναι μονοσήμαντα καταστροφικό για το κομμουνιστικό κίνημα, είναι η εξοικείωση με τέτοια εργαλειακή στάση προς τη θεωρία ως μια κανονικότητα. Και αυτό δεν αφορά αποκλειστικά το πρόσωπο που προέβη σε δήλωση στήριξης…




2 χρόνια απ’ την απόπειρα πραξικοπήματος ΗΠΑ-ΝΑΤΟ-ΕΕ στη Λευκορωσία. Του Δ. Πατέλη

Εισαγωγικό σημείωμα στην αναδημοσίευση.

Από την νύχτα της 9ης, ξημερώματα της 10ης Αυγούστου του 2020, μόλις ανακοινώθηκαν τα μη αρεστά στον άξονα ΗΠΑ-ΝΑΤΟ-ΕΕ αποτελέσματα των προεδρικών εκλογών στη Λευκορωσία, που αναδείκνυαν εκ νέου νικητή τον Αλεξάντρ Λουκασένκο, δομολογήθηκαν κινητοποιήσεις-ταραχές με όρους «υβριδικής επιχείρησης» και «έγχρωμης επανάστασης», δηλαδή, συντονισμένης επιχείρησης αλλαγής καθεστώτος.

Σήμερα γίνεται ακόμα πιο σαφές ότι και αυτά τα γεγονότα εντάσσονται στις επιχειρήσεις του εν εξελίξει Γ’ Παγκοσμίου πολέμου.

ΕΜΕΙΣ ΔΕΝ ΑΛΛΑΞΑΜΕ ΘΕΣΗ, ΟΥΤΕ ΚΡΥΨΑΜΕ ΤΗ ΘΕΣΗ ΜΑΣ. ΜΕ ΑΥΤΗ ΠΟΡΕΥΟΜΑΣΤΕ ΑΝΟΙΚΤΑ ΚΑΙ ΣΥΜΠΟΡΕΥΟΜΑΣΤΕ.

Παραμένουμε συνεπείς στην κομμουνιστική στάση, όπως αυτή τεκμηριώνεται από την δημιουργική αφομοίωση, ανάπτυξη και εφαρμογή της μαρξιστικής επιστήμης, της επαναστατικής θεωρίας και μεθοδολογίας, στη βάση της οποίας και μόνο είναι εφικτή η χάραξη στρατηγικής και τακτικής, ιδιαίτερα σε συνθήκες κρίσης και πολέμου.

Κάποιοι και τότε επέλεξαν την εξαιρετικά βολική για τον επιτιθέμενο άξονα στάση των «ίσων αποστάσεων», αγνοώντας την αναγκαιότητα εμβάθυνσης στα ιστορικά αίτια και στο χαρακτήρα της κλιμακούμενης αντιπαράθεσης.

Ας αναλογιστούν τι θα σήμαινε η ύπαρξη ενός επιπλέον φασιστικού καθεστώτος – οργάνου ΗΠΑ-ΝΑΤΟ-ΕΕ στη Λευκορωσία από το 2020 και τι επιπτώσεις θα είχε αυτό στην Ευρώπη και στον κόσμο…

Αναδημοσιεύουμε λοιπόν αυτό το κείμενο-παρέμβαση, ώστε:

  1. Να υπενθυμίσουμε τα γεγονότα και τα χαρακτηριστικά των τότε εμπλεκόμενων δυνάμεων.
  2. Να καταδείξουμε το αλληλένδετο γεγονότων τα οποία στον «κοινό νου» και στην αγοραία συνείδηση προέβαλλαν και προβάλλουν ως ασύνδετα και μεμονωμένα.
  3. Να επισύρουμε την προσοχή στα αγοραία αντιεπιστημονικά σχήματα διαστρέβλωσης και παρερμηνείας των γεγονότων, τα οποία αξιοποιούν την κοντόφθαλμη αγοραία πρόσληψη και την αναπαράγουν με ιδεολογικό περιτύλιγμα.
  4. Να καταδείξουμε ότι η αστική τάξη της Ρωσίας και το πολιτικό προσωπικό της είναι δέσμιοι παγκόσμιων και εσωτερικών οικονομικών, κοινωνικών, πολεμικών. διοικητικών, ιδεολογικών κλπ αντιφάσεων, η επίλυση των οποίων είναι κατ’ αρχήν ανέφικτη από αστικές θέσεις.
  5. Από το πραξικόπημα της Λευκορωσίας, ως συνέχεια των προηγούμενων κρίσεων και συρράξεων, κατέδειξε επίσης ανάγλυφα τους ιστορικούς περιορισμούς της αστικής τάξης της Ρωσίας που την καθιστούν επικίνδυνο αναχρονισμό.
  6. Η ίδια η επιβίωση της Ρωσίας και των χωρών που προέκυψαν στο μετασοβιετικό χώρο, η σωτηρία αυτών των λαών και άλλων που δοκιμάζονται από τον ευρωατλαντικό άξονα, η ίδια η επιβίωση της ανθρωπότητας, είναι ανέφικτη από τις θέσεις του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού.
  7. Είναι ανέφικτη από αυτές τις θέσεις η στοιχειώδης επανεκβιομηχάνιση, μια τομή στην επιστήμη και την τεχνολογία, η ζωτικής σημασίας σε συνθήκες κλιμακούμενου παγκοσμίου πολέμου μετάβαση της οικονομίας σε πολεμική τροχιά.
  8. Όλες οι κινήσεις του ιμπεριαλισμού στην επικράτεια της πάλει ποτέ ΕΣΣΔ αλλά και αλλού (Κορεατική χερσόνησο, Ταιβάν κ.λπ.) διεξάγονται στη βάση της διέγερσης ενός τοξικού εθνικισμού, με όχημα τον ναζισμό/φασισμό, ο οποίος καθαγιάζεται και προβάλλεται ως «προασπιστής των δυτικών αξιών της δημοκρατίας» και στον οποίο επιχειρείται να αποδοθούν χαρακτηριστικά «λαϊκού κινήματος».
  9. “Η αποικιοποίηση της περιφέρειας της Ευρωζώνης και της ΕΕ, της Ουκρανίας και των μετασοβιετικών χωρών (με την αντίστοιχη διάδοση και εδραίωση της ρωσοφοβίας, του αντισοβιετισμού και του αντικομμουνισμού) είναι συστατικά μιας ενιαίας στρατηγικής, που προωθείται από ενιαίο κέντρο. Όπως και κατά τον Β’ ΠΠ, έτσι και σήμερα, κατά τον Γ’ ΠΙΠ, στο όλο και πιο φασίζον ή φασιστικό μέτωπο των από επάνω, μπορεί να αντιπαρατεθεί μόνο ένα Αντιφασιστικό Δημοκρατικό και Αντιιμπεριαλιστικό Μέτωπο. Οι διεθνικές και διακρατικές μορφές και οι τρόποι της ιμπεριαλιστικής επίθεσης, υπαγορεύουν εξ υπαρχής επιτακτικά και το διεθνή χαρακτήρα αυτού του μετώπου, στη βάση της διαλεκτικής ενότητας πατριωτισμού και διεθνισμού”.
  10. “Οι κομμουνιστές στην κρίση και στον πόλεμο δεν είναι ουδέτεροι, δεν κρατούν «ίσες αποστάσεις», ιδιαίτερα όταν διακυβεύονται κεκτημένα της Μεγάλης Οκτωβριανής Σοσιαλιστικής Επανάστασης. Δεν χτίζουν συμμαχίες βάσει εκτός τόπου και χρόνου αφηρημένων ανιστορικών αρχών με «άσπιλες και αμόλυντες» φαντασιακές δυνάμεις του επέκεινα των «καθαρών ιδεών». Χαράσσουν την τακτική τους στη βάση της δημιουργικής εφαρμογής/ανάπτυξης του μαρξισμού, της θεωρητικής στρατηγικής πρόβλεψης, αξιοποιώντας με τον βέλτιστο τρόπο τις εκάστοτε υπαρκτές πραγματικές δρώσες διαθέσιμες δυνάμεις (συμπεριλαμβανομένων, των όποιων κληροδοτημάτων των πρώιμων σοσιαλιστικών επαναστάσεων, των εθνικοαπελευθερωτικών αντιαποικιοκρατικών-αντιιμπεριαλιστικών κινημάτων) και τις αντιφάσεις του παγκόσμιου κεφαλαιοκρατικού συστήματος. Εμπλέκονται στη σύγκρουση, με τις δικές τους σημαίες και κατευθυντήριες γραμμές, ενισχύοντας τις εκάστοτε πιο συνεπείς αντιιμπεριαλιστικές δρώσες δυνάμεις, μπολιάζοντας και ριζοσπαστικοποιώντας το κίνημα σε επαναστατική κατεύθυνση, με τη δική τους στρατηγική, που είναι και η μόνη σωτήριος και νικηφόρος για τον λαό της Ελλάδας, της Λευκορωσίας και για όλους τους λαούς: με την επαναστατική προοπτική του σοσιαλισμού-κομμουνισμού, της πραγματικής ενοποίησης της ανθρωπότητας!”.

Το πραξικόπημα στη Λευκορωσία: πράξη αποπεράτωσης της αντεπανάστασης στην ΕΣΣΔ και επεισόδιο του εν εξελίξει Γ’ Παγκοσμίου Ιμπεριαλιστικού Πολέμου.

Του Δημήτρη Πατέλη[1]

Αναδημοσίευση από «ΗΜΕΡΟΔΡΟΜΟΣ» 2020.8.19.

Αναδημοσιεύσεις έγιναν επίσης: “Μια… άλλη άποψη για το «πραξικόπημα στη Λευκορωσία»” «ΤΟ ΚΟΥΤΙ ΤΗΣ ΠΑΝΔΩΡΑΣ» 2020.8.20, “Το πραξικόπημα στη Λευκορωσία…” «Η ΚΥΠΡΟΣ» 2020.8.21.

 

Το εν εξελίξει πραξικόπημα που επιχειρείται στη Λευκορωσία έγινε μείζον θέμα των διεθνών σχέσεων και της παγκόσμιας αντιπαράθεσης, με έντονες ιδεολογικοπολιτικές προεκτάσεις.

Είναι άλλη μια δοκιμασία των αντανακλαστικών, των πραγματικών ταξικών συμφερόντων και προοπτικών, αλλά και των θεωρητικών γνώσεων/ικανοτήτων ενός εκάστου των εμπλεκόμενων υποκειμένων. Η ενδελεχής ανάδειξη του κόμβου των εσωτερικών, περιφερειακών και παγκόσμιων αντιφάσεων που δρομολόγησε ή/και επέτεινε η ήττα όλων των πρώιμων σοσιαλιστικών επαναστάσεων στην Ευρώπη, στο έδαφος των οποίων κλιμακώνεται και αυτή η σύρραξη, ως συνιστώσα/μέτωπο του εν εξελίξει Γ’ Παγκοσμίου Ιμπεριαλιστικού Πολέμου, απαιτεί ειδική πραγμάτευση πέραν των ορίων αυτού του σημειώματος (Βλ. σχετικά: Πατέλη Δ. Δομική κρίση πόλεμος και προοπτικές ανάπτυξης-διεξόδου απ’ τα συστημικά αδιέξοδα για τη χώρα και την ανθρωπότητα Πατέλη Δ. Η λογική της ιστορίας και τα καθήκοντα της εποχής. Μέρος του Επίμετρου στη 2η έκδοση του βιβλίου: Βαζιούλιν Β.Α. Η Λογική της Ιστορίας. Ζητήματα θεωρίας και μεθοδολογίας. 
Η Οκτωβριανή επανάσταση και ο πρώιμος σοσιαλισμός στη Λογική της Ιστορίας. Ζητήματα επαναστατικής θεωρίας, μεθοδολογίας και πρακτικής. Των Β.Α. Βαζιούλιν, Μ. Δαφέρμου, Γ. Κακαρίνου, Δ. Κούλου και Δ. Πατέλη, ΚΨΜ, 1917).

Γιατί θέτουν την Λευκορωσία στο στόχαστρο τώρα; Έχουν πολλούς λόγους. Κατ’ αρχήν, από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 (με την ανάληψη της ηγεσίας απ’ τον Λουκασένκο) εκεί έλαβε χώρα μια ισχυρή απόπειρα διατήρησης κεκτημένων της σοβιετικής οικονομίας και πολιτικής και ανάπτυξης της χώρας σε αυτή τη βάση. Ο Λουκασένκο ανήλθε στην εξουσία σε μια καθημαγμένη από τις ληστρικές ιδιωτικοποιήσεις και τα συνακόλουθα εγκλήματα του μαφιόζικου κεφαλαίου, προτάσσοντας συνθήματα υπέρ της ΕΣΣΔ, με αναφορές στην ανάγκη ενός «σύγχρονου σοσιαλισμού της αγοράς» με «κοινωνική δικαιοσύνη» και δομές κοινωνικής πρόνοιας. Μέσα από τρομακτικές δυσκολίες (κυρώσεις, διεθνή αποκλεισμό, ασφυκτικές πιέσεις από τη Δύση, ασφυκτικές πιέσεις από το ρωσικό ολιγαρχικό κεφάλαιο που εποφθαλμιούσε το δυναμικό και τους πόρους της) αποκαταστάθηκε το σύστημα δωρεάν υγείας και παιδείας, ενισχύθηκαν και αναβαθμίστηκαν τα κολχόζ και τα σοβχόζ στον αγροτικό τομέα και κυρίως, δεν επετεύχθη μόνο ανάσχεση των ιδιωτικοποιήσεων και της αποβιομηχάνισης, αλλά ενισχύθηκε και αναπτύχθηκε η κληροδοτηθείσα βιομηχανική βάση της χώραςΕίναι η μόνη χώρα που προέκυψε από τη διάλυση της ΕΣΣΔ η οποία κατάφερε να αναπτύξει αισθητά (150%) τη βιομηχανική της παραγωγής σε σημαντικούς κλάδους:

  • Παραγωγή οχημάτων, μέσων μεταφοράς με ναυαρχίδα τη βιομηχανία βαρέων-υπερβαρέων ανατρεπόμενων φορτηγών BELAZ(БЕЛАЗ) η οποία κατέχει το 1/3 της παγκόσμιας αγοράς τέτοιου τύπου οχημάτων, απαραίτητων στις κατασκευές και στον εξορυκτικό τομέα
  • Παραγωγή από τη βιομηχανία MAZ (МАЗ) φορτηγών, λεωφορείων και λοιπών μέσων μεταφοράς.
  • Παραγωγή γεωργικών ελκυστήρων (τρακτέρ) και γεωργικών μηχανών.
  • Αυτοκινητοβιομηχανία: παραγωγή και συνομολόγηση ΙΧ οχημάτων σε κοινοπραξία με την κινεζική Geely και άλλους ομίλους.
  • Παραγωγή ηλεκτρικού εξοπλισμού, ηλεκτροκινητήρων, αγωγών, μετασχηματιστών σύγχρονων τύπων.
  • Πετρελαϊκή βιομηχανία με εξαγωγές σε χώρες της ΕΕ, στη Ρωσία, στην Ουκρανία και αλλού.
  • Βιομηχανία λιπασμάτων από τις γιγάντιες σπιχειρήσεις Belarusian Potash Company, Belaruskali κ.ά. Μαζί με την ρωσική Uralkali, είναι οι μεγαλύτεροι προμηθευτές αλάτων καλίου στην παγκόσμια αγορά.
  • Μεταλλουργία, στο δυναμικό της οποίας δραστηριοποιούνται πάνω από 80 επιχειρήσεις, η σημαντικότερη των οποίων είναι ο όμιλος (holding) «Λευκορωσικό Μεταλλουργικό Εργοστάσιο».

            Η χώρα αναπτύσσει νέες τεχνολογίες και διεθνείς συνεργασίες σε πολλούς τομείς (νανοτεχνολογία, πυραυλική τεχνολογία, διαστημική, ΗΥ και λογισμικό).  Διαθέτει σημαντικές ένοπλες δυνάμεις και πολεμική βιομηχανία. Σχεδόν το σύνολο των βαρέων ειδικών οχημάτων-φορέων οπλικών συστημάτων του ρωσικού στρατιωτικού-βιομηχανικού συμπλέγματος είναι λευκορωσικής παραγωγής. Επιπλέον, το κουτσά-στραβά (κυρίως στα χαρτιά) υπάρχον «Ενωσιακό κράτος» Ρωσίας-Λευκορωσίας, συνδέεται με ενιαίο αμυντικό χώρο-δόγμα, κοινές βάσεις-εγκαταστάσεις και υποδομές. Στρατηγικής σημασίας είναι η βάση Εγκαίρου Ειδοποιήσεως και ραδιοεντοπισμού καθώς και τα συστήματα αντιαεροπορικής-αντιπυραυλικής προστασίας στο έδαφος της χώρας, με αναβαθμιζόμενο ρόλο, λόγω της συγκέντρωσης δυνάμεων της αμερικανο-ΝΑΤΟϊκής πολεμικής μηχανής στα σύνορα με την Πολωνία (χώρα που μετατρέπεται σε προπύργιο αυτής της μηχανής στην Ευρώπη) και των τριών βαλτικών χωρών. Η χώρα, παρά τις διαχρονικά υπονομευτικές προσπάθειες του άξονα, δεν στερείται διεθνών ερεισμάτων. Συμμετέχει ως παρατηρητής στον «Οργανισμό Συνεργασίας της Σαγκάης» (SCO) [απαρτίζεται από 6 μέλη (Καζακστάν, Κίνα, Κιργιζία, Ρωσία, Τατζικιστάν, Ουζμπεκιστάν), & 6 χώρες παρατηρητές (Αφγανιστάν, Λευκορωσία, Ινδία, Ιράν, Μογγολία, Πακιστάν και 6 «εταίρους διαλόγου» (Αζερμπαϊτζάν, Αρμενία, Καμπότζη, Νεπάλ, Τουρκία, Σρι-Λάνκα). Στη συνάντηση κορυφής της Τασκένδης (24.6.2016) δρομολογήθηκε η πλήρης ένταξη στον Οργανισμό της Ινδίας και του Πακιστάν (από το 2017), με το Ιράν, την Αίγυπτο, την Συρία κ.ά. χώρες σε αναμονή]. Είναι ιδρυτικό μέλος της Ευρασιατικής Οικονομικής Ένωσης (EAEU) [διεθνούς οργανισμού περιφερειακής οικονομικής ολοκλήρωσης με 5 μέλη: Αρμενία, Λευκορωσία, Καζακστάν, Κιργιζία, Ρωσία].

Είναι άραγε το «καθεστώς Λουκασένκο» μαριονέτα του «καθεστώτος Πούτιν» όπως διατείνονται συχνά αυτογελοιοποιούμενοι διάφοροι άσχετοι, ανιστόρητοι και αδαείς «γεωπολιτικοί αναλυτές», καθηγητές[2] και θλιβεροί δημοσιογραφίσκοι;

Είναι προφανές ότι ακόμα και η μορφή ενός κρατικού καπιταλισμού με σημαντικά στοιχεία κεντρικού κρατικού σχεδιασμού-παρεμβατισμού σε μια μικρή χώρα της Ανατολικής Ευρώπης (έκταση: 207.600 km2, πληθυσμός: 9.408.400 κάτοικοι) δεν θα μπορούσε να γίνει ανεκτή επί μακρόν με αυτά τα χαρακτηριστικά από τις δυνάμεις του κεφαλαίου, όχι μόνο της Δύσης, αλλά και από την κεφαλαιοκρατική-παλινορθωτική άρχουσα τάξη της Ρωσίας. Η τελευταία έβλεπε και βλέπει ως αναγκαίο κακό το «καθεστώς Λουκασένκο» σε μια σχέση «αδελφικού» ανταγωνισμού… Ιδιαίτερα στα τέλη της δεκαετίας του 1990 – αρχές της δεκαετίας του 2000 η νεοπαγής ληστρική αστική τάξη της Ρωσίας ένοιωθε την αύξουσα δημοφιλία του Λουκασένκο και του «μοντέλου» της χώρας του ως απειλή στη δική της επικράτεια. Βάσει δημοσκοπήσεων της εποχής, σε τυχόν εκλογές στην Ένωση Ρωσίας-Λευκορωσίας ή και στη Ρωσία, τυχόν υποψηφιότητα Λουκασένκο θα διασφάλιζε συντριπτική πλειοψηφία, γεγονός που προκαλούσε πανικό στο πολιτικό προσωπικό της άρχουσας τάξης της Ρωσίας… Η ρωσική ολιγαρχία του κεφαλαίου επεδίωκε και επιδιώκει την ενσωμάτωση-αφομοίωση της οικονομίας και της κοινωνίας της «αδελφής χώρας» με τους δικούς της όρους του «μεγάλου αδελφού»: στη βάση της δικής της νεοφιλελεύθερης «οικονομίας της αγοράς», δηλαδή, με όρο τις ιδιωτικοποιήσεις προς όφελός της και την εκμηδένιση κάθε θεσμού, στοιχείου και κεκτημένου της ΕΣΣΔ που «χαλάει την μετασοβιετική πιάτσα». Η συστηματική προπαγάνδα κατά του Λουκασένκο και της «απαιτητικής και ιδιότροπης μικρής αδελφής Λευκορωσίας» από τα Ρωσικά ΜΜΕ είναι ανεκδιήγητη.

Οι ρωσικές παρεμβάσεις –όχι μόνο κατά τις πατροπαράδοτες ετήσιες διαπραγματεύσεις/εκβιασμούς για τις τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου στη Λευκορωσία και τα ανταποδοτικά οφέλη– γίνονται συχνά με χονδροειδή και προκλητικά αλαζονικό τρόπο. Αναφέρω ενδεικτικά δύο από τα πιο πρόσφατα σκάνδαλα:

  1. Η ρωσική πλευρά στις τελευταίες προεδρικές εκλογές, βάσει λευκορωσικών πηγών, ανεπισήμως πλην σαφώς, επιχείρησε να προωθήσει σκανδαλωδώς τον δικό της υποψήφιο: τον Βίκτορα Μπαρμπαρίκο (Viktor Babariko), μέχρι 12.5.2020 Πρόεδρο του ΔΣ  της τράπεζας Belgazprombank, από το μετοχικό κεφάλαιο της οποίας το 99% ανήκει από κοινού στην Gazprom και στην την Gazprombank. Ο κύριος αυτός, βάσει πληροφοριών των αρμοδίων αρχών που ανακοίνωσε ο Λουκασένκο, εμπλέκεται σε ροές κεφαλαίων, διαθέτει λογαριασμούς στο εξωτερικό, περιουσία στο εξωτερικό (σε Κύπρο, Λετονία, Λονδίνο)…
  2. Προεκλογικά, την νύχτα από 24 προς 25 Ιουλίου του 2020 οι ειδικές δυνάμεις της Λευκορωσίας συνέλαβαν σε σανατόριο στα περίχωρα του Μινσκ 33 μισθοφόρους της διαβόητης ρωσικής Ιδιωτικής Στρατιωτικής Εταιρείας «Βάγκνερ». Μέχρι σήμερα παραμένουν αδιευκρίνιστα τα κίνητρα, τα επιχειρησιακά καθήκοντα και οι παραγγελιοδότες αυτής της σκοτεινής αποστολής, στην οποία εμπλέκονται υπηρεσίες της Ουκρανίας και διαφόρων χωρών… Επισήμως ανακοινώθηκε ότι  οι αρχές είχαν πληροφορίες για την άφιξη περισσότερων από 200 μαχητών στη Λευκορωσία «για να αποσταθεροποιήσουν την κατάσταση κατά την προεκλογική εκστρατεία». Οι μισθοφόροι απελευθερώθηκαν και επέστρεψαν στη Ρωσία 16.8.2020. Κατά τα φαινόμενα, οι μυστικές πληροφορίες περί του σκανδάλου παραμένουν ως χαρτιά για τα επικείμενα παζάρια…

Με τα παζάρια και την κοντόφθαλμη διαχείριση του πολέμου στην Ουκρανία (και την στοχευμένη χειραγώγηση της Αντιφασιστικής – Αντιολιγαρχικής Εξέγερσης του Ντονμπάς), με την κοντόφθαλμη αγοραία τακτική της στη Λευκορωσία και με τους αντίστοιχους χειρισμούς σε όλα τα μέτωπα του εν εξελίξει Παγκοσμίου Πολέμου, καταδεικνύεται ότι η αστική τάξη της Ρωσίας και το πολιτικό προσωπικό της είναι δέσμιοι παγκόσμιων και εσωτερικών οικονομικών, κοινωνικών, πολεμικών, διοικητικών, ιδεολογικών κλπ αντιφάσεων, η επίλυση των οποίων είναι κατ’ αρχήν ανέφικτη από αστικές θέσεις. Το πραξικόπημα της Λευκορωσίας καταδεικνύει με ταχείς ρυθμούς και ανάγλυφα τους ιστορικούς περιορισμούς της αστικής τάξης της Ρωσίας που την καθιστούν επικίνδυνο αναχρονισμό. Η ίδια η επιβίωση της Ρωσίας και των χωρών που προέκυψαν στο μετασοβιετικό χώρο, η σωτηρία αυτών των λαών και άλλων που δοκιμάζονται από τον ευρωατλαντικό άξονα, είναι ανέφικτη από τις θέσεις του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού. Όπως έχω αναφέρει και αλλού (Πατέλη Δ. Η αντιφασιστική εξέγερση στην Ουκρανία ως επεισόδιο του Γ’ Παγκοσμίου Ιμπεριαλιστικού Πολέμου), είναι ανέφικτη από αυτές τις θέσεις η στοιχειώδης επανεκβιομηχάνιση, μια τομή στην επιστήμη και την τεχνολογία, η μετάβαση της οικονομίας σε πολεμική τροχιά. Το αναντίστοιχο αυτής της πολιτικής (αλλά και όλων των πολιτικών και ιδεολογικών δυνάμεων που δεν προτάσσουν εναλλακτικές διεξόδους σωτηρίας της χώρας και του λαού) εκδηλώνεται ανάγλυφα στο φόντο του εν εξελίξει πραξικοπήματος στη Λευκορωσία, από την έκβαση του οποίου θα εξαρτηθούν οι κατευθύνσεις και οι ρυθμοί των παγκόσμιων συσχετισμών δυνάμεων.

Κάθε αντικειμενικός παρατηρητής αντιλαμβάνεται ότι η χώρα υπό τον Λουκασένκο ήταν υποχρεωμένη να βαδίζει σε ένα τεντωμένο σχοινί, ακριβέστερα – σε μια θηλιά του τεντωμένου σχοινιού της διελκυστίνδας Δύσης – Ρωσίας – Κίνας, γεγονός που συνεπέφερε τραγελαφικές παλινωδίες στην πολιτική, στη ρητορική Λουκασένκο, στους καιροσκοπικούς εξισορροπητικούς ελιγμούς του και οδηγεί στα όρια της δημοφιλίας-νομιμοποίησής του, στην ύπαρξη δυσαρέσκειας από την μακροχρόνια διακυβέρνησή του, στη χειραγώγηση της οποίας προς ίδιον όφελος ποντάρουν οι επίδοξοι ξένοι κατακτητές και τα ντόπια όργανά τους.

Για την επίτευξη του πραξικοπήματος ως «υβριδικής επιχείρησης» σε ένα από τα στρατηγικά μέτωπα του εν εξελίξει πολέμου, ενεργοποιούνται πολλά σενάρια από το συνταγολόγιο/εγχειρίδιο αλλαγής καθεστώτων του Ευρωατλαντικού άξονα (ΗΠΑ-ΝΑΤΟ-ΕΕ), της εμπειρίας Ουκρανίας και Βενεζουέλας συμπεριλαμβανομένης και της συνακόλουθης ιδεολογικής διαχείρισης, προπαγάνδας, «πλύσης εγκεφάλων» σε μια πανστρατιά «κατά του ολοκληρωτισμού» (βλ. και Πατέλη Δ. Αντικομμουνισμός και περί «ολοκληρωτισμού» ιδεολογήματα…). Από την ενεργοποίηση εσμού ΜΚΟ σε αγαστή συνεργασία με πράκτορες, διπλωμάτες κ.λπ. στην «αυθόρμητη λαϊκή εξέγερση» (τύπου Μαϊντάν), την προ πολλού εξαγγελλόμενη καταγγελία-διαμαρτυρία για την προδεδομένη «νοθεία» των εκλογών (ανεξαρτήτως του αποτελέσματος), μέχρι την αυτόανακήρυξη και αναγνώριση «εξόριστης κυβέρνησης» (τύπου Γκουαϊντό) υπό την κυρία Τιχανόβσκαγια (Тихановская Светлана Георгиевна), την οποία ομοθυμαδόν Δυτικά ΜΜΕ, wikipedia και παπαγαλάκια θεωρούν θριαμβεύτρια των εκλογών, και μάλιστα με ποσοστό 80% έναντι 10% του Λουκασένκο, χωρίς την παραμικρή τεκμηρίωση…

Όλα αυτά γίνονται σε συνθήκες ραγδαίας ενίσχυσης της Αμερικανο-ΝΑΤΟ-ϊκής στρατιωτικής παρουσίας σε Πολωνία, χώρες της Βαλτικής και ευρύτερα στην περιοχή, με την παρουσία και της Ελλάδας. Εξυπακούεται ότι τα νυν και προηγουμένως εν Ελλάδι κυβερνώντα όργανα του Ευρωατλαντικού άξονα, ενώ δεν δείχνουν ίχνος κατανόησης της περιπλοκότητας και των εκεί διακυβευμάτων της σύγκρουσης, μας σέρνουν σε όλους τους πολεμικούς τυχοδιωκτισμούς του ιμπεριαλισμού, καθιστώντας τη χώρα και το λαό στόχο επικείμενων απαντητικών πληγμάτων… Έτσι αναλίσκονται σε παιδαριώδεις κωλυσιεργίες στην έκδοση κειμένου περί της προειλημμένης απόφασης για τις επόμενες κυρώσεις κατά του λαού της Λευκορωσίας, συναρτώντας την συναίνεσή τους σε αυτό με αποδοχή «ευνοϊκής» για την αντιπαράθεσή τους με την τουρκική αστική τάξη ρητορικής… Τόσο «στρατηγικό βάθος»…

Οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι η μεθόδευση και αυτού του πραξικοπήματος έχει εξαιρετική διείσδυση και αποτελεσματικότητα, όχι μόνο στο παραδοσιακό κοινό της καθεστωτικής εμπροσθοφυλακής του κεφαλαίου και της υπέρ αυτού «σιωπηράς πλειοψηφίας» στις λοιπές χώρες της ΕΕ και στην Ελλάδα, αλλά και σε κύκλους της όλο και πιο ευρωατλαντικής μεταμοντέρνας «αριστεράς» και της «αριστερής διανόησης»… Η τελευταία κινείται πλέον όλο και πιο σταθερά στην προδιαγεγραμμένη καθεστωτική τροχιά, στη βάση εδραίων εξαρτημένων αντανακλαστικών και «σωστών» στερεοτύπων-κλισέ: στην προβλεπόμενη από τον άξονα αλληλουχία προς ανατροπή «ολοκληρωτικών καθεστώτων» σε «χώρες παρίες», τελούσες υπό «αιμοσταγείς σφαγείς δικτάτορες» (Ιράκ, Γιουγκοσλαβία, Λιβύη, Συρία, Βολιβία, Βενεζουέλα, Λ.Δ. Κορέας, Ιράν, Υεμένη, Νικαράγουα, Κούβα κ.λπ.) απλώς προστίθεται και η Λευκορωσία… Έτσι, η συλλήβδην και ασκαρδαμυκτί καταδίκη του «καθεστώτος Λουκασένκο», ως τελευταίου προπύργιου-απολιθώματος επάρατων κληροδοτημάτων «σοβιετικού ολοκληρωτισμού», τείνει να γίνεται αυτονόητη και αυταπόδεικτη θέση «ταυτότητας» (με μιαν εσάνς εστέτ στιλιστικών επιλογών…)  της μεταμοντέρνας «ψαγμένης» δηθενιάς κάποιας «αριστερής διανόησης»…

Το κουβάρι της Λευκορωσίας είναι εξαιρετικά περίπλοκο, με σκοτεινούς έως τοξικά ρυπαρούς τους ρόλους των περισσότερων εσωτερικών και διεθνών παικτών. Ωστόσο, μείζον διακύβευμα για τον Ευρωατλαντικό άξονα είναι ένα: η οριστική διάλυση και των τελευταίων επιβιώσεων-καταλοίπων της ΕΣΣΔ και η απομόνωση-περικύκλωση της Ρωσίας σε μιαν απέλπιδα προσπάθεια των δυνάμεων που χάνουν οριστικά και αμετάκλητα την παγκόσμια κυριαρχία-πρωτοκαθεδρία να ματαιώσουν ή τουλάχιστον να καθυστερήσουν τον καταποντισμό τους, ακόμα και με κόστος ένα παγκόσμιο ολοκαύτωμα. Κάθε συζήτηση περί της Λευκορωσίας αποκομμένη από αυτό το στρατήγημα λειτουργεί παρελκυστικά και άκρως επικίνδυνα. Το θέμα λοιπόν δεν είναι εάν μας αρέσει ο κάθε Λουκασένκο, αλλά το ποια συμφέροντα και ποιες προοπτικές διακυβεύονται στη συγκεκριμένη περιοχή και παγκόσμια, στη νυν συγκυρία και εποχή.

Ας γνωρίζουν λοιπόν επακριβώς οι αλληλέγγυοι στο πραξικόπημα της Λευκορωσίας με ποιους συντάσσονται και ποιους αντιστρατεύονται σε προγραμματική βάση.

Ιδού οι προγραμματικές θέσεις της ΗΠΑ-ΕΕ-ΝΑΤΟ-πνευστης αντιπολίτευσης της Λευκορωσίας:

  1. κλειστά σύνορα & εχθρικές σχέσεις με τη Ρωσία,
  2. απαγόρευση «φιλορωσικώνοργανώσεων» και απενεργοποίηση αναμετάδοσης ρωσικών τηλεοπτικών καναλιών και συνολικά λειτουργίας-κυκλοφορίας ρωσικών ΜΜΕ,
  3. έξοδο από τον Οργανισμό Συλλογικής Ασφαλείας (CSTO) και αίτηση για άμεση ένταξη στο ΝΑΤΟ,
  4. επιβολή της εκπαίδευσης στηλευκορωσικήγλώσσα (πρακτικά απαγόρευση της ρωσικής, που είναι η μητρική γλώσσα της συντριπτικής πλειονότητας του πληθυσμού).

Αυτό είναι το πρόγραμμα με την ονομασία «Πακέτο αναζωογόνησης μεταρρυθμίσεων για τη Λευκορωσία» ή «πακέτο ανάνηψης» της μείζονος αντιπολίτευσης υπό την εκλεκτή της Δύσης Σβετλάνα Τιχανόφσκαγια (βλ. Google).

Λεπτομερέστερα, το εν λόγω «φιλολαϊκό» και «επαναστατικό» πρόγραμμα της αντιπολίτευσης που σπεύδουν να στηρίξουν κάποιοι «αριστεροί» προβλέπει τα εξής:

  • ταχεία και δραστική «αποκομμουνιστικοποίηση και αποσοβιετικοποίηση» της Λευκορωσίας·
  • επιβολή της (έλκουσας την καταγωγή της από την φεουδαρχική κατοχή της χώρας από Πολωνία-Λιθουανία και τον εμφύλιο και τα στρατεύματα των ταγματασφαλιτών συνεργατών της Βέρμαχτ) ερυθρόλευκης σημαίας και του θυρεού “Pursuit”, νυν συμβόλων των εθνικιστών-φασιστών, υπό την ιδιότητα των επισήμων εθνικών-κρατικών συμβόλων.
  • επιβολή ως μόνης κρατικής γλώσσας της λευκορωσικής και παραχώρηση στη ρωσική γλώσσα του καθεστώτος ξένης γλώσσας διεθνούς επικοινωνίας
  • διάδοση νέων «εθνικών ηρώων από τον 19ο και τον 20ο αιώνα», ιδίως του ηγέτη της εξέγερσης εναντίον της ρωσικής αυτοκρατορίας Κάστου Καλινόφσκι «ως πολιτικού ιδρυτή του σύγχρονου έθνους της Λευκορωσίας, που συμβολίζει τον αγώνα των Λευκορώσων για ελευθερία και ανεξαρτησία»·
  • αναπροσαρμογή των ενόπλων δυνάμεων στα πρότυπα του ΝΑΤΟ, έναρξη εκπαίδευσης στρατιωτικού προσωπικού με την αποστολή του Λευκορωσικού στρατού σε εκπαιδευτικά ιδρύματα και κέντρα χωρών του ΝΑΤΟ, υποβολή αίτησης για ένταξη στη Βόρειο-Ατλαντική Συμμαχία·
  • να αποδοθούν τα ονόματα των «εθνικών ηρώων της Λευκορωσίας» σε στρατιωτικές μονάδες και εκπαιδευτικά ιδρύματα της Λευκορωσίας·
  • να πραγματοποιηθούν επιτέλους ευρείας κλίμακας ιδιωτικοποιήσεις, θέσπιση «πλήρους ελευθερίας» στην αγορά γης και ακινήτων, που θα διασφαλίζει την προσέλκυση επενδύσεων και την «πλήρη ευχέρεια αξιοποίησης του δυναμικού των Πολυεθνικών Εταιρειών»·
  • αναδιάρθρωση, εκσυγχρονισμός, μερική ή πλήρης ιδιωτικοποίηση μεγάλων και μεσαίων κρατικών επιχειρήσεων·
  • απαγόρευση της πώλησης εγκαταστάσεων υποδομών της Λευκορωσίας σε ρωσικές εταιρείες·
  • προετοιμασία υποδομών για την προσχώρηση της Λευκορωσίας στο μελλοντικό σύστημα προμήθειας υγροποιημένου φυσικού αερίου από τις Ηνωμένες Πολιτείες στην Ανατολική Ευρώπη·
  • απογραφειοκρατικοποίηση (ιδιωτικοποίηση) και βελτιστοποίηση του αριθμού των ιδρυμάτων και των υπαλλήλων στον τομέα της εκπαίδευσης·
  • βελτιστοποίηση (ιδιωτικοποίηση) των δομών υγείας και περίθαλψης, κατάργηση της κρατικής διατίμησης των παρεχόμενων από ιδιωτικά κέντρα υπηρεσιών·
  • μείωση της περίσσειας νοσοκομειακών κλινών·
  • βελτιστοποίηση του συστήματος διαχείρισης της υγειονομικής περίθαλψης και ανάπτυξη οικονομικά αποδοτικών τεχνολογιών, με παράλληλη αναθεώρηση των ισχυόντων πρωτόκολλων θεραπείας ασθενειών, με έμφαση στην προώθηση οικονομικά αποδοτικών μεθόδων ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια·
  • προώθηση και ανάπτυξη ενός ανταγωνιστικού περιβάλλοντος στον τομέα της αγοράς στέγης μέσω της αποκρατικοποίησής του και της ανάπτυξης ιδιωτικών επιχειρήσεων στο σύνολο των υπηρεσιών κοινής ωφελείας (ύδρευσης, αποχέτευσης, ηλεκτροδότησης, τηλεφωνίας, δικτύων κ.λπ.)·
  • πλήρη απόδοση στο ιδιωτικό επιχειρείν των ξενοδοχειακών εγκαταστάσεων, των λουτρών, της επεξεργασίας οικιακών απορριμμάτων-λυμάτων, της κατασκευής και συντήρησης δρόμων, πλατειών, πάρκων και δρυμών, αλλά και των γραφείων τελετών.

Η απαγόρευση των ρωσικών ΜΜΕ συνεπάγεται υποχρεωτική ενεργοποίηση/επιβολή ιδεολογικών μηχανισμών ελεγχόμενων από τη Λετονία, τη Λιθουανία, την Πολωνία και την Ουκρανία (βλ. ΗΠΑ-ΕΕ-ΝΑΤΟ), γεγονός που συνιστά εγχείρημα ωμής ιδεολογικής «αναδιαμόρφωσης» της κοινής γνώμης και συνείδησης στη βάση ιδεολογημάτων του πρωτόγονου αντικομμουνισμού, αντισοβιετισμού και αντιρωσισμού. Ήδη πληθαίνουν τα συνθήματα «κομμουνιστές και ρώσοι στην κρεμάλα»!

Προβλέπεται επίσης το αυτοκέφαλο της εκκλησίας της Λευκορωσίας, καθώς και η «ορθόδοξος εθνική-εθνικιστική» διαπαιδαγώγηση στο εκπαιδευτικό σύστημα στην ελάχιστα γνωστή λευκορωσική γλώσσα (μάλλον διάλεκτο). Τα νεοπαγή αστικά καθεστώτα στην επικράτεια των κρατών που προέκυψαν απ’ την διάλυση της ΕΣΣΔ και την κεφαλαιοκρατική παλινόρθωση υπό την αιγίδα του ευρωατλαντικού άξονα, ως αποτέλεσμα του «διαίρει και βασίλευε», οφείλουν να έχουν «αυτοτελείς» κατασκευασμένες «εθνικές, θρησκευτικές και πολιτισμικές ταυτότητες» κακοποιώντας την ιστορία (η Λευκορωσία ήταν ανέκαθεν γεωγραφικός προσδιορισμός των Βορειοδυτικών ευρωπαϊκών περιοχών της Ρωσίας) και να εμφορούνται από ιδεολογία εθνικιστικού μίσους που θα στηρίζονται από αντίστοιχους θεσμούς και ιδεολογικούς μηχανισμούς.

Ιδού άλλο ένα πεδίο δόξης λαμπρόν για την επανάληψη κατά τα ειωθότα εκείνου του «άθλου» της διπλωματίας-γεωπολιτικής των αμερικανόπνευστων ρασοφόρων (πρακτόρων ή/και «εθελοντών» του πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως και της καθ’ ημάς  Ιεραρχίας της Αγίας Ορθοδόξου Ελλαδικής Εκκλησίας) που είδαμε με την άθλια διχαστική αναγνώριση των ευρωατλαντικών ρασοφόρων της Ουκρανίας… Απούσης προοπτικής, ο βάρβαρος πολυσχιδής ιμπεριαλιστικός πόλεμος, οφείλει να ανατρέξει σε ιδεολογικά ερείσματα, ενεργοποιώντας και μεσαιωνικού χαρακτήρα δογματικές ιδεοληψίες, «νάματα» θρησκευτικού «ιερού πολέμου»…

Όλα αυτά γίνονται στο πνεύμα ενός φασίζοντος εθνικισμού εάν όχι και φασισμού, στον οποίο επιχειρείται να αποδοθούν χαρακτηριστικά «λαϊκού κινήματος». Άλλωστε, όπως είδαμε στις χώρες της Βαλτικής-μέλη της ΕΕ και του ΝΑΤΟ και στη χούντα του Κιέβου, ο ναζισμός κάλλιστα περνιέται ως πατριωτισμός και ευρωπαϊσμός… Σε αυτό το κλίμα έχει ενεργοποιηθεί η ευρωατλαντική «φασιστική διεθνής» της περιοχής (Ουκρανίας, Πολωνίας, Λιθουανίας κ.λπ.), συνδράμοντας ηθικά, υλικά και με «μαχητές». Όπως παραδέχεται και ο διαβόητος Ουκρανός νεοναζί-φονιάς των ταγμάτων εφόδου του Ντονμπάς Ντμίτρι Γιάρος, ο ίδιος έχει εκπαιδεύσει Λευκορώσους εξτρεμιστές και έχει πάρει μέρος σε δράσεις κατά του Λουκασένκο.

Ο πόλος των φθίνουσας ισχύος ιμπεριαλιστικών κέντρων υπό τις ΗΠΑ, προς αποφυγή της χρεοκοπίας και διατήρησης της παγκόσμιας ηγεμονίας, προς διατήρηση του παγκόσμιου ελέγχου των περιφερειών και των πόρων και αποσκοπώντας στην υπονόμευση, αποσταθεροποίηση, καταστροφή ή τουλάχιστον στην όποια ανακοπή της ραγδαίας ανόδου των ανταγωνιστών του, είναι υποχρεωμένος να προβεί σε κλιμάκωση των συρράξεων, σε διαρκή ενεργοποίηση εκρήξεων στα «γεωστρατηγικά  τόξα αποσταθεροποίησης» που σχεδιάζει.

Το εν εξελίξει πραξικόπημα του Μινσκ καταδεικνύει ότι το φασιστικό πραξικόπημα του Κιέβου, όπως και τα αντίστοιχα στην Βολιβία και στην Βενεζουέλα, αποτέλεσαν πιλοτικά προγράμματα προς διάδοση εκ μέρους του σημερινού Ευρωατλαντικού άξονα στο πλαίσιο του «υβριδικού πολέμου». Η αποικιοποίηση της περιφέρειας της Ευρωζώνης και της ΕΕ, της Ουκρανίας και των μετασοβιετικών χωρών (με την αντίστοιχη διάδοση και εδραίωση της ρωσοφοβίας, του αντισοβιετισμού και του αντικομμουνισμού) είναι συστατικά μιας ενιαίας στρατηγικής, που προωθείται από ενιαίο κέντρο. Όπως και κατά τον Β’ ΠΠ, έτσι και σήμερα, κατά τον Γ’ ΠΙΠ, στο όλο και πιο φασίζον ή φασιστικό μέτωπο των από επάνω, μπορεί να αντιπαρατεθεί μόνο ένα Αντιφασιστικό Δημοκρατικό και Αντιιμπεριαλιστικό Μέτωπο. Οι διεθνικές και διακρατικές μορφές και οι τρόποι της ιμπεριαλιστικής επίθεσης, υπαγορεύουν εξ υπαρχής επιτακτικά και το διεθνή χαρακτήρα αυτού του μετώπου, στη βάση της διαλεκτικής ενότητας πατριωτισμού και διεθνισμού.

Οι κομμουνιστές στην κρίση και στον πόλεμο δεν είναι ουδέτεροι, δεν κρατούν «ίσες αποστάσεις» σε κάθε κρίση και σύρραξη, ιδιαίτερα όταν διακυβεύονται κεκτημένα της Μεγάλης Οκτωβριανής Σοσιαλιστικής Επανάστασης. Δεν χτίζουν συμμαχίες βάσει εκτός τόπου και χρόνου αφηρημένων ανιστορικών αρχών με «άσπιλες και αμόλυντες» φαντασιακές δυνάμεις του επέκεινα των «καθαρών ιδεών». Χαράσσουν την τακτική τους στη βάση της δημιουργικής εφαρμογής/ανάπτυξης του μαρξισμού, της θεωρητικής στρατηγικής πρόβλεψης, αξιοποιώντας με τον βέλτιστο τρόπο τις εκάστοτε υπαρκτές πραγματικές δρώσες διαθέσιμες δυνάμεις (συμπεριλαμβανομένων, των όποιων κληροδοτημάτων των πρώιμων σοσιαλιστικών επαναστάσεων, των εθνικοαπελευθερωτικών αντιαποικιοκρατικών-αντιιμπεριαλιστικών κινημάτων) και τις αντιφάσεις του παγκόσμιου  κεφαλαιοκρατικού συστήματος. Εμπλέκονται στη σύγκρουση, με τις δικές τους σημαίες και κατευθυντήριες γραμμές, ενισχύοντας τις εκάστοτε πιο συνεπείς αντιιμπεριαλιστικές δρώσες δυνάμεις, μπολιάζοντας και ριζοσπαστικοποιώντας το κίνημα σε επαναστατική κατεύθυνση, με τη δική τους στρατηγική, που είναι και η μόνη σωτήριος και νικηφόρος για τον λαό της Ελλάδας, της Λευκορωσίας και για όλους τους λαούς: με την επαναστατική προοπτική του σοσιαλισμού-κομμουνισμού, της πραγματικής ενοποίησης της ανθρωπότητας!

[1]  Ο Δημήτρης Πατέλης είναι αν. καθηγητής Φιλοσοφίας Πολυτεχνείου Κρήτης, μέλος του Ομίλου Επαναστατικής Θεωρίας, της Διεθνούς σχολής «Η Λογική της Ιστορίας» και του Γ.Σ. του Συλλόγου «Εμείς που Σπουδάσαμε στο Σοσιαλισμό».

[2] Είναι εξευτελιστική για το θεσμό η όλο και πιο συχνή δημόσια εμφάνιση στα ΜΜΕ «καθ’ ύλην αρμοδίων» πανεπιστημιακών και λοιπών «έγκυρων και έγκριτων» αναλυτών, οι οποίοι ομιλούν ως εκπρόσωποι του γραφείου τύπου υπουργείων ή/και ως εντεταλμένοι ΗΠΑ, ΝΑΤΟ, ΕΕ και λοιπών ευαγών ιδρυμάτων, δοξολογώντας τα εκάστοτε πεπραγμένα του διακρατικού καθεστώτος του άξονα και μηρυκάζοντας τα χονδροειδή ιδεολογήματά του με «πατριωτικό» ή/και κοσμοπολίτικο στόμφο και πόζα κατά περίπτωση…




Η Υπερκαυκασία και ο εν εξελίξει παγκόσμιος ιμπεριαλιστικός πόλεμος (2008). Του Δ. Πατέλη

Εισαγωγικό σημείωμα στην αναδημοσίευση.

Ξημερώματα 8.8.2008 εξαπολύθηκε μεγάλη πολεμική επιχείρηση των δυνάμεων του γεωργιανού στρατού κατά του ρωσικού ειρηνευτικού σώματος (ευρισκόμενου εκεί βάσει εντολής του ΟΗΕ) και κατά αμάχων της πρωτεύουσας της Νότιας Οσετίας Τσχινβάλ.

Η επιχείρηση προετοιμαζόταν από καιρό, με την άμεση εμπλοκή στρατιωτικού προσωπικού και εξοπλισμό από ΗΠΑ-ΝΑΤΟ-ΕΕ και Ισραήλ, με την προκλητική στρατιωτική, οικονομική και πολιτική υποστήριξη των ΗΠΑ.

Τυπικά, η εντολή για την επίθεση δόθηκε από την κυβέρνηση του πράκτορα των ΗΠΑ Μιχαήλ Σαακασβίλι, η οποία επεδίωκε τάχιστη ένταξη σε ΝΑΤΟ-ΕΕ. Είχε προηγηθεί η αποστολή 2.000 Γεωργιανών στρατιωτών στο Ιράκ υπό αμερικανική διοίκηση.

Όταν φαινόταν ότι οι πενιχρές δυνάμεις πολιτοφυλακής της Οσετίας θα συντρίβονταν από τις υπέρτερες γεωργιανές-ΝΑΤΟικές δυνάμεις, 10.8.2008 η κατάσταση αλλάζει άρδην με την αστραπιαία εμπλοκή των ρωσικών δυνάμεων, η ραγδαία προέλαση των οποίων σταμάτησε σε τρεις μέρες, πέντε ημέρες μετά την έναρξη του πολέμου, με την κατάληψη της πόλης Γκόρι (γενέτειρας του Στάλιν), μόλις 76 χλμ. δυτικά της Τιφλίδας.

Αναδημοσιεύουμε αυτό το κείμενο μετά από 14 χρόνια για να καταδείξουμε:

  1. Την αδυναμία διάγνωσης και πρόγνωσης του πολέμου μιας ριζικά νέας εποχής και συγκυρίας στη βάση παρωχημένων ανιστορικών σχημάτων, κατ’ αναλογία κρίσεων και μεταφυσικών στατικών δογμάτων διαστρέβλωσης-αναθεώρησης του μαρξισμού-λενινισμού, που μόνο σύγχυση σπέρνουν στις συνειδήσεις και αποπροσανατολίζουν-αποδιοργανώνουν στο κίνημα.
  2. Τις σχέσεις συνέχειας – ασυνέχειας, τις γενεσιουργές αντιφάσεις, τα ανειρήνευτα συμφέροντα των εμπλεκόμενων πόλων (ιδιαίτερα του εν τω γεννάστε τότε αντιπάλου δέους του ευρωατλαντισμού) και τις τάσεις-προοπτικές στην κλιμάκωση του εν εξελίξει μακροχρόνιου Γ’ Παγκόσμιου Ιμπεριαλιστικού Πολέμου.
  3. Την αναγκαιότητα εμπλοκής του κινήματος στη σύγκρουση, σε τακτικές κινήσεις μετά λόγου γνώσεως, με την αυτοτελή στρατηγική των κομμουνιστών ακέραια και οργανικά συνδεδεμένη με τους αναγκαίους ενδιάμεσους σκοπούς και τις εκάστοτε απαραίτητες συμμαχίας-μέτωπα, χωρίς αυταπάτες για τους όρους και τα όρια εμπλοκής των αστικών τάξεων, με την ετοιμότητα ξεμπροστιάσματος κάθε αναντιστοιχίας τους με τον όλο και πιο σαφή αντιαποικιοκρατικό-αντιιμπεριαλιστικό χαρακτήρα της σύγκρουσης. Μιας σύγκρουσης που οι κομμουνιστές οφείλουν να την προσανατολίζουν συστηματικά και απαρέγκλιτα στην κατεύθυνση της συνειδητής κλιμάκωσης της ριζοσπαστικοποίσης των μαζών, σε διεθνιστική και επαναστατική βάση.
  4. Την ανάδειξη του γεγονότος ότι ο πραγματικός πόλεμος, η μάχη, η εξέγερση και κυρίως η πραγματική (σε αντιδιαστολή με την φανταστική) επανάσταση δεν γίνονται χωρίς συσχετισμούς και αναμετρήσεις δυνάμεων σε γραμμές μετώπου και συσπειρώσεις μαζικών λαϊκών δυνάμεων, χωρίς δομημένα μέτωπα νικηφόρων αγώνων.
  5. Την επισήμανση ότι οπορτουνιστές δεν είναι αυτοί που πρωτοστατούν στη συνειδητή μετωπική δράση με αρχές, με κομμουνιστικούς όρους και συνέπεια, αλλά όσοι έχοντας ιστορικά διαπιστωμένες επιδόσεις στην αναγωγή της μετωπικής δράσης συλλήβδην σε καιροσκοπικά «μέτωπα»-ευκαιριακές ανερμάτιστες κοινοπραξίες με αστικές/μικροαστικές δυνάμεις (σε κινήσεις «κορυφών» εν κρυπτώ και παραβύστω, με αδιαφανή τετελεσμένα κ.λπ.), δίχως αρχές και στρατηγική, ξορκίζουν εκ των υστέρων όλα τα μέτωπα ως τέτοια, δίνοντας όρκους πίστης στην «στρατηγική/ταξική καθαρότητα και ορθοδοξία», με αναγωγή της στρατηγικής σε μεταφυσικού/θρησκευτικού χαρακτήρα άκρο άωτο, δηλ. σε εκ των πραγμάτων χυδαίο τακτικισμό και παραίτηση από την πραγματική ιστορική διαδικασία των επαναστατικών μετασχηματισμών, σπέρνοντας απογοήτευση και ηττοπάθεια…
  6. Τις ακαταμάχητες δυνατότητες αντικειμενικής επιστημονικής περιγραφής, εξήγησης – ερμηνείας και κυρίως επιστημονικής πρόγνωσης – πρόβλεψης που παρέχει η δημιουργική σχέση προς την επαναστατική θεωρία και τη διαλεκτική μεθοδολογία του μαρξισμού.
  7. Την σαφέστατη ιστορική επιβεβαίωση των τότε επιστημονικών προβλέψεων της Διεθνούς ερευνητικής ομάδας «Η λογική της ιστορίας» και την πλήρη επαλήθευσή τους από τα ίδια τα γεγονότα της σημερινής συνέχειας – κλιμάκωσης του ίδιου ιμπεριαλιστικού πολέμου στην Ουκρανία και σε όλα τα μέτωπα (οικονομικό, ιδεολογικό, πολιτικό, στα Βαλκάνια, στην Υπερδνειστερία, στο Ναγκόρνο Καραμπάχ και σ’ όλη την Υπερκαυκασία, στη Συρία, στην Παλαιστίνη, στο Ιράκ, στο Ιράν, στο Αφγανιστάν, στην Υεμένη, στην Ταιβάν, στην Κορεατική χερσόνησο, στην Αφρική, στη Λ. Αμερική κ.λπ. Κλιμάκωσης που λαμβάνει χώρα σε μια συγκυρία ακόμα πιο δυσμενούς για τον ευρωατλαντισμό συσχετισμού δυνάμεων. Η ευρετική και προγνωστική ισχύς της νέας θεωρίας και μεθοδολογίας ανέκυψε στη βάση της δημιουργικής σχέσης προς τα κεκτημένα του κλασικού μαρξισμού και του μεγαλοφυούς σοβιετικού μαρξιστή Β. Α. Βαζιούλιν – ιδρυτή της σχολής μας, με τον οποίο συζητούσαμε μέχρι τον θάνατό του το 2012 όλα αυτά τα ζητήματα.
  8. Τις επαναστατικές προοοπτικές που διανείγει η κλιμάκωση του πολέμου. Ο πόλεμος δεν μας απασχολεί ως ακαδημαϊκού χαρακτήρα αντικείμενο, αλλά από την άποψη της οργανικής του σχέσης με την επανάσταση.
  9. Όπως δείχνει η ιστορική εμπειρία, οι πόλεμοι, ιδιαίτερα οι ευρείας κλίμακας και οι παγκόσμιοι, δημιουργούν νέες αντιφάσεις (επιπρόσθετες σε αυτές που καλούνται να λύσουν) και αναδεικνύουν με ιδιαίτερη ένταση τις βαθύτερες κοινωνικές-ταξικές αντιφάσεις, φέρνοντας εκ των πραγμάτων πιο κοντά την προοπτική της κοινωνικής επανάστασης.
  10. Η ανάδειξη αυτής της προοπτικής είναι μείζονος σημασίας θεωρητικό και -κυρίως- πρακτικό ζήτημα προετοιμασίας του επαναστατικού κινήματος για τις βέλτιστες εφικτές επιλογές στο πλαίσιο της οργανικής σχέσης στρατηγικής-τακτικών, για την γονιμότερη εφικτή αξιοποίηση των αντιφάσεων και των δυνατοτήτων μετωπικών κινήσεων και διακρίβωσης εκείνης της κλιμάκωσης σκοπών, που θα οδηγήσουν στις επικείμενες νικηφόρες αντιιμπεριαλιστικές και σοσιαλιστικές επαναστάσεις, ιδιαίτερα στους «ασθενείς κρίκους» του συστήματος.

Η Υπερκαυκασία και ο εν εξελίξει παγκόσμιος ιμπεριαλιστικός πόλεμος.

Αναδημοσίευση από ΟΥΤΟΠΙΑ, τ. 81, Σεπτέμβριος-Οκτώβριος 2008, σ. 157-170

Δημήτρης Πατέλης.

Τι απέγινε η ρητορική περί δήθεν νέας εποχής «αιώνιας ειρήνης» μετά το λεγόμενο «τέλος του κομμουνισμού» και των ιδεολογιών; Ποιοι θυμούνται σήμερα τα κατά παραγγελία των νικητών του ψυχρού πολέμου ιδεολογήματα περί «τέλους της ιστορίας» και περί «Νέας τάξης πραγμάτων» που θα θέσπιζαν θριαμβευτικά οι ισχυρές “δημοκρατικές κοινωνίες” της οικονομίας της “ελεύθερης αγοράς” με επικεφαλής την εναπομείνασα υπερδύναμη, σέρνοντας τους λαούς της υφηλίου βάσει προδιαγεγραμμένων σεναρίων εδραίωσης και διαιώνισης της μονοκρατορίας της τελευταίας; Πόσο πειστικά ηχούν σήμερα οι περί “αυτοκρατορίας” και “επίπεδου κόσμου” “θεωρητικές” κατασκευές;

Είναι προφανές ότι όποτε ανακύπτει ένα σημαντικό επεισόδιο σε πεδία μαχών, ιδιαίτερα εάν αυτό αιφνιδιάζει τον κοινό νου και συνεπάγεται σημαντική «μετατόπιση ισχύος», εγείρονται στο προσκήνιο συνειρμικά όλα τα φαντάσματα του παρελθόντος: παραστάσεις, εξαρτημένα αντανακλαστικά, ιδεολογήματα και αναλογίες. Στο πλαίσιο αυτό είδαμε ακόμα και διεθνούς κύρους πολιτικούς και αναλυτές να μιλούν για ένα νέο «ψυχρό πόλεμο». Κάποιοι μάλιστα (εκδηλώνοντας φοβικά η νοσταλγικά αντανακλαστικά) αποκαλούσαν τη Ρωσία Σοβιετική Ένωση… Όλα αυτά ενισχύονται στη συνέχεια κατά το δοκούν και από κατ’ επάγγελμα ιδεολόγους των εμπλεκομένων στη σύρραξη συμφερόντων και από τα Μ.Μ.Ε.

Ωστόσο, η κατ’ αναλογία κρίση είναι εξαιρετικά επισφαλής μέθοδος (ιδιαίτερα όταν υιοθετείται για την ερμηνεία περίπλοκων κοινωνικοοικονομικών φαινομένων με ιστορική μοναδικότητα), δεδομένου ότι αρκούμενη σε επιφανειακές ομοιότητες, επιτείνει την εμπλοκή στον έρποντα εμπειρισμό. Μόνο η συγκεκριμένη επιστημονική ανάλυση της συγκεκριμένης συγκυρίας, του χαρακτήρα της εποχής, της δυναμικής όλου του πλέγματος των αντιφάσεων σε παγκόσμιο, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο, της ιστορικής ιδιοτυπίας, των συσπειρώσεων, των πολώσεων και των προοπτικών τάσεων μπορεί να παράσχει αντικειμενική διάγνωση της κατάστασης με δυνατότητες πρόβλεψης.

Σύμφωνα με την ανάλυση της διεθνούς ερευνητικής ομάδας «Η Λογική της Ιστορίας» ο πόλεμος εναντίον Αφγανιστάν και Ιράκ (προπομποί του οποίου ήταν ο πρώτος πόλεμος στον Περσικό κόλπο και η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας) σηματοδοτεί την έναρξη του Τρίτου θερμού Παγκόσμιου Πόλεμου (εάν δεν θεωρηθεί τρίτος ο αμαχητί λήξας «Ψυχρός Πόλεμος»). Ενός επιθετικού ιμπεριαλιστικού πόλεμου, που παρουσιάζει πολλές ομοιότητες-αναλογίες με τους δύο προηγούμενους, αλλά και σημαντικότατες διαφορές, η μη ανάδειξη των οποίων προκαλεί συγχύσεις.

Η ρητορική και τα εναλλασσόμενα ιδεολογήματα των επιτιθέμενων (πόλεμος «κατά της τρομοκρατίας», «πόλεμος πολιτισμών-θρησκειών», πόλεμος «για την επιβολή της δημοκρατίας», κ.ο.κ.) συσκοτίζουν την κατάσταση και επιτείνουν τη σύγχυση ακόμα και στις συνιστώσες της εναπομείνασας αριστεράς. Θεωρητική ένδεια και απουσία κριτηρίων, οδηγούν συχνά σε τραγελαφικές τοποθετήσεις. Κάποιοι έσπευσαν να τεθούν υπέρ των «ανθρωπιστικών» βομβαρδισμών στη Γιουγκοσλαβία, άλλοι θεωρούσαν τον UCK του Κοσσόβου και τους (επίσης αμερικανοκίνητους) αυτονομιστές της Τσετσενίας «φερέλπιδες μαχητές» επικείμενων κινημάτων, επενδύοντας τη θέση τους με ρατσιστικών αποχρώσεων αντιρωσισμό. Ορισμένοι (συγχέοντας τον Κόκκινο Στρατό με το στρατό της παλινορθωτικής Ρωσίας, ή επιστρατεύοντας ελληνορθόδοξες παραδόσεις περί του «ξανθού γένους») σπεύδουν να ταχθούν άκριτα υπέρ Ρωσίας. Κάποιοι άλλοι τηρούν ίσες αποστάσεις έναντι όλων, ανασύροντας από τη ναφθαλίνη στερεότυπα τύπου «κάτω οι δύο υπερδυνάμεις», κ.ο.κ.

Ποια είναι τα χαρακτηριστικά αυτού του εν εξελίξει παγκοσμίου πολέμου; Αυτός ο νέος ιμπεριαλιστικός πόλεμος δεν θα μπορούσε να προκύψει χωρίς την επικράτηση της αστικής αντεπανάστασης και χωρίς τη δρομολόγηση διαδικασιών παλινόρθωσης της κεφαλαιοκρατίας στις περισσότερες χώρες του πρώιμου σοσιαλισμού και ιδιαίτερα στην ΕΣΣΔ. Εάν ο Α΄ Παγκόσμιος πόλεμος κυοφορούσε τη δυναμική της Οκτωβριανής Επανάστασης και ο Β΄ την περαιτέρω εδραίωση και επέκταση του πρώιμου σοσιαλισμού (με παράλληλη αναδιάρθρωση των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων), ο Γ΄ δρομολογείται εν πολλοίς απ’ τη δυναμική της παγκόσμιας αντεπανάστασης και της συντριβής των περισσότερων κεκτημένων του πρώιμου σοσιαλισμού του 20ου αιώνα.

Ο πόλεμος, ως έκφραση, μέσο και τρόπος διευθέτησης των αντιφάσεων, δεν μπορεί να παραμένει ανεπηρέαστος από τις ποσοτικές, ποιοτικές και ουσιώδεις αλλαγές που επέρχονται ιστορικά. Παρά τις όποιες γεωστρατηγικές ομοιότητες με τους δύο προγενέστερους, το είδος των αντιφάσεων που τον προκαλούν, η κλίμακα, τα μέσα και οι τρόποι διεξαγωγής του, η υπό διαμόρφωση σύμπηξη των κέντρων-πόλων, αλλά και η διάρκειά του, διαφέρουν ριζικά από την προγενέστερη εμπειρία. Εάν δεν ληφθούν υπόψη οι αλλαγές που έχουν επέλθει στις παραγωγικές δυνάμεις, στον παγκόσμιο καταμερισμό της εργασίας, στο βαθμό κοινωνικοποίησης της παραγωγής, στο χαρακτήρα του κεφαλαίου και της εργασίας κ.ο.κ. στο νέο στάδιο της ιμπεριαλιστικής «παγκοσμιοποίησης», η ραγδαία είσοδος στο προσκήνιο δυνάμεων όπως η Ρωσία, η Κίνα, οι Ινδίες, η Βραζιλία, οι αλλαγές στη Λατινική Αμερική κ.ά., είναι αδύνατο να κατανοηθεί η ιδιοτυπία αυτού του εν εξελίξει παγκοσμίου πολέμου. Ακόμα και οι εμπλεκόμενες δυνάμεις, μόνον εν μέρει και κατ’ όνομα παρουσιάζουν ομοιότητες με αυτές των πολέμων του 20ου αι. Τα προβλήματα αυτά δεν αφορούν σχολαστικές θεωρητικολογίες, αλλά την ίδια την επιβίωση της ανθρωπότητας.

Όπως έχω ξαναγράψει, πρόκειται για έναν πόλεμο περίπλοκο, πολυεπίπεδο και με πολλούς στόχους. Στην αρχική στόχευση των εχόντων την πρωτοβουλία εξαπόλυσής του, ήταν (και παραμένει εν πολλοίς) κατά κύριο λόγο, ένας πόλεμος των χωρών του «Πρώτου κόσμου», του λεγόμενου «χρυσού δισεκατομμυρίου» με επικεφαλής τις ΗΠΑ, εναντίον του λεγόμενου «Τρίτου κόσμου» συνολικά, σε συνθήκες εν πολλοίς άρδην «τριτοκοσμοποίησης» του «Δεύτερου κόσμου». Εναντίον των δυνάμεων εκείνων τις οποίες οι εν λόγω χώρες αδυνατούν πλέον να διαχειρίζονται και να διοικούν δια των δόκιμων «ψυχρών»-ειρηνικών (νεοαποικιακών κ.λ.π.) μέσων και ως εκ τούτου, καταφεύγουν στα «θερμά» και εμπόλεμα. Είναι ένας πόλεμος πλανητικής καταστολής εναντίον οποιουδήποτε υπαρκτού ή δυνητικού-εκκολαπτόμενου εναλλακτικού πόλου, εναντίον των ακόμα υπαρκτών χωρών του πρώιμου σοσιαλισμού, εναντίον της ανερχόμενης αστικής τάξης αυτών των χωρών, αλλά και εναντίον κάθε απελευθερωτικού λαϊκού κινήματος.

Κατά τις πρώτες φάσεις του πολέμου οι επιτιθέμενοι ιμπεριαλιστές πέτυχαν σοβαρούς στρατηγικούς τους στόχους (εδραίωση της παρουσίας τους σε θέσεις κλειδιά στην Ευρασία, έλεγχος σημαντικότατων κοιτασμάτων υδρογονανθράκων, έλεγχος διαδρομών διακίνησης υδρογονανθράκων, αποκλεισμός της Κίνας και έλεγχος της πρόσβασης ευρωπαϊκών χωρών στους τελευταίους, αναδιάταξη δυνάμεων στον ενεργειακό-οικονομικό πόλεμο με τη ραγδαία ανατίμηση των ενεργειακών πόρων, κ.ο.κ.). Ωστόσο, όπως είχα προβλέψει από το 2003 (βλ. Πατέλη 2004) στη συνέχεια, με την κλιμάκωση του πολέμου, η τροπή των πραγμάτων άρχισε να αποβαίνει κάθε άλλο παρά ευνοϊκή για τους εμπνευστές αυτού του παγκοσμίου πολέμου. Η ηρωική αντίσταση του λαού του Ιράκ, η αδυναμία έλεγχου του Αφγανιστάν, και η ήττα του σιωνιστικού μιλιταρισμού από τη Χεσμπολάχ προ δύο ετών στο Λίβανο, η εκδίωξη των αμερικανικών βάσεων από το Ουζμπεκιστάν, η ενίσχυση της αριστεράς στη Λατινική Αμερική, η νίκη της αριστεράς στο Νεπάλ και σε πολλές πολιτείες των Ινδιών, κ.ά., επιβεβαίωσαν αυτή την πρόβλεψη.

Ωστόσο, η σημαντικότερη επιβεβαίωση αφορά την ανάδειξη-ενίσχυση άλλων πόλων με καταλυτική επίδραση στον παγκόσμιο συσχετισμό δυνάμεων. Από τα τέλη του 20ου αι. (βλ. ίδρυση OPEC, εμπάργκο-ενεργειακή κρίση 1973) ήταν σαφής η τάση εθνικοποίησης της εξόρυξης-άντλησης πετρελαίου (του λεγόμενου Upstream) από τις αστικές τάξεις των πετρελαιοπαραγωγών χωρών, για τον περιορισμό και εκτοπισμό των πολυεθνικών πετρελαϊκών εταιρειών και της ληστρικής αποικιοκρατικής εκμετάλλευσης των πόρων. Οι πολυεθνικές αυτές, αν και είχαν σημαντικές απώλειες σε αυτό τον αγώνα, δεν παρέδωσαν αμαχητί τις θέσεις τους, εντείνοντας την εκμετάλλευση των πόρων που ελέγχουν και αναζητώντας νέους, διατηρώντας μεγάλο μέρος των υποδομών και δικτύων διαμετακόμισης, επεξεργασίας και διακίνησης-πώλησης υδρογονανθράκων (του λεγόμενου Downstream), με περαιτέρω συγκέντρωση-συγκεντροποίηση του κεφαλαίου, συγχωνεύσεις, εξαγορές, κ.ο.κ.

Οι τάσεις αυτές πήραν στις αρχές του 21ου αι. άλλη τροπή με τη συνέργεια τουλάχιστον 6 παραγόντων:

  1. Επιτεινόμενη πλανητική ενεργειακή “δίψα” (που είναι τεχνικά και οικονομικά αδύνατο να κορεσθεί στο εγγύς μέλλον με εναλλακτικές και ανανεώσιμες πηγές). Σταθερά αύξουσες ανάγκες των παραδοσιακών βιομηχανικών χωρών και αλματώδης αύξηση της ζήτησης υδρογονανθράκων λόγω της (κατ’ εξοχήν εκτατικής και ενεργοβόρου) βιομηχανικής ανάπτυξης αναδυόμενων χωρών (ιδιαίτερα Λ.Δ. Κίνας και Ινδιών).
  2. Ραγδαία άνοδος της τιμής των υδρογονανθράκων λόγω της αύξουσας ζήτησης, εξ αιτίας της ανάγκης επενδύσεων εντάσεως κεφαλαίου στον εξορυκτικό τομέα (εξάντληση επιφανειακών κοιτασμάτων, στροφή σε όλο και βαθύτερα, πτωχότερα και υποθαλάσσια κοιτάσματα, κ.ο.κ.), λόγω του εν εξελίξει πολέμου στον Περσικό κόλπο και λόγω αχαλίνωτων κερδοσκοπικών παιγνίων με προαγορές, κ.ο.κ.
  3. Δυναμική ένταξη στην παγκόσμια αγορά των νέων ενεργειακών κολοσσών της Ρωσίας (Γκαζπρομ, Λουκόιλ, Σιμπνεφτ, Γιούκος, κ.ά.) η οποία είναι η πρώτη δύναμη παγκοσμίως σε άντληση-εξαγωγή φυσικού αερίου (τα αποθέματα και οι προοπτικές οικονομικής αξιοποίησης του οποίου υπερτερούν των αντιστοίχων του πετρελαίου) και δεύτερη στο πετρέλαιο, με συντονισμένες κινήσεις της άρχουσας ελίτ της νεοπαγούς αστικής τάξης, ώστε να τεθεί ο ενεργειακός τομέας υπό κρατικό έλεγχο.
  4. Στρατηγική επιθετική επιλογή της ρωσικής αστικής τάξης για συστηματική χρήση του “όπλου της ενέργειας”. Αυτό σημαίνει πρακτικά διεκδίκηση εκ μέρους της άρχουσας ελίτ της Ρωσίας ηγετικού-συντονιστικού ρόλου μεταξύ των χωρών παραγωγών ενεργειακών πόρων, με δυναμική διεθνή αναδιάταξη του καταμερισμού έργων και ρόλων στον ενεργειακό τομέα, με επιδίωξη επιβολής ενιαίου ελέγχου Upstream και Downstream, με κινήσεις για τη συγκρότηση οργανισμού τύπου OPEC για το φυσικό αέριο, με δημιουργία νέων δικτύων αγωγών, με στρατηγικές ενεργειακές συμμαχίες με χώρες της Ε.Ε., Βενεζουέλα, Ιράν, Λ.Δ. Κίνας, Ινδονησία, κ.ά., με δυναμική διείσδυση σε Αφρική, Ασία και Ν. Αμερική, εκτοπίζοντας παλαιούς παίκτες, κ.ο.κ.
  5. Ανάκαμψη του στρατιωτικού-βιομηχανικού συμπλέγματος της Ρωσίας και κατάκτηση πρωτιάς στη διεθνή αγορά οπλικών συστημάτων.
  6. Ραγδαία ενδυνάμωση της ρωσικής οικονομίας και συνολική αναβάθμιση του διεθνούς ρόλου της αστικής τάξης της.

Τα παραπάνω επέτρεψαν στην τελευταία να αποπληρώσει τάχιστα το εξωτερικό της χρέος έναντι της λέσχης των Παρισίων και να αποκτήσει πλεονασματικά αποθέματα που υπερβαίνουν κατά πολύ το ποσό του ενός τρισεκατομμυρίου USD, μετατρέποντας τη Ρωσία σε πολύ σημαντική διεθνή οικονομική δύναμη, στον τρίτο μετά την Κίνα και την Ιαπωνία πιστωτή της υπερχρεωμένης αμερικανικής οικονομίας. Οι πόροι αυτοί –σε συνθήκες χρηματοπιστωτικής κρίσης και κρίσης ρευστότητας στη Δύση και ιδιαίτερα στις ΗΠΑ– επιτρέπουν στην άρχουσα τάξη της Ρωσίας να εκπονεί μακροχρόνια στρατηγικά σχέδια επιστημονικής και τεχνολογικής ανάπτυξης, να επενδύει (αξιοποιώντας και τους πόρους απ’ την εξαγωγή όπλων, όπου κατέχει πλέον την πρώτη θέση παγκοσμίως) στο στρατιωτικό βιομηχανικό σύμπλεγμα, και να αναδιοργανώνει-επανεξοπλίζει το στρατό της, επιλέγοντας κατά προτεραιότητα τεχνολογίες ασύμμετρων πληγμάτων.

Η σύρραξη αυτή ανέδειξε και ορισμένα χαρακτηριστικά της ηγεσίας της νεοπαγούς αστικής τάξης της Ρωσίας. Η ηγεσία αυτή, αναγκάστηκε εκ των πραγμάτων να χαράξει και να προωθήσει δική της στρατηγική, αρχικά δια της δοκιμής και του λάθους, μέσω της διαπίστωσης ότι στη διεθνή αρένα, ακόμα και ως υποτελής στην πλανηταρχεύουσα υπερδύναμη και στον κόσμο των ισχυρών του κεφαλαίου (βλ. την γλοιώδη περίπτωση Μπ. Γέλτσιν), ήταν αποδιοπομπαία. Η κάθε υποχώρησή της συνοδευόταν από ακόμα πιο απαιτητικές αξιώσεις για υποτέλεια και πλήρη εκποίηση των πάντων.

Η νέα γενιά αυτής της ηγεσίας, ανδρώθηκε σε μια θύελλα αλλαγών την οποία όφειλε να διαχειρισθεί προωθώντας την αστική αντεπανάσταση. Κινήθηκε μεθοδικά, λειτουργώντας ως συλλογικός κεφαλαιοκράτης που θέτει κανόνες του παιχνιδιού (πολιτικούς, νομοθετικούς, δημοσιονομικούς, κ.ά.), για να υπερβεί την κατάσταση του πολέμου όλων εναντίον όλων που προέκυψε από την ληστρική ιδιωτικοποίηση της σοβιετικής κληρονομιάς με όρους μαφίας. Έθεσε υπό κρατικό έλεγχο (με την απόκτηση του πλειοψηφικού πακέτου των μετοχών) τους στρατηγικούς τομείς της Ενέργειας και του Στρατιωτικού-Βιομηχανικού συγκροτήματος.

Ενίσχυσε την “κατακόρυφη” δομή της εξουσίας με συγκεντρωτισμό που απέτρεψε τον άμεσο κίνδυνο διάλυσης της χώρας, στελεχώνοντας τους νευραλγικούς μηχανισμούς με τους “σιλαβικί”, ανθρώπους με θητεία στις ένοπλες δυνάμεις και ιδιαίτερα στις μυστικές υπηρεσίες. Οι τελευταίοι, έχοντας σημαντικό “πολιτιστικό κεφάλαιο” από τη σοβιετική παράδοση, κοσμοπολίτες τρόπον τινά (λόγω της φύσης της δουλειάς τους) και χωρίς να διακατέχονται από τα σύνδρομα νεοπλουτισμού και ξενοδουλείας των στελεχών της πρώτης αντεπαναστατικής-παλινορθωτικής φρουράς, είναι που εκπόνησαν και έθεσαν σε εφαρμογή τις αλλαγές στην πολιτική της Ρωσίας.

Η υιοθέτηση εκ μέρους τους πατριωτικής στάσης και ιδεολογημάτων, ορισμένη εξασθένιση του ακραίου αντικομμουνισμού-αντισοβιετισμού με έμφαση στη “συνέχεια της ένδοξης ιστορίας της πατρίδας”, εδραίωσε την ηγεμονία τους στο εσωτερικό, αδειάζοντας κυριολεκτικά την παραπαίουσα αριστερή αντιπολίτευση. Παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ο σαφής αμοιβαίος εμπλουτισμός εμπειριών και χειρισμών αυτής της ρωσικής ελίτ με τους Κινέζους ομολόγους της και οι αντίστοιχες εκατέρωθεν διορθωτικές κινήσεις στην ασκούμενη πολιτική. Κατά τη διάρκεια της κρίσης, οι διπλωματικές τους κινήσεις και η πειστικότητα του λόγου που άρθρωναν κέρδιζαν τις εντυπώσεις, σε αντιδιαστολή με τις φοβικές-στερεοτυπικές αντιδράσεις των αντιπάλων τους.

Ωστόσο, η ηγεσία αυτή δεν μπορεί παρά να εκφράζει σε πολιτικό επίπεδο την αμφίρροπη στάση της νεοπαγούς αστικής τάξης της χώρας. Το κεφάλαιο που είναι διεθνοποιημένο σε σημαντικό βαθμό, με εμπλοκή στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα, δεν επιθυμεί κλιμάκωση της ρήξης με τη Δύση, σε αντιδιαστολή με τους εκπροσώπους του κεφαλαίου με πραγματική παραγωγική δραστηριότητα στη Ρωσία, που ακριβώς στην ένταση της ρήξης βλέπουν προοπτική αναδιανομής θέσεων και ρόλων στην παγκόσμια οικονομία. Τα όρια μεταξύ των δύο αυτών συνιστωσών της αστικής τάξης δεν είναι σαφή, ενώ η αμφιρρέπεια εκφράζεται και σε επίπεδο πολιτικής ηγεσίας (και με τη σύγκρουση της τάσης του συγκεντρωτικού κρατικού παρεμβατισμού με νεοφιλελεύθερες πολιτικές). Χαρακτηριστική είναι η εμμονή του υπουργού οικονομικών Α. Κουντρίν στην τοποθέτηση του σταθεροποιητικού κονδυλίου της Ρωσίας σε χρεόγραφα ΗΠΑ ακόμα και μετά τον πόλεμο, μεσούσης της χρηματοπιστωτικής κρίσης. Αμφιρρέπεια εκδηλώνεται και ως προς τον προσανατολισμό μερίδων του Ρωσικού κεφαλαίου προς την Ασία ή προς Ευρώπη και Αμερική.

Η εκ των πραγμάτων γαιοστρατηγική και στρατιωτική εκδήλωση αυτής της ισχύος ήταν θέμα χρόνου. Από τα χρονοδιαγράμματα των εξοπλιστικών προγραμμάτων των ΗΠΑ (με δεδομένους τους ρυθμούς διάλυσης της τέως ΕΣΣΔ κατά τη δεκαετία 1990-2000), και τα σχετικά δημοσιεύματα, είναι σαφές ότι σχεδιαζόταν ευρείας κλίμακας επίθεση στη Ρωσία κατά το 2012-13, όταν θα τίθεντο εκτός λειτουργίας οι σοβιετικής κατασκευής βαλλιστικοί πύραυλοι, και ιδιαίτερα αυτοί με τις πολλαπλές αποσπώμενες κεφαλές.

Στα τέλη του 2006 εμφανίστηκαν δημοσιεύματα που καλούσαν σε δράση εναντίον της Ρωσίας, πριν να είναι πολύ αργά, και αντίστοιχα σενάρια γυμνασίων. Ωστόσο, η δυναμική που δρομολόγησαν εν πολλοίς οι ίδιες οι ΗΠΑ με τον πόλεμο, ανέτρεψε αυτά τα δεδομένα, μετατρέποντας τη Ρωσία σε ενεργειακή και οικονομική υπερδύναμη. Σημειωτέον ότι η τελευταία (λόγω των κληροδοτημάτων της ΕΣΣΔ) είναι σήμερα η μόνη χώρα η οποία μπορεί από τεχνικής-στρατιωτικής απόψεως να καταστρέψει ακαριαία ολοσχερώς τις ΗΠΑ (διαθέτει πάνω από 4.000 δεδηλωμένες πυρηνικές κεφαλές, προωθημένη αεροδιαστημική τεχνολογία, κ.ο.κ.).

Η κλιμακούμενη χρηματο-πιστωτική κρίση και η λογική του εν εξελίξει παγκοσμίου πολέμου, καθιστούν υπαρξιακής σημασίας για τις ΗΠΑ την κλιμάκωση της επιθετικότητάς τους με απρόβλεπτες συνέπειες για την ανθρωπότητα. Δύο τρόποι καταπολέμησης της κρίσης υπάρχουν για τις ΗΠΑ: η προσφυγή στην εκτύπωση χρήματος χωρίς αντίκρισμα και ο πόλεμος. Τα παραπάνω υπαγορεύουν την ανάγκη στρατιωτικοπολιτικής περικύκλωσης Ρωσίας και Λ.Δ. Κίνας και υπονόμευσης της ακεραιότητάς τους, εδραίωσης της παρουσίας των ΗΠΑ στην τέως ΕΣΣΔ (με τη βαθμιαία μετατροπή της Γεωργίας σε Ισραήλ του Καυκάσου και κινήσεις για ένταξη στο ΝΑΤΟ Ουκρανίας, Γεωργίας και Αζερμπαϊτζάν), αποκλεισμού της Ρωσίας από τα δίκτυα υδρογονανθράκων και δημιουργίας παρακαμπτηρίων αγωγών.

Οι διεθνείς παρεμβάσεις παραγόντων των ΗΠΑ σε όλα τα επίπεδα για την αποτροπή της πραγμάτωσης και την υπονόμευση των σχεδίων ενεργειακής (και ευρύτερα οικονομικής) συνεργασίας διαφόρων χωρών (ιδιαίτερα της Ε.Ε.) με  τη Ρωσία είναι τα τελευταία χρόνια απροκάλυπτες.

Χαρακτηριστικό είναι και το σχέδιο του (συμβούλου του Μ. Ομπάμα) Ζμπίγνιεφ Μπζεζίνσκι για δημιουργία 8 κρατών στη σημερινή Ρωσία, με το κυνικό επιχείρημα: «δεν μπορεί τόσος φυσικός πλούτος να ανήκει σε μία χώρα»! Για αυτούς τους λόγους ενορχηστρώνεται και η ιδεολογική επένδυση αυτών των κινήσεων, με καλλιέργεια ρωσοφοβικών συνδρόμων και την επανενεργοποίηση ψυχροπολεμικών αντανακλαστικών.

Η ραγδαία στρατιωτικοποίηση της Γεωργίας τα τελευταία χρόνια (ιδιαίτερα υπό τον εγκάθετο των ΗΠΑ Μ. Σαακασβίλι) με εξοπλισμούς (από ΗΠΑ, Ισραήλ, Γαλλία, Τουρκία, Ελλάδα, Ουκρανία, Τσεχία, Ρουμανία, Βουλγαρία κ.ά.) και εκπαιδευτές (χιλιάδες από ΗΠΑ, Ισραήλ, Γαλλία, Γερμανία και ιδιωτικές εταιρείες στρατιωτικής εκπαίδευσης), εκσυγχρονισμό οπλικών συστημάτων και συστήματα δικτυοκεντρικού πολέμου (με ισραηλινά μη επανδρωμένα αεροσκάφη, αμερικανικά ραντάρ, δορυφορικά δίκτυα, συστήματα αναγνώρισης-διαλογής-κατάδειξης στόχων, ηλεκτρονικού πολέμου, κ.ά.), αποσκοπούσε ακριβώς στη διεξαγωγή ενός αστραπιαίου πολέμου, που θα εκτόπιζε οριστικά τη Ρωσία από την Υπερκαυκασία, αλλά (όπως φαίνεται από τους αμερικανικούς εκτοξευτές πυραύλων που κατέστρεψαν οι Ρώσοι) και σε επίθεση εναντίον του Ιράν, παρακάμπτοντας τις αντιστάσεις της Τουρκίας.

Χαρακτηριστική είναι η ύπαρξη δύο υπουργών («επανένωσης της χώρας», και άμυνας) στην κυβέρνηση της Γεωργίας που είναι υπήκοοι Ισραήλ, η μισθοδοσία του Σαακασβίλι απ’ ευθείας από ΗΠΑ, ο εσμός Αμερικανών συμβούλων (με προεξάρχοντα τον γνωστό μας από τη θητεία του στο ΥΠΕΞ επί υπουργίας Γ. Παπανδρέου κ. Άλεξ Ρόντο), η εμπλοκή 2.100 γεωργιανών στρατιωτικών στον πόλεμο του Ιράκ, η ευρείας κλίμακας άσκηση Immediate Response 2008, με πλήθος Αμερικανών ειδικών και στρατιωτικών, παραμονές της επίθεσης Σαακασβίλι κατά της Ν. Οσετίας, κ.ά.

Η σχεδόν άμεση και αποφασιστική αντίδραση της Μόσχας στην ευρείας κλίμακας επίθεση εναντίον των ειρηνευτικών δυνάμεών της και τη σφαγή των κατοίκων του Τσχινβάλ, η ανάκτηση του ελέγχου της Ν. Οσετίας  από τα ρωσικά στρατεύματα (με ειδικές δυνάμεις απαρτιζόμενες κυρίως από Τσετσένους) σε 48 ώρες, και η διάλυση των στρατιωτικών υποδομών της Γεωργίας στον πόλεμο των 5 ημερών, σηματοδότησε τη δυναμική ανάδειξη ενός άλλου πόλου στον εν εξελίξει Παγκόσμιο Πόλεμο και την απώλεια της πρωτοβουλίας των κινήσεων σε αυτόν από τις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους.

Θα ήταν αφελές να πιστεύει κανείς ότι αυτή δεν ήταν πολεμική επιχείρηση των ΗΠΑ δι’ αντιπροσώπων. Οι ΗΠΑ προκάλεσαν εσκεμμένα τη Ρωσία για να επιτύχουν συγκεκριμένους στόχους και να ανιχνεύσουν δια της μάχης τις αντιδράσεις της. Η ρωσική ηγεσία δεν είχε πλέον περιθώρια άλλης επιλογής σε αυτή τη συγκυρία. Τυχόν υποχώρηση σε αυτή την ευρείας κλίμακας πρόκληση, θα σήμαινε οριστική απώλεια του ελέγχου της Υπερκαυκασίας, άμεση μεταφορά του πολέμου στο εσωτερικό της Ρωσίας και δρομολόγηση διαδικασιών τύπου διαμελισμού της Γιουγκοσλαβίας στη Ρωσική Ομοσπονδία.

Η καταλυτική σημασία αυτού του επεισοδίου εκδηλώνεται πολλαπλά. Σε κατάσταση έκδηλου πανικού, ΗΠΑ και Ε.Ε. αναλίσκονται αρχικά σε κινήσεις φραστικού και εικονικού πολέμου, τη στιγμή που η επάνοδος στην προτέρα κατάσταση είναι πλέον ανέφικτη. Δρομολογείται νέος βαθύτερος διχασμός εντός της Ε.Ε. με τις επιχειρηματικά-ενεργειακά συνδεδεμένες με τη Ρωσία χώρες (Γερμανία, Ιταλία, Γαλλία, Ελλάδα, κ.ά.) απρόθυμες να ακολουθήσουν τις ενισχυόμενες και από τις προεκλογικές σκοπιμότητες επιθετικές επιλογές των ΗΠΑ, εν αντιθέσει π.χ. προς την Αγγλία και τα ακόμα πιο αμερικανόδουλα καθεστώτα της Ανατολικής Ευρώπης. Η έκβαση αυτής της αντίθεσης θα εξαρτηθεί από την προοπτική μιας βαθμιαίας απαλλαγής σειράς ευρωπαϊκών χωρών από την αμερικανική κηδεμονία και το ενδεχόμενο δημιουργίας ενός Γερμανο-Ρωσικού άξονα.

Δρομολογούνται ραγδαίες αλλαγές:

  • Πολιτική κρίση στην Ουκρανία με αποδυνάμωση του αμερικανόδουλου Γιούσενκο και καιροσκοπικούς “φιλορωσικούς” ελιγμούς της Τιμοσένκο.
  • Ταχεία τοποθέτηση της (χωρίς προσχήματα πλέον στρεφόμενης κατά της Ρωσίας) αντιπυραυλικής ασπίδας των ΗΠΑ σε Τσεχία-Πολωνία και Ρωσικά αντίμετρα.
  • Έντονη αμερικανονατοϊκή παρουσία στον Εύξεινο Πόντο.
  • Πονηρή δραστηριοποίηση της τουρκικής ηγεσίας σε ρόλο υπεύθυνης περιφερειακής δύναμης*.
  • Απόρριψη των προτάσεων του αντιπροέδρου των ΗΠΑ Τσένι για δημιουργία αγωγού παρακάμπτοντας τη Ρωσία και άμεση ένταξη στο ΝΑΤΟ από τον πρόεδρο του Αζερμπαϊτζάν Αλίεφ.
  • Άμεση σύναψη συμφωνίας για αγωγούς φυσικού αερίου μεταξύ Ρωσίας και Ουζμπεκιστάν.
  • Συσπείρωση των τέως σοβιετικών δημοκρατιών που συναπαρτίζουν τον Οργανισμό Συλλογικής Ασφαλείας γύρω από τη Ρωσία.
  • Όξυνση της έντασης με υποκινούμενα από τις ΗΠΑ αποσχιστικά κινήματα σε Βολιβία και Βενεζουέλα και διακοπή διπλωματικών σχέσεων.
  • Επανενεργοποίηση του 4ου Στόλου των ΗΠΑ και παρουσία στα παράλια των χωρών της Ν. Αμερικής με έντονη αντίδραση της Βραζιλίας και άλλων χωρών.
  • Επίσκεψη του προέδρου της Βενεζουέλας Ου. Τσάβες σε Λ.Δ. Κίνας, Ρωσία (όπου συνάπτει νέες συμφωνίες οικονομικής και στρατιωτικής-τεχνικής συνεργασίας), Γαλλία, Πορτογαλία και Κούβα.

Αλλά και γεγονότα που δεν είχαν συμβεί ούτε κατά τον Ψυχρό Πόλεμο:

  • παρουσία 2 ρωσικών υπερηχητικών στρατηγικών βομβαρδιστικών TU-160 (φέρουν 12 πυραύλους τύπου Κρουζ και δύνανται να μεταφέρουν πάνω από 40 τόνους συμβατικών ή πυρηνικών όπλων έκαστο) στη Βενεζουέλα,
  • πτήσεις στην Καραϊβική
  • κοινά ναυτικά γυμνάσια Βενεζουέλας-Ρωσίας με συμμετοχή της πυρηνοκίνητης ναυαρχίδας του Βορείου Στόλου, υποβρυχίων, κ.ά. σκαφών και αεροσκαφών.

Οι αλλαγές στους υπό διαμόρφωση πόλους που δρομολογούν οι εξελίξεις, θα εξαρτηθούν από το εάν και κατά πόσο η Ρωσία, η Λ.Δ. Κίνας κλπ. θα μπορέσουν κατ’ αρχήν να συγκροτήσουν βιώσιμο πόλο, παραμερίζοντας τις μεταξύ τους αντιφάσεις, καθώς και να προτείνουν μια στρατηγική προοπτική ρεαλιστικών εναλλακτικών ολοκληρώσεων και κοινωνικοοικονομικής ανάπτυξης, παρακάμπτοντας τις ΗΠΑ.

Ιδιαίτερη σημασία αποκτά από αυτή την άποψη η άμεση αντίδραση του Οργανισμού Συνεργασίας της Σαγκάης. Η πραγματική βαρύτητα αυτού του χαρακτηριζόμενου από αναλυτές αντι-ΝΑΤΟ, είναι αντιστρόφως ανάλογη της προβολής του από τα Δυτικά Μ.Μ.Ε. Μόνιμα μέλη του είναι: η Ρωσία, η Λ.Δ. Κίνας, το Ουζμπεκιστάν, το Τατζικιστάν, η Κιργκιζία και το Καζαχστάν. Από το Μάιο του 2008 έχει υποβάλλει αίτηση ένταξης το Ιράν, το οποίο ήταν παρατηρητής, όπως και η Ινδία, το Πακιστάν και η Μογγολία. Η έκταση των μελών του είναι το 60% της έκτασης της Ευρασίας, ενώ συγκεντρώνει το ¼ του πληθυσμού της γης (μαζί με τις χώρες-παρατηρητές, είναι ο μισός πληθυσμός της γης). Δεν είναι μόνο η γεωστρατηγική και στρατιωτική συνιστώσα αυτού του οργανισμού σημαντική, αλλά και η προώθηση της οικονομικής συνεργασίας μεταξύ των μελών του.

Συμβολική σημασία ως προς τον αντίκτυπο των γεγονότων του Καυκάσου έχει η άμεση αντίδραση του Φ. Κάστρο και του Ου. Τσάβες υπέρ της Ρωσίας, αλλά και η άμεση αναγνώριση της ανεξαρτησίας Ν. Οσετίας και Αμπχαζίας από τη Νικαράγουα.

Η εκ των πραγμάτων διαφαινόμενη συσπείρωση με τους «ριγμένους» στο παγκόσμιο κεφαλαιοκρατικό σύστημα, με τις όποιες εναπομείνασες δυνάμεις από τις πρώιμες σοσιαλιστικές επαναστάσεις του 20ου αι. και με την ανερχόμενη αριστερά της Λατινικής Αμερικής, προσδίδει μια ιδιότυπη «κοινωνική» χροιά στον υπό διαμόρφωση άλλο πόλο αυτού του Ιμπεριαλιστικού Παγκόσμιου Πολέμου.

Η τελευταία δεν μπορεί να αγνοείται, όσο διεμβολίζει την ισχύ του άξονα των ΗΠΑ, αλλά ενδέχεται να τροφοδοτήσει αυταπάτες περί του χαρακτήρα του πολέμου και διαθέσεις άνευ όρων στήριξης του υπό διαμόρφωση αντιπάλου δέους.

Το στοιχείο του πολέμου έχει απελευθερωθεί και τίποτε δεν μπορεί να θεωρείται πλέον δεδομένο, στατικό και αμετάβλητο. Τα κληροδοτήματα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και το αντίστοιχο Διεθνές Δίκαιο έχουν πλέον κονιορτοποιηθεί από την κλαγγή των όπλων.

Η Ρωσία απλώς εγκατέλειψε πλέον εμπράκτως τη μετριοπαθή έως ηττοπαθή στάση αμυντισμού και υποχωρητικότητας και αρχίζει να πληρώνει τους οικονομικούς και γεωπολιτικούς της αντιπάλους με το ίδιο νόμισμα: με όρους συσχετισμού δυνάμεων.

Η αρχή του απαραβίαστου των συνόρων και της εδαφικής ακεραιότητας απεμπολείται μέχρι νεωτέρων αποκρυσταλλώσεων συσχετισμών δυνάμεων, γεγονός που –δεδομένης και της περίπτωσης του Κοσόβου– δρομολογεί μια δυναμική ανεξέλεγκτης και απρόβλεπτης τροπής των πραγμάτων.

Οι ΗΠΑ, δεν είναι πλέον η αδιαμφισβήτητη πλανηταρχεύουσα υπερδύναμη, ωστόσο, δεδομένης και της οικονομικής κρίσης που τη μαστίζει, είναι άγνωστο σε τι κλίμακας ολέθριους για την ανθρωπότητα πολεμικούς τυχοδιωκτισμούς θα προβεί για να κρατηθεί εν πλω.

Ο πόλεμος αυτός, που κατά τα φαινόμενα θα διαρκέσει πολλά χρόνια, αποκτά πλέον σαφέστερα τον χαρακτήρα ενός θερμού ιμπεριαλιστικού πολέμου μεταξύ της εναπομείνασας ιμπεριαλιστικής υπερδύναμης (αρχικά δι’ αντιπροσώπων) και των αναδυόμενων νέων μεγάλων δυνάμεων (Ρωσίας, Λ.Δ. Κίνας, Ινδιών, αναδιατάξεων που ενδέχεται να προκύψουν στην Ε.Ε.).

Δεν είναι ψυχρός πόλεμος, δεδομένου ότι δεν χαρακτηρίζεται από την σαφή αντιπαράθεση σε όλα τα επίπεδα δύο συνασπισμών διαφορετικών κοινωνικοοικονομικών και πολιτικών συστημάτων*, ενώ ο υπό διαμόρφωση άλλος πόλος, από την άποψη του συσχετισμού των δυνάμεων, δεν είναι ικανός να λειτουργήσει ακόμα αποτρεπτικά προς την περαιτέρω θερμή κλιμάκωση του πολέμου.

Επιπλέον, παρά το εκ των πραγμάτων πιο «κοινωνικό» προφίλ του υπό διαμόρφωση έτερου πόλου και τον επί του παρόντος αμυντικό-απαντητικό χαρακτήρα των κινήσεών του έναντι της επιθετικότητας του αμερικανικού άξονα, δεν πρέπει να αποκλείεται στο μέλλον το ενδεχόμενο μετατροπής αναδυόμενων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων τύπου Ρωσίας σε φασίζουσες επιθετικές μηχανές, με ευρύτερο λαϊκό έρεισμα (λόγω της μακροχρόνιας εξαθλίωσης και ταπείνωσης που υπέστησαν οι λαοί με την επικράτηση της κεφαλαιοκρατικής παλινόρθωσης στις χώρες του πρώιμου σοσιαλισμού και την ασυδοσία των ισχυρών του ιμπεριαλισμού), με ρεβανσιστικά εθνικιστικά ιδεολογήματα. Όλα αυτά, δεδομένης της διαθέσιμης και αύξουσας καταστροφικής ισχύος των μέσων διεξαγωγής του πολέμου, καθιστούν πιο πιθανό τον κίνδυνο μαζικού αφανισμού της ανθρωπότητας.

Στο εγγύς μέλλον θα ενταθεί η ενδοκυβερνητική σύγκρουση εξ αφορμής της υιοθέτησης πολιτικής στρατηγικής συνεργασίας με τη Ρωσία (με ενεργειακά προγράμματα και αντίστοιχη στρατιωτική-τεχνική συνεργασία) και την Λ.Δ. Κίνας, είτε περαιτέρω πρόσδεσης στον ατλαντικό άξονα. Η σύγκρουση αυτή, ως πολιτική έκφραση της εντεινόμενης με τον πόλεμο σύγκρουσης συμφερόντων, προοπτικών και προτεραιοτήτων μερίδων του κεφαλαίου και οικονομικών ομίλων, διαπερνά το σύνολο των καθεστωτικών κομμάτων πολλών χωρών της Ε.Ε. και της Ελλάδας. Χαρακτηριστική είναι από αυτή την άποψη η εκ του ελληνικού ΥΠΕΞ[1] εκδηλούμενη άμεση συμμόρφωση με τις αμερικανικές επιταγές, αλλά και η προ της λήξεως των θερινών διακοπών της Βουλής εσπευσμένη σύγκληση της τελευταίας από τον Κ. Καραμανλή για την επικύρωση της συμφωνίας με τη Ρωσία για τον South Stream του φυσικού αερίου[2].

Είναι σταθερή η επιδίωξη των ΗΠΑ για αποτροπή αυτού που αποκαλούν «ενεργειακή εξάρτηση της Ευρώπης απ’ τη Ρωσία» και μονομερή εξάρτησή της αποκλειστικά από ελεγχόμενες από τις ΗΠΑ διαδρομές υδρογονανθράκων (αγωγός Μπακού-Τσεϊχάν, Ναμπούκο, κ.ά.).

Πρέπει να σημειώσουμε ότι τα περισσότερα πολεμικά πλοία για την αποστολή στον Εύξεινο Πόντο εφορμούν από τη Βάση της Σούδας, γεγονός που εμπλέκει επικίνδυνα την Ελλάδα στη σύρραξη.

Είναι κραυγαλέα η παρουσία στα ΜΜΕ εντεταλμένων «αναλυτών» και γεωστρατηγικών «συμβούλων», που δεν φείδονται δυνάμεων ώστε να αποτρέψουν την κυβέρνηση από περαιτέρω συνεργασία με τη Ρωσία.

Οι εκπρόσωποι των ΗΠΑ όλο και πιο άξεστα και απροσχημάτιστα επιδιώκουν την επιβολή των επιλογών τους, κλιμακώνοντας την έμμεση ή άμεση ανάμειξή τους σε μεθοδεύσεις φθοράς (σκανδαλολογία, αποστασίες, κ.ο.κ.), πτώσης και ανάδειξης πιο αμερικανόδουλων κυβερνητικών σχημάτων.

Ένα επαναστατικό εργατικό κίνημα με επίγνωση της συγκυρίας και στρατηγική διαύγεια, θα μπορούσε σε αυτή τη φάση να έχει σοβαρές επιτυχίες στο επίπεδο της προώθησης σημαντικών αιτημάτων και να ανακτήσει την πρωτοβουλία των κινήσεων, αξιοποιώντας και τις αντιθέσεις μεταξύ ιμπεριαλιστικών δυνάμεων και αστικών τάξεων.

Ωστόσο, επί του παρόντος, για να αποτρέψει την πτώση του από την όξυνση αυτών των αντιφάσεων, ο Κ. Καραμανλής φαίνεται να επιλέγει την ενεργοποίηση αντανακλαστικών συλλογικού κεφαλαιοκράτη, επιδιώκοντας τη συσπείρωση όλων των συνιστωσών της αστικής τάξης, μέσω της προώθησης των “μεταρρυθμίσεων” εναντίον του (θεωρητικά, ιδεολογικά, πολιτικά και συνδικαλιστικά) αποδιοργανωμένου και αμήχανου πόλου της εργασίας.

Όπως δείχνει η ιστορική εμπειρία, οι πόλεμοι, ιδιαίτερα οι ευρείας κλίμακας και οι παγκόσμιοι, δημιουργούν νέες αντιφάσεις (επιπρόσθετες σε αυτές που καλούνται να λύσουν) και αναδεικνύουν με ιδιαίτερη ένταση τις βαθύτερες κοινωνικές-ταξικές αντιφάσεις, φέρνοντας εκ των πραγμάτων πιο κοντά την προοπτική της κοινωνικής επανάστασης.

Όλες οι σημαντικές επαναστατικές καταστάσεις του 20ου αι. (1905-7, 1917, μεταπολεμική διεύρυνση του σοσιαλιστικού στρατοπέδου, εθνικοαπελευθερωτικοί και αντιαποικιοκρατικοί πόλεμοι) συνδέονταν με πολεμικές συρράξεις. Ο εν εξελίξει πόλεμος δεν θα αποτελεί εξαίρεση.

Μείζονος κλίμακας ιστορικά φαινόμενα, όπως ο εν εξελίξει παγκόσμιος πόλεμος, δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ενατενιστικά, παθητικά και αμήχανα.

Από τη σκοπιά της επαναστατικής θεωρίας και πράξης, είναι απαραίτητη η διερεύνησή τους υπό το πρίσμα της δυνατότητας και της αναγκαιότητας της επαναστατικής προοπτικής.

Η ανάδειξη της νομοτελούς αναγκαιότητας μετατροπής του ιμπεριαλιστικού πολέμου σε κοινωνική επανάσταση, καθιστά ζωτικής σημασίας προτεραιότητα την ανάπτυξη της θεωρίας και την επεναθεμελίωση της στρατηγικής της μόνης πραγματικά εναλλακτικής προοπτικής για την επιβίωση της ανθρωπότητας: του σοσιαλισμού και της ενοποίησης της ανθρωπότητας στον κομμουνισμό.

Η απεμπλοκή από αγκυλώσεις του παρελθόντος, από τις παγίδες του ετεροπροσδιοριζόμενου αμυντισμού και η δημιουργική ανάπτυξη της επαναστατικής θεωρίας είναι αναγκαίοι όροι για να βρει πραγματικά ερείσματα το ιστορικό υποκείμενο της επικείμενης επανάστασης που θα αναδειχθεί από τη φωτιά του πολέμου.

 

 

 

 

Βιβλιογραφία

 

Βαζιούλιν Β. Α. Για τη Ρωσία και τον κομμουνισμό σήμερα. Αριστερή ανασύνταξη, τ. 4-5, 1994, σ. 45-69, και http://www.ilhs.tuc.gr/gr/Sinenteuxi.htm, ημερομηνία ανάκτησης: 3.10.2008.

Βαζιούλιν Β. Α. Η λογική της ιστορίας. Ζητήματα θεωρίας και μεθοδολογίας. Ελληνικά Γράμματα. Αθήνα, 2004.

Διεθνής Σχολή «Λογική της Ιστορίας» (Δ.Σ.Λ.Ι.) http://www.ilhs.tuc.gr/gr/index.htm, ημερομηνία ανάκτησης: 3.10.2008.

Ζιγκλέρ Ζ. Η ιδιωτικοποίηση του κόσμου και οι νέοι κοσμοκράτορες. Σύγχρονοι Ορίζοντες. Αθήνα, 2004.

Θεοδωράτου Ι. Πόλεμος στον Καύκασο. Αμυντική Επιθεώρηση, τ.70, 2008, σελ. 42-51.

Λένιν Β. Ι. Ιμπεριαλισμός. Στο: Άπαντα, τ.27.

Λένιν Β. Ι. Σοσιαλισμός και πόλεμος. Στο: Άπαντα, τ.21.

Μπιτσάκη Ε., Μπελαντή Δ. Οι πόλεμοι της νέας τάξης.Προσκήνιο.Αθήνα, 2005.

Παπακωνσταντίνου Π. Το χρυσό παραπέτασμα. Α.Α.Λιβάνη.Αθήνα, 2008.

Πατέλη Δ. Για την αναγκαιότητα διάκρισης πρώιμων και ύστερων σοσιαλιστικών επαναστάσεων. ΔΙΑΠΛΟΥΣ, τεύχος 18, Φεβρ.-Μαρτ.2007, σ.20-24.

Πατέλη Δ. Ιμπεριαλιστική «παγκοσμιοποίηση» και προοπτική χειραφέτησης της ανθρωπότητας. ΔΙΑΠΛΟΥΣ, τεύχος 9, Αύγουστος Σεπτέμβριος 2005, σελ. 28-32.

Πατέλη Δ. Παγκόσμια κεφαλαιοκρατία, ιμπεριαλισμός και πόλεμος. Ζητήματα θεωρητικής περιοδολόγησης. Επαναστατική Μαρξιστική Επιθεώρηση, τεύχος 8, Ιούνιος 2004, σελ. 48 – 68.

Симонова К. Глобальная энергетическая война. Москва, Алгоритм, 2007.

 

 

*              Η τουρκική άρχουσα τάξη αντιλαμβάνεται όλο και πιο έντονα τους κινδύνους που εγκυμονεί και για την ίδια την ακεραιότητα της χώρας η περαιτέρω προώθηση της επαναχάραξης του χάρτη της περιοχής κατά τα αμερικανικά σχέδια. Έτσι, σε άμεση επίσκεψή του στη Μόσχα μεσούντος του πολέμου, ο Τ. Ερντογκάν πρότεινε τη σύσταση πενταμελούς οργάνου (με τη συμμετοχή Ρωσίας, Τουρκίας, Γεωργίας, Αρμενίας, Αζερμπαϊτζάν) για τη διευθέτηση της κρίσης. Οι τουρκικές αρχές εκνευρίζουν και πάλι τις αμερικανικές, όταν θέτουν περιορισμούς στη διέλευση αμερικάνικών πολεμικών πλοίων από τα Δαρδανέλια προς τον Εύξεινο Πόντο για “ανθρωπιστική” βοήθεια στη Γεωργία. Ο πρόεδρος της χώρας πραγματοποιεί την πρώτη στην ιστορία (έστω και ανεπίσημη και εξ αφορμής ποδοσφαιρικού αγώνα) επίσκεψη στο Εριβάν της Αρμενίας (6.9.2008). Πληροφορίες των ενόπλων δυνάμεων της Ρωσίας, αναφέρουν ότι με παρέμβαση των Τούρκων (η στρατιωτική κατασκοπεία των οποίων διέθετε αξιόπιστες πληροφορίες για τους συσχετισμούς των δυνάμεων και τις διαθέσεις των στρατευμάτων) απετράπη η εμπλοκή του Αζερμπαϊτζάν στην αρχικώς σχεδιασμένη από τις ΗΠΑ ταυτόχρονη αστραπιαία επίθεση των Γεωργιανών στη Ν. Οσετία και των Αζέρων στο Ναγκόρνο Καραμπάχ, που θα πυροδοτούσε ανεξέλεγκτη ανάφλεξη στην ευρύτερη περιοχή…

*              Είναι επιεικώς αφελής η εμμονή κάποιων σε ιδεολογήματα ταύτισης της ΕΣΣΔ με τη σημερινή κεφαλαιοκρατικοποιημένη κατά βάση Ρωσία.

[1] Υπουργός Εξωτερικών ήταν τότε η Ντ. Μπακογιάννη.

[2] Όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων, αυτές οι «φιλορωσικές» κινήσεις του Κ. Καραμανλή έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην πτώση της κυβέρνησής του.




Αντισοβιετισμός-αντικομμουνισμός, πρακτορολογία και συκοφαντίες. Του Δ. Πατέλη

Εισαγωγικό σημείωμα στην αναδημοσίευση.

Μετά την νέα ραγδαία κλιμάκωση του εν εξελίξει Γ’ Παγκοσμίου Πολέμου στην Ουκρανία, 24η Φεβρουαρίου του 2022, μαίνεται η αντιπαράθεση και στο ιδεολογικοπολιτικό μέτωπο.

Το ξέσπασμα ενός Παγκοσμίου Πολέμου, ή μιας νέας νομοτελούς ιστορικής φάσης του, επιδρά  καταλυτικά στο εργατικό επαναστατικό κίνημα, αναδεικνύοντας ανάγλυφα τόσο τις ανειρήνευτες αντιφάσεις της κοινωνίας, όσο και το εάν και κατά πόσο οι διάφορες συνιστώσες του κινήματος εξυπηρετούσαν πράγματι την εργατική τάξη και τα συμφέροντά της, την προοπτική του κομμουνισμού, ή τα συμφέροντα του ιμπεριαλισμού, της αστικής ή/και της μικροαστικής τάξης.

Ο πόλεμος, όπως έδειξε ο Λένιν, θέτει τους πάντες σε δοκιμασία, φέρνει στην επιφάνεια ανάγλυφα την θεωρητική και πρακτική αντιστοιχία/αναντιστοιχία των κοινωνικών, ιδεολογικών και πολιτικών υποκειμένων με την εποχή και την συγκυρία και τελικά, καταδεικνύει την ιστορική φθορά και την χρεοκοπία μορφωμάτων, τάσεων και εκπροσώπων της διανόησης που κάποτε συνδέονταν με επαναστατικές διακηρύξεις και πρακτικές. Ο Λένιν ανέδειξε ανάγλυφα τα παραπάνω συμβάλλοντας υποδειγματικά στην αποκάλυψη των όρων και των συμπτωμάτων της χρεοκοπίας της Β’ Διεθνούς.

Και σήμερα αναδεικνύονται στο προσκήνιο ανάγλυφα οι τεκτονικές ανακατατάξεις στους συσχετισμούς των δρωσών δυνάμεων, οι κοινωνικές/ταξικές αντιφάσεις σε εθνικό και σε διεθνές επίπεδο και οι τρόποι διαμεσολαβημένης ιδεολογικοπολιτικής και οργανωτικής έκφρασής τους, ιδιαίτερα στις ιμπεριαλιστικές χώρες. Σε εκείνες δηλαδή τις ισχυρότερες ως προς το κεφάλαιο χώρες, η αστική τάξη των οποίων, κάνοντας χρήση του μηχανισμού υπερεκμετάλλευσης λόγω της ανισομέρειας σε παγκόσμια κλίμακα, μέσω της άντλησης μονοπωλιακών υπερκερδών, ήταν και είναι σε θέση να «μπουκώνει» την βολεμένη και διεφθαρμένη στη ραστώνη της διαχειριστικής/διεκπεραιωτικής πρακτικής της μακροχρόνιας ειρηνικής περιόδου αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας συνδικαλιστική και πολιτική ηγεσία της εργατικής τάξης της, μέσω της εδραίωσης της θέσης και του ρόλου του προνομιακού στρώματος της «εργατικής αριστοκρατίας» στην διασφάλιση κοινωνικής συνοχής και συναίνεσης. Σήμερα επεκτείνονται αυτά τα εκφυλιστικά φαινόμενα και σε χώρες με μέσο και κατώτερο του μέσου επίπεδο ανάπτυξης, λόγω εμπλοκής στο άρμα του ιμπεριαλισμού σειράς χωρών, ουραγών-δορυφόρων.

Έτσι ξεχωρίζουν και σήμερα ανάγλυφα οι κύριες τάσεις του κινήματος: της «ταξικής ειρήνης», του οπορτουνισμού-ρεφορμισμού και της μαχητικής επαναστατικής συνέπειας, του κομμουνισμού, του αστικού/μικροαστικού σοσιαλσωβινισμού (της εκ των πραγμάτων συμπόρευσης με την αστική τάξη και τις ιμπεριαλιστικές συμμαχίες της) και του επαναστατικού κομμουνιστικού διεθνισμού, με τις αντίστοιχες στρατηγικές και τακτικές.

Η τάση του δεξιού οπορτουνισμού – ρεφορμισμού, που εκδηλώνεται με αλλεπάλληλες κλιμακούμενες «πονηρές» διολισθήσεις σε όλο και πιο καθεστωτικές θέσεις, κατά κανόνα συγκαλύπτεται μέσω χειραγωγικών πρακτικών πίσω από τεχνητές πλειοψηφίες και εσωκομματικά πραξικοπήματα εξισορροπιστών γραφειοκρατών. Οι διολισθήσεις αυτές συνεπιφέρουν προς «νομιμοποίησή» τους εντός και εκτός κομμάτων αλλεπάλληλες κλιμακούμενες «πονηρές» αναθεωρήσεις της επαναστατικής θεωρίας και μεθοδολογίας του μαρξισμού-λενινισμού. Φυσικά οι φορείς αυτών των λαθροχειριών, δεν πρόκειται να ομολογήσουν ανοικτά τις οπορτουνιστικές και αναθεωρητικές διολισθήσεις τους. Τουναντίον, επιστρατεύουν ως φερετζέ κορώνες «επαναστατικής ρητορικής», όρκους πίστης στην «καθαρή» στρατηγική του σοσιαλισμού-κομμουνισμού, την οποία μετέθεταν και μεταθέτουν στο αόριστο μέλλον (ως άκρον άωτον μιας αυτόματης «διαδικασίας εξελικτικής ωρίμανσης των συνθηκών χωρίς υποκείμενο», πίσω από «προσήλωση στην ορθοδοξία του μαρξισμού» κ.λπ. (Βλ. π.χ. το έργο του Καρλ Κάουτσκι, των αλτουσεριανών και ποικίλων εκδοχών «νεομαρξισμού» και μεταμοντέρνου σήμερα). Αναλυτικότερα βλ. Ποιοι και γιατί φοβούνται τον Λένιν και την επαναστατική του κληρονομιά; Του Δ. Πατέλη.

Έτσι, π.χ. διακηρύξεις προεκλογικής κ.λπ. συμπόρευσης με το ΚΚΕ σε κατά τα λοιπά συνθήκες ειρηνικής κανονικότητας, επανανοηματοδοτούνται σήμερα, αναδεικνύοντας ενδιαφέρουσες πτυχές της αντιπαράθεσης σε όλα τα μέτωπα: θεωρητικό, μεθοδολογικό, ιδεολογικό, ηθικό, πολιτικό κ.λπ.

Υπάρχει μια καθηγητική και όχι μόνο διανόηση, η οποία είναι γαλουχημένη και βαθιά διαποτισμένη με τα αστικά και μικροαστικά ιδεολογήματα/δόγματα και υιοθετεί αντίστοιχη στάση ζωής. Εκπρόσωποι αυτής της διανόησης έχουν την τάση να περιφέρουν εαυτούς σε ανερμάτιστες οπαδικές εντάξεις και αποκλεισμούς δίχως αρχές.

Στην έωλη φαρέτρα τους έχουν βέλη κάθε τύπου ιδεολογικών αγκυλώσεων: από τα παραδοσιακά αστικά ιδεολογήματα περί «ολοκληρωτισμού», των «δύο άκρων», του «αντισταλινισμού» (εκ των πραγμάτων του αντισοβιετισμού/αντικομμουνισμού και εναντίωσης σε κάθε πραγματικό-υπαρκτό ιστορικό εγχείρημα επαναστατικών μετασχηματισμών του πρώιμου σοσιαλισμού ανά τον πλανήτη και μόνο με την διαπίστωση ότι αυτοί δεν εγγράφονται στα «ιδεώδη» τους περί αυθόρμητου γραμμικού εξελικτισμού, σε μια μεταφυσική πορεία δίχως αντιφάσεις, εμπορευματικές & χρηματικές σχέσεις και στάδια), νεκραναστάσεις του προυντονικών καταβολών μικροαστικού «σοσιαλισμού»-αναρχισμού μέχρι και τα φαιδρά αστικά και αγοραία-αντιλενινιστικά σχήματα περί ολούθε «ιμπεριαλισμών» σε ενιαία και αρραγή «ιμπεριαλιστική πυραμίδα»…

Η κλιμάκωση της αντιπαράθεσης λόγω του πολέμου, θέτει εκ των πραγμάτων το ερώτημα: ποιος έχει προσεγγίσει ποιον, ποιος «συμπορεύεται» με ποιον και τελικά: ποιος σύρεται από ποιον σε ποιες θέσεις…

Το ερώτημα τίθεται με ιδιαίτερη ένταση, εάν ο «συμπορευόμενος» προβάλλεται σήμερα μετά βαΐων και κλάδων, εκδίδεται και προάγεται επισήμως το συγγραφικό του έργο κ.λπ., χωρίς αυτός να έχει αναθεωρήσει κατά το ελάχιστο τον αντισοβιετισμό/αντικομμουνισμό και τον κραυγαλέο αναθεωρητισμό του. Τυχαίο;

Κοινός παρονομαστής της απουσίας επαναστατικής θεωρίας, της παραίτησης από την μαρξιστική-λενινιστική επιστήμη, είναι η προσφυγή σε χυδαία πρακτορολογία, προς κατατρόπωση ή/και ιδεολογικό λιντσάρισμα όσων δεν εναρμονίζονται με τις αγοραίες εκάστοτε «διολισθήσεις» σε καθεστωτικές θέσεις και στις συνακόλουθες αναθεωρήσεις…

Παρόμοιες αήθεις πρακτικές σε κρίσιμες φάσεις της ιστορίας του κινήματος είχαν και τραγικά αποτελέσματα: έχουν οδηγηθεί και στο θάνατο άνθρωποι στιγματισμένοι με συκοφαντικές δυσφημίσεις στη βάση νοσηρής πρακτορολογίας.

Η πρακτορολογία αναγορεύεται σήμερα σε κύριο συστατικό της αστικής προπαγάνδας και σε όχημα ποινικοποίησης κάθε άποψης που διαφοροποιείται απ’ την επίσημη στα ελεγχόμενα από ΗΠΑ-ΝΑΤΟ-ΕΕ καθεστώτα.

Από αυτή την άποψη, κρίνουμε σκόπιμη την αναδημοσίευση αυτού του κειμένου.

Όταν δημοσιεύθηκε (23.8.2019) με τίτλο: «Αντισταλινικός» αντισοβιετισμός-αντικομμουνισμός και  αήθης συκοφαντική δυσφήμιση… στην Συλλογικότητα αγώνα για την ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΕΝΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑΣ , απέσπασε επαίνους και από ανώτατα στελέχη της ηγεσίας του ΚΚΕ για την επιστημονική και λογική του συγκρότηση.

Του Δημήτρη Πατέλη.

Υπάρχουν ορισμένες ενέργειες και συμπεριφορές, που προκαλούν θλίψη, απογοήτευση και οργή. Σε αυτές τις περιπτώσεις, εάν συνιστούν απλή διαπροσωπική σύγκρουση, μάλλον δεν έχει νόημα να ασχολείται κανείς με την ιταμότητα κάποιου προπέτη, αφήνοντάς τον εκτεθειμένο στην απρέπειά του.

Ωστόσο, στην περίπτωση που με οδήγησε σε αυτή την κριτική παρέμβαση, η αντιπαράθεση –πέρα από την προσβολή στο πρόσωπό μου– αφορά και κομβικά ζητήματα της θεωρητικής και ιδεολογικής αντιπαράθεσης, συνδέεται με διαδεδομένες σε κάποιους κύκλους της αριστερής διανόησης απόψεις, ιδέες, στάσεις ζωής και συμπεριφορές. Ακριβώς αυτή η διάσταση της συμπύκνωσης σε μια επιμέρους αντιπαράθεση τουλάχιστον δύο εκ διαμέτρου αντίθετων κοσμοθεωρητικών αντιλήψεων, με οδήγησε τελικά στη συγγραφή αυτού του κειμένου.

Ο κ. Γιώργος Ρούσης απαντώντας σε πρόσφατη παρέμβασή μου στο διαδίκτυο (στον «τοίχο» μου στο facebook) περί της οργανικής σχέσης μεταξύ αντισοβιετισμού και αντικομμουνισμού, προέβη 22.8.2019 σε 2 αφοριστικά σχόλια.

Αφοριστικό σχόλιο 1ο : «Πας υπερασπιζόμενος την άποψη ότι στην ΕΣΣΔ και δη της σταλινικής περιόδου είχαμε να κάνουμε με σοσιαλισμό, αντικειμενικά προβαίνει στον έσχατο αντικομμουνισμό».

Αυτό αποτελεί συνέχεια επί το υβριστικότερον προηγούμενου αφορισμού του: «Για μένα δεν είχαμε να κάνουμε με σοσιαλισμό πρώιμο η μη Εξ ου και δεν με απασχολεί να αποδείξω όπως εσείς αν ίσχυε η όχι σε αυτές τις χώρες ο νόμος της αξίας υπό την καθαρή του μορφή».

Αμφότεροι οι αφορισμοί συνιστούν εύγλωττη απόδειξη μιας διαδεδομένης και εδραιωμένης σε κάποιους κύκλους ιδεολογικής/δογματικής εμπλοκής, που οδηγεί σε μυστικιστικό αγνωστικισμό, τουλάχιστον αναφορικά με το γνωστικό αντικείμενο που συνιστούν οι κοινωνίες του πρώιμου σοσιαλισμού.

Όπως έχω επισημάνει και αλλού, με απλά λόγια αυτό σημαίνει: βαφτίζω μια ιστορική περίοδο που σημάδεψε τη ζωή εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων (τόσο στις χώρες του πρώιμου σοσιαλισμού όσο και παγκόσμια) ως ανύπαρκτη («μη σοσιαλισμό», «ακάθαρτο, μιαρό, ανύπαρκτο, κρατικό καπιταλισμό» κ.ο.κ.) και δια του εξορκισμού δεν το θεωρώ απλώς ΕΚΤΟΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ, ΠΕΡΑΝ ΤΟΥ ΕΠΙΣΤΗΤΟΥ, αλλά και συλλήβδην ΑΝΑΞΙΟ ΛΟΓΟΥ!

Το μόνο βέβαιο είναι ότι τέτοιοι αφορισμοί-εξορκισμοί, δεν έχουν την παραμικρή σχέση όχι μόνο με το μαρξισμό, αλλά και με την όποια σοβαρή αστική επιστήμη. Αποτελούν τυπική περίπτωση θεολογικού σκοταδισμού μεσαιωνικού τύπου, που πλασάρεται ως «σύγχρονη επαναστατική διανόηση».

Εγγράφονται δε πλήρως στα αγοραία προπαγανδιστικά αντικομμουνιστικά σχήματα της αστικής τάξης.

Η μόνη διαφορά του κ. Γ. Ρούσση από τα τελευταία, είναι ότι επενδύει τη στάση του με δήθεν προσήλωση στον κομμουνισμό! Το τελευταίο στοιχείο –χαρακτηριστικό για ορισμένους κύκλους της αριστεράς διανόησης του αφηρημένου «αντικαπιταλισμού»– καθιστά παρόμοιους αφορισμούς εξαιρετικά επικίνδυνους για τη νεολαία.

Η όλη «προβληματική» παρόμοιων αφορισμών εδράζεται σε κάποιες άδηλες, άκρως μεταφυσικές προκείμενες.

Ιδού μερικές από αυτές ενδεικτικά:

«Η ΕΣΣΔ (και οι περισσότερες χώρες του πρώιμου σοσιαλισμού) ηττήθηκε, άρα είναι μάταιο να ταυτίζεσαι με τους ηττημένους».

«Ο ηττημένος είναι εξ ορισμού φαύλος».

«Η φαυλότητα = μη αυθεντικότητα».

«Κριτήριο αυθεντικότητας είναι η συμφωνία/ασυμφωνία της υπαρκτής σοσιαλιστικής οικοδόμησης με ορισμένο “ιδεώδες-ιδανικό”, δηλ. με ορισμένη αντίληψη περί σοσιαλισμού/κομμουνισμού που εμπεριέχεται σε κάποια θεωρία, ή/και ιδεολογία (ιδεοληψία, δόγμα, συλλογή χωρίων 2-3-4-5-6 κ.λπ. κλασικών της αρεσκείας μας), στα ιδεολογήματα περί «δημοκρατικού σοσιαλισμού», «σοσιαλισμού με ανθρώπινο πρόσωπο» της εκφυλισμένης σοσιαλδημοκρατίας και του ευρωκομμουνισμού, στα ουτοπικά/ανιστορικά αντιγραφειοκρατικά σχεδιάσματα «αμεσοδημοκρατίας» & γραμμικής/ακαριαίας, άνευ όρων και ορίων «κατάργησης του κράτους την επομένη της επανάστασης κ.ο.κ.».

«Ήττα = φαυλότητα = δυσφήμιση ⇒ σοσιαλισμός/κομμουνισμός = ακαριαίος νικητής και γραμμικά εσαεί τροπαιούχος, χωρίς αντιφάσεις».

«Ο υπαρκτός σοσιαλισμός είχε αντιφάσεις και ηττήθηκε ⇒ ΑΥΤΟ ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ ⇒ όποιος το αποκαλεί σοσιαλισμό = έσχατος αντικομμουνιστής»!

Εξυπακούεται ότι οι προκείμενες αυτές υποδηλώνουν εκδοχές δογματικής μεταφυσικής εσχατολογίας θρησκευτικού τύπου, παντελώς ξένες με τη διαλεκτική της πραγματικής αντιφατικότητας της νομοτελούς ιστορικής ανάπτυξης.

Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι πολλοί από τους ανανήψαντες νυν πολέμιους του πρώιμου σοσιαλισμού που εμφορούνται σήμερα από αντισοβιετικό μένος, όταν η ΕΣΣΔ έδειχνε ακλόνητη υπερδύναμη και η αριστερά ήταν ισχυρή, ήταν τόσο δογματικά απολογητικοί υπέρ της, που πρωτοστατούσαν σε διώξεις εναντίον όσων προέτασσαν κριτική-διαλεκτική διερεύνηση των αντιφάσεων και των νομοτελειών της…

Είναι άλλωστε διαπιστωμένη η νομοτέλεια: ο δογματικός που προσκρούοντας σε προβλήματα, θα θέσει εν αμφιβόλω τα δόγματά του, περνά με μεγάλη ευκολία στον αναθεωρητισμό/σκεπτικισμό, εάν όχι και στο μηδενισμό… (βλ. Δ. Πατέλης – Μ. Δαφέρμος – Π. Παυλίδης. Ποια κληρονομιά απαρνούμαστε.).

Για αυτό τον θεολογικό μυστικισμό, κατά κανόνα, το ιδεώδες δομείται ως απόλυτη άρνηση του καπιταλισμού, ως αφηρημένος αντικαπιταλισμός.

Άπαξ και αυτή η ουτοπική/μεταφυσική απόλυτη άρνηση δεν επετεύχθη στα πραγματικά ιστορικά εγχειρήματα γραμμικώς και ακαριαίως, αξίζει μόνο απόρριψη, αφορισμό και ανάθεμα!

Έχοντας ως ιδεώδες αναφοράς την υποστασιοποίηση της απόλυτης άρνησης του καπιταλισμού (που, όπως κατέδειξε ο Μαρξ στην κριτική του μικροαστικού σοσιαλισμού του Προυντόν, συνιστά εξιδανικευμένη εικόνα ενός καπιταλισμού χωρίς αντιφάσεις/αρνητικά στοιχεία), ο φορέας αυτής της εσχατολογικής θεολογίας κατακρημνίζεται απ’ τα σύννεφα, μόλις πληροφορείται ότι τα πραγματικά επαναστατικά σοσιαλιστικά εγχειρήματα, δεν προσκρούουν απλώς σε αντιφάσεις, αλλά –στο βαθμό που δεν τις επιλύουν έγκαιρα και αποτελεσματικά- μπορούν και να ηττηθούν, να ανατραπούν από την αστική αντεπανάσταση!

Έτσι ο μυστικιστής αυτού του τύπου προβαίνει σε απόλυτη άρνηση και του υπαρκτού σοσιαλισμού!

Η αντιδιαλεκτική του φύση δεν αντέχει τις αντιφάσεις. Παραδέρνει λοιπόν ανάμεσα σε δύο απόλυτες αρνήσεις: του υπαρκτού καπιταλισμού και του υπάρξαντος ή/και νυν υπαρκτού σοσιαλισμού.

Ορισμένοι δεν αντέχουν αυτά τα βάσανα της –κατά Χέγκελ– «δυστυχισμένης συνείδησης» και επιλέγουν τελικά την απόλυτη άρνηση του σοσιαλισμού/κομμουνισμού, βολεύονται με συμβιβασμό με την κυρίαρχη τάξη πραγμάτων, αλλάζουν στρατόπεδο και ανταμείβονται με σταδιοδρομίες, αξιώματα κ.λπ.

Κάποιοι άλλοι, της ίδιας κατηγορίας «δυστυχισμένης συνείδησης», μετατρέπουν τη Σκύλα και τη Χάρυβδη των παραπάνω δύο απόλυτων αρνήσεων σε πεδίο ιδιότυπης εσωστρεφούς και αυτοαναφορικής «ταυτότητας», στο πνεύμα του «μεταμοντέρνου»…

Με άλλα λόγια, «λύνουν τις αντιφάσεις» όχι με επαναστατική έρευνα και δράση, αλλά με «βαφτίσια», με λεκτικά υποκατάστατα-υπεκφυγές, με καταφυγή σε μια «εικονική-συμβολική» πραγματικότητα/ταυτότητα, που γίνεται «ύφος» και τελικά «μανιέρα»… Έτσι απαλείφεται στην πράξη η επαναστατική προοπτική, εκφυλίζεται σε «πουκάμισο αδειανό»…

Για τους φορείς αυτής της μεταφυσικής η κριτική της ΕΣΣΔ και του πρώιμου σοσιαλισμού μπορεί να είναι μόνον απόλυτα αρνητική-απορριπτική: «αυτές δεν είναι ούτε κατ’ όνομα σοσιαλιστικές»!

Θυμάμαι στέλεχος του ΝΑΡ να μου εκμυστηρεύεται με υπαρξιακή αγωνία: «ακόμα και εάν ήταν σοσιαλισμός αυτό, εμείς δεν πρέπει να το λέμε»!

Ο κ. Ρούσης, οδηγώντας στα άκρα αυτή την υπαρξιακή αγωνία της «δυστυχισμένης συνείδησης», σπεύδει να προγράψει αφοριστικά ως «έσχατο αντικομμουνιστή» όποιον αποκαλεί την ΕΣΣΔ πρώιμο σοσιαλισμό!

Βάσει αυτής της μεταφυσικής, εκατομμύρια άνθρωποι που αγωνίστηκαν με αυταπάρνηση και αυτοθυσία απαράμιλλη στην ΕΣΣΔ, στις άλλες χώρες του πρώιμου σοσιαλισμού και στο παγκόσμιο επαναστατικό κίνημα για τη σοσιαλιστική οικοδόμηση, για την προοπτική του κομμουνισμού «και δη κατά τη σταλινική περίοδο», «αντικειμενικά προέβαιναν στον έσχατο αντικομμουνισμό»!

Εδώ και πάνω από τρεις δεκαετίες, από την αντεπαναστατική «περεστρόικα», με το καθεστώς της ληστρικής ολιγαρχίας του κεφαλαίου (υπό το Γιέλτσιν και στη συνέχεια υπό τους Πούτιν και Μεντβέντιεφ) να επιδίδεται σε μια πρωτοφανή εκστρατεία αποσοβιετοποίησης – αποσταλινοποίησης – αποκομμουνιστικοποίησης, με όλους τους ιδεολογικούς μηχανισμούς, την εκπαίδευση, τα ΜΜΕ να χύνουν τόνους κατασυκοφάντησης και λάσπης στην ιστορία της ΕΣΣΔ, ποιο ήταν το αποτέλεσμα;

Με τις επίσημες δημοσκοπήσεις, οι λαοί της νυν Ρωσίας και των λοιπών χωρών της τ. ΕΣΣΔ νοσταλγούν την τελευταία και τη θεωρούν πατρίδα τους σε ποσοστά 65-70%!

Τα δε ποσοστά όσων θεωρούν το Στάλιν υποδειγματικό ιστορικό ηγέτη είναι ακόμα υψηλότερα! Θα βρεις εκεί παιδιά εικοσάχρονα να ισχυρίζονται με πάθος ότι πατρίδα τους είναι η ΕΣΣΔ και ο σοσιαλισμός! Όλοι αυτοί είναι «αντικομμουνιστές» κ. Ρούση επειδή δεν συμμερίστηκαν ή/και δεν συμμερίζονται τη σοφία σας;

Ως πότε θα αναλίσκεται ορισμένου τύπου καθ’ ημάς αριστερά στο να διδάσκει «αφ’ υψηλού» τους άλλους για το πώς θα έπρεπε να έχουν κάνει ή να κάνουν την επανάστασή, για το πώς θα πρέπει να εκτιμούν την ιστορική εμπειρία τους, βάσει αφηρημένων ανιστορικών σχημάτων μας, έχοντας κατά κανόνα άγνοια πρωτογενών πηγών;

Έχει άραγε ανάγκη ο κομμουνισμός τέτοιας «υπεράσπισης» και τέτοιων «υπερασπιστών»;

Για μια θετική πραγμάτευση αυτής της προβληματικής απ’ τη σκοπιά της σύγχρονης επαναστατικής θεωρίας βλ. σχετικά και το συλλογικό βιβλίο με κείμενα του Β. Α. Βαζιούλιν και μελών του ελληνικού τμήματος της διεθνούς ερευνητικής ομάδας «Η Λογική της Ιστορίας»: Η Οκτωβριανή επανάσταση και ο πρώιμος σοσιαλισμός στη Λογική της Ιστορίας. Ζητήματα επαναστατικής θεωρίας, μεθοδολογίας και πρακτικής. ΚΨΜ, 2017.

Αφοριστικό σχόλιο 2ο :

«Επίσης όποιος δεν δέχεται τον ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα της σύγχρονης Ρωσίας του Πούτιν, και μάλιστα την υπηρετεί ως επίσημος μεταφραστής του, και συνεπώς έμπιστος του, δεν δικαιούται να διατείνεται ότι υπηρετεί την υπόθεση του κομμουνισμού. Οπότε και οι εναντίον μου χαρακτηρισμοί εκ μέρους του εκτιμώ ότι με τιμούν ιδιαιτέρως».

Ας ξεκινήσουμε με το πρώτο σκέλος του εν λόγω σχολίου που αφορά «τον ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα της σύγχρονης Ρωσίας του Πούτιν».

Κατ’ αρχάς, όπως και στο πρώτο σχόλιο, και εδώ είναι έντονα παρούσα η αστική αντίληψη της ιστορίας. Η ιστορία χωρών και λαών προβάλλει ως δημιούργημα ή/και κτήμα «μεγάλων προσωπικοτήτων», στις οποίες ο αστικών/μικροαστικών αντιλήψεων νους αποδίδει θετικές και αρνητικές ιδιότητες, καλά και κακά χαρακτηριστικά (λεπτομερέστερα βλ. κλασική κριτική παρόμοιων μεταφυσικών απόψεων στο: Μαρξ Κ. Η αθλιότητα της φιλοσοφίας).

Βάσει αυτής της σοφίας, η ΕΣΣΔ επί μακρόν ήταν δημιούργημα/κτήμα του «δολίου» Στάλιν, εξ ου και τα περί «σταλινικής περιόδου», «σταλινισμού» και όλα τα καλούδια που εγγράφονται πλήρως και στα αστικά αντιδραστικά περί ολοκληρωτισμού ιδεολογήματα.

Με αντίστοιχη επιστημονική εμβρίθεια η σοφία αυτή καταπιάνεται και με τη νυν κεφαλαιοκρατική Ρωσική Ομοσπονδία. Και στις δυο περιπτώσεις, δεν εξετάζει την εκάστοτε συγκεκριμένη ιδιοτυπία της κλιμάκωσης της σχέσης επανάστασης – αντεπανάστασης, της νομοτελούς αντιφατικότητας των σχέσεων παραγωγής, του τρόπου παραγωγής, της κοινωνικής/ταξικής διάρθρωσης, της θέσης και του ρόλου στον παγκόσμιο συσχετισμό δυνάμεων κ.λπ. Τίποτε τέτοιο. Απλώς, τότε είχαμε το Στάλιν, τώρα τον Πούτιν! Ο Στάλιν ήταν «αιμοδιψής δικτάτωρ», ο Πούτιν κάτι παρόμοιο, ανάμικτο με κάποιες επαγγελματικές δεξιότητες του πράκτορα της πάλαι ποτέ KGB! Κατ’ εικόνα και κατ’ ομοίωση της περί των ηγετών της εικόνας/προκατάληψης οφείλει είναι –βάσει αυτής της σοφίας– και η κοινωνία. Ομολογουμένως βολικό σχήμα στην αφέλεια/δολιότητά του…

Δεν είναι της παρούσης η ενδελεχής κριτική αναφορά σε αυτού του τύπου αγοραία ιδεολογήματα. Επισημαίνω απλώς, ότι για την επιστημονική μαρξιστική προσέγγιση ο ρόλος της όποιας προσωπικότητας στην ιστορία, όσο σημαντική και αν είναι αυτή, όσες ιδιότυπες ατομικές ιδιότητες και χαρακτηριστικά και αν διαθέτει, δεν μπορεί να είναι καθοριστική.

Στη θέση της διάγνωσης των αντικειμενικών, ουσιωδών και ιστορικά συγκεκριμένων προσδιορισμών της κοινωνίας, σε αυτά τα ιδεολογήματα τίθενται τα υποκειμενικά χαρακτηριστικά της επιφανειακής εικόνας που καλλιεργείται και διαδίδεται για τον εκάστοτε ηγέτη. Ωστόσο, είναι διαδεδομένη η περιοδολόγηση της ιστορίας βάσει ηγετικών προσωπικοτήτων, ιδιαίτερα στην αγοραία αστική ιστοριογραφία και δημοσιολογία/δημοσιογραφία.

Αυτό το αγοραίο σχήμα είναι ιδιαίτερα βολικό σε ορισμένους κύκλους για την ανάδειξη δύο βασικών περιόδων στην ιστορία της ΕΣΣΔ και της Ρωσίας: του γίγνεσθαι της επαναστατικής διαδικασίας οικοδόμησης του πρώιμου σοσιαλισμού και του γίγνεσθαι της αντεπαναστατικής διαδικασίας διάλυσης των κεκτημένων του πρώιμου σοσιαλισμού, διαμόρφωσης και εδραίωσης των κεφαλαιοκρατικών σχέσεων παραγωγής στα ερείπια της ΕΣΣΔ. Βολικό καθ’ ότι οι θιασώτες του δεν μπαίνουν καν στον κόπο να διαγνώσουν στοιχειωδώς αυτές τις διαδικασίες.

Άλλωστε, τι να διαγνώσουν φορείς ιδεολογημάτων σαν αυτά του κ. Ρούση; Είναι άραγε εις θέση να διακρίνουν τις διαφορές μεταξύ επανάστασης και αντεπανάστασης; Μπορούν άραγε να εξηγήσουν γιατί δόθηκε τέτοιος λυσσαλέος αγώνας από τις παγκόσμιες δυνάμεις του κεφαλαίου για την ανατροπή και διάλυση του «ανύπαρκτου σοσιαλισμού», ενός «ιδιότυπου εκμεταλλευτικού καθεστώτος», δηλ. ενός «κρατικού καπιταλισμού»!

Εδώ, όποιος καταπιαστεί στοιχειωδώς σοβαρά με το θέμα, έχοντας ως βάση αναφοράς την πραγματική ιστορία και όχι τις ιδεοληψίες του, θα διαπιστώσει ότι δύο τινά μπορεί να συμβαίνουν: είτε οι δυνάμεις του κεφαλαίου ήταν τόσο ηλίθιες για να εμπλακούν σε ένα αδυσώπητο αγώνα εναντίον ενός …ανύπαρκτου αντιπάλου, είτε το δικό τους σχήμα είναι αντίστοιχης διανοητικής εμβέλειας και επιστημονικότητας!

Εκ των πραγμάτων αποδεικνύεται ότι οι δυνάμεις του κεφαλαίου μάλλον δεν είναι και τόσο ηλίθιες… Άρα;

Γιατί να το παιδεύουν λοιπόν; Η όλη διαδικασία είναι για αυτούς μια μπερδεμένη γραμμική-εξελικτική πορεία ανάμεσα σε δύο δικτατορίες: από το Στάλιν στον Πούτιν και ξοφλήσαμε! Είναι μάλιστα τόση η εμμονή τους στο ανόητο σχήμα, που συχνά παρουσιάζουν την «γραφειοκρατία της ΕΣΣΔ» ως συλλογικό κεφαλαιοκράτη-εκμεταλλευτή, που με την αντεπανάσταση απλώς εξατομικεύτηκε κάπως και τελείωσε η υπόθεση! Απλώς άλλαξε λοιπόν ο Μανωλιός κι έβαλε τα ρούχα του αλλιώς! Τόσο απλά!

Εάν η πραγματικότητα αντιφάσκει με τα ιδεολογήματα/σχήματά τους, τόσο το χειρότερο για τα γεγονότα!

Είναι διαδεδομένη στην αστική πολιτική, γεωπολιτική και διπλωματία η τάση αν όχι ταύτισης, τουλάχιστον θεώρησης υπό το πρίσμα μιας γραμμικής συνέχειας της ΕΣΣΔ επί Στάλιν και της νυν Ρωσίας υπό τον Πούτιν.

Οι αστοί πολιτικοί και δημοσιογράφοι/δημοσιολόγοι, χάριν αυτού του βολικού στερεοτύπου, στον γεωπολιτικό τους οίστρο (λόγω του κλιμακούμενου Γ’ Παγκόσμιου Ιμπεριαλιστικού Πολέμου), είναι ικανοί να αποδίδουν «κομμουνιστικές ιδιότητες» στον αντικομμουνιστή-νεοφιλελεύθερο Πούτιν και στη σημερινή κεφαλαιοκρατική Ρωσία…

Θέση που –για τους λόγους που προαναφέραμε- αναπαράγεται σε διάφορες μορφές και σε κύκλους παρόμοιας νοητικής εμβέλειας αριστεράς… Θέση εξαιρετικά βολική για τη νωθρότητα του νου, δεδομένης της απουσίας επαναστατικής κοινωνικής θεωρίας & μεθοδολογίας ικανής να διακρίνει συγκεκριμένα ιστορικά τη διαφορά μεταξύ επανάστασης και αντεπανάστασης…

Είναι άραγε ιμπεριαλιστική η σύγχρονη Ρωσία; Η επιστημονική διακρίβωση της θέσης και του ρόλου της νυν κεφαλαιοκρατικής Ρωσίας στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας, θέσεων και ρόλων, απαιτεί ειδική μελέτη, ιδιαίτερα στο πεδίο της πολιτικής οικονομίας. (βλ. και ΕΙΝΑΙ Η ΡΩΣΙΑ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΗ; Του Stansfield Smith).

Το εάν μια χώρα είναι ιμπεριαλιστική ή μη, δεν επαφίεται σε υποκειμενικές προτιμήσεις. Δεν εξαρτάται από το εάν ο ηγέτης του πολιτικού προσωπικού της αστικής τάξης της διετέλεσε στέλεχος της KGB, ούτε και από τη γεωγραφική της θέση. (βλ. και Παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό σύστημα: βασικές έννοιες και κατηγορίες.).

Εξαρτάται από τη συγκεκριμένη ιστορικά θέση και το ρόλο του μονοπωλιακού κεφαλαίου, της χρηματιστικής ολιγαρχίας που εδρεύει σε αυτήν, στο εξαιρετικά ανισομερές και αντιφατικό σύστημα της παγκόσμιας οικονομίας, στον παγκόσμιο συσχετισμό δυνάμεων. Θέση, η διακρίβωση της οποίας δεν είναι θέμα γούστου ή/και αφορισμών της κερκίδας, αλλά ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ ΣΤΟ ΠΕΔΙΟ ΤΗΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ.

Τα θέματα του σύγχρονου παγκόσμιου κεφαλαιοκρατικού συστήματος απαιτούν συστηματική έρευνα-ανάπτυξη της μαρξιστικής πολιτικής οικονομίας και κοινωνικής θεωρίας. Για μια προσέγγιση-σχεδίασμα αυτής της μελέτης, βλ. και Δομική κρίση πόλεμος και προοπτικές ανάπτυξης-διεξόδου απ’ τα συστημικά αδιέξοδα για τη χώρα και την ανθρωπότητα. 

Ο κ. Ρούσης διατείνεται στο αφοριστικό του σχόλιο, ότι εάν κάποιος δεν θεωρεί πάραυτα και χωρίς συγκεκριμένη ενδελεχή έρευνα τη νυν αστική Ρωσία ιμπεριαλιστικό κέντρο κατά τα ειωθότα, τότε αυτός υποστηρίζει και υπηρετεί αυτό το «ιμπεριαλιστικό κέντρο»!

Λες και η όποια απόφανση επί του ζητήματος δεν είναι επιστημονικό ερευνητικό πρόβλημα, δεν απαιτεί διακρίβωση της αλήθειας, αλλά συνιστά «βέβαιο ταξινομικό κριτήριο» για την αποκάλυψη «πρακτόρων που υπηρετούν το ιμπεριαλιστικό κέντρο της Ρωσίας του Πούτιν»! Εκπληκτικό! Ο ισχυρισμός αυτός θα μπορούσε να διδάσκεται ως τυπική περίπτωση παραλογισμού σε μάθημα λογικής για πρωτοετείς!

Ο αφορισμός αυτός του κ. Ρούση (μη τρομάζετε κ. Ρούση, δεν τίθεται εδώ θέμα διαλεκτικής λογικής, αναφερόμαστε σε στοιχειώδεις αρχές της τυπικής λογικής-συλλογιστικής) και του κάθε Ρούση, εμπεριέχει έναν λανθάνοντα «συλλογισμό». Μπορεί να διατυπωθεί σε γενική μορφή ως εξής:

1η προκείμενη: Όποιος δεν θεωρεί τη χώρα Χ ιμπεριαλιστική, «είναι υπηρέτης του ιμπεριαλιστικού της κέντρου και πράκτορας του ηγέτη της».

2η προκείμενη: Ο Ψ δεν θεωρεί τη χώρα Χ ιμπεριαλιστική.

Συμπέρασμα: Ο Ψ «είναι υπηρέτης του ιμπεριαλιστικού της κέντρου και πράκτορας του ηγέτη της»!

Βλέπουμε εδώ ότι η πρώτη προκείμενη του λανθάνοντος «συλλογισμού» Ρούση είναι σύνθετη μιας και περικλείει:

1. τη βεβαιότητα του ιμπεριαλιστικού χαρακτήρα της χώρας χωρίς να έχει προηγηθεί επιστημονική μαρξιστική έρευνα επ’ αυτής και

2. τη βεβαιότητα ότι υπάρχουν 2 σύνολα Α & Β, τα μέλη των οποίων ταυτίζονται απολύτως: Α. του συνόλου των ανθρώπων που δεν παραδέχονται αναφανδόν τον ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα της χώρας Χ και Β. του συνόλου των ανθρώπων που «είναι υπηρέτες του ιμπεριαλιστικού της κέντρου και πράκτορες του ηγέτη της».

Δεν απομένει παρά να μας προσκομίσει ο κ. Ρούσης πραγματολογικά ή/και ερευνητικά στοιχεία από τα πεδία της πολιτικής οικονομίας, της πολιτικής επιστήμης, της κοινωνιολογίας, της κοινωνικής ψυχολογίας κ.λπ., τα οποία αποδεικνύουν:

1. Τον ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα της συγκεκριμένης χώρας και κυρίως:

2. την ταύτιση των συνόλων Α & Β.

Όσο και αν κοπιάσει ο κάθε κ. Ρούσης δεν θα επιδαψιλεύσει τέτοια στοιχεία. Παραπάνω ανέφερα αδρομερώς τι χρειάζεται ώστε να προσδιορισθεί αντικειμενικά ο ιμπεριαλιστικός χαρακτήρας μιας χώρας.

Εδώ, για να διευκολύνω τον λανθάνοντα «συλλογισμό» του κ. Ρούση θα θεωρήσω ότι όντως και ανυπερθέτως, η χώρα Χ τυγχάνει να είναι ιμπεριαλιστική. Απομένει η ταύτιση των συνόλων Α & Β. Τα κριτήρια προσδιορισμού του περιεχομένου αυτών των ταξινομικών συνόλων είναι ποιοτικά διαφορετικά, ανομοιογενή και άνισα, γεγονός που αποκλείει την ταύτισή τους.

Η αποδοχή είτε η απόρριψη μιας επιστημονικής ή έστω ιδεολογικής θέσης δεν διασφαλίζει με βεβαιότητα την κοινωνική στάση και δράση ενός ατόμου σε ορισμένη κατεύθυνση. Πολλώ μάλλον, επ’ ουδενί λόγω δεν διασφαλίζει μονοσήμαντα ούτε σε ποιον (κέντρο ή/και ηγέτη) αυτό το άτομο δύναται ή/και επιθυμεί να παράσχει υπηρεσίες (πράκτορα κ.ά.) έμμισθες ή/και σε εθελοντική βάση, ούτε και την πρακτική δυνατότητα αποδοχής της παροχής τέτοιων υπηρεσιών εκ μέρους των ενδιαφερομένων (ενδέχεται π.χ. σε συνθήκες μαζικής ανεργίας οι επιθυμούντες να παράσχουν τέτοιες υπηρεσίες να υπερβαίνουν τις δυνατότητες πρόσληψης ή/και αποδοχής εθελοντισμού του εργοδότη)…

Διαπιστώνουμε λοιπόν ότι αυτός ο «επιστημονικός συλλογισμός» του κ. Ρούση θα μπορούσε επάξια να σταδιοδρομήσει ως εναλλακτική εκδοχή του δημοφιλούς ανεκδότου περί αστυνομικού – οργάνου και μπουζουκιού…

 Εάν ο περί ου λόγος «επιστημονικός συλλογισμός» εφαρμοσθεί για κάθε χώρα του G20, ή του πλανήτη π.χ. για την Τουρκία, εάν κάποιος δεν θεωρεί πάραυτα την Τουρκία ιμπεριαλιστικό κέντρο, τότε αυτός οφείλει να υποστηρίζει και να υπηρετεί αυτό το «ιμπεριαλιστικό κέντρο» και είναι «έμπιστος του κ. Ερντογκάν»! Προφανώς, ο πρωτότυπος ο «επιστημονικός συλλογισμός» του κ. Ρούση ισχύει για πολλές χώρες του G20, όπως: Αργεντινή, Βραζιλία, Ινδία, Ινδονησία, Μεξικό, Νότια Αφρική, Νότια Κορέα…  Ομολογουμένως εξαιρετική επιστημονική άποψη με επωφελή για το κίνημα αποτελέσματα.

Επομένως, εδώ έχουμε τυπική περίπτωση επιχειρήματος με τη μορφή ψευδοσυλλογισμού. Όποιος διατυπώνει παρόμοιους συλλογισμούς:

1. είτε παραλογίζεται ακούσια από αφέλεια, από άγνοια επιστημονική, πραγματολογική και λογική, έχοντας κατά τα λοιπά αγνές προθέσεις, είτε

2. σκαρώνει σοφίσματα, δηλαδή, εκούσια παραβαίνει ως πομπός του ψευδοσυλλογισμού τον ορθό λόγο με την πρόθεση να εξαπατήσει τον δέκτη.

Βέβαια εδώ, κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει κατηγορηματικά συνδυασμό της πρώτης με τη δεύτερη εκδοχή. Ωστόσο, σημασία στην επιστήμη και στο δημόσιο βίο, στην ιδεολογικοπολιτική αντιπαράθεση, δεν έχουν τόσο οι προθέσεις, όσο τα πρακτικά αποτελέσματα. Ιδιαίτερα όταν τέτοιοι αφορισμοί εκτοξεύονται από πανεπιστημιακό καθηγητή…

Μάλιστα, όποιος δεν διαθέτει την ως άνω «λογική σοφία» του κ. Ρούση «δεν δικαιούται να διατείνεται ότι υπηρετεί την υπόθεση του κομμουνισμού»! Άρα, εδώ ο επιστήμονάς μας εισηγείται προς ευρεία χρήση το σοφό αφορισμό του, ως διπλό αξιόπιστο όργανο: ρωσοπρακτορόμετρο και κομμουνιστόμετρο! Δύο σε ένα σε τιμή ευκαιρίας!…

Παρόμοιοι παραλογισμοί και ιδεοληπτικές αυθαιρεσίες θα μπορούσαν να είναι απλώς φαιδροί και διασκεδαστικοί μέσα στην πλήξη του ιδεολογικοπολιτικού τέλματος της χώρας. Ωστόσο, ο κ. Ρούσης εδώ χάνει κάθε μέτρο. Προβαίνει σε χονδροειδή αήθη συκοφαντική δυσφήμιση στο πρόσωπό μουΑναφέρθηκε δημόσια στο πρόσωπό μου, χαρακτηρίζοντάς με «έμπιστο του Πούτιν, που υπηρετεί ως επίσημος μεταφραστής του τη νυν ιμπεριαλιστική Ρωσία»!

Είναι ευρέως γνωστό, ότι για βιοποριστικούς λόγους υπήρξα από το 1989 επαγγελματίας μεταφραστής-διερμηνέας (με μπλοκάκι, δελτίο παροχής υπηρεσιών). Πρόκειται για εξαιρετικά περίπλοκη τεχνική εργασία σε πολύ σκληρές και ανταγωνιστικές συνθήκες. Έχω μεταφράσει πολλά επιστημονικά, ιστορικά και άλλα βιβλία και κείμενα και έχω κάνει διερμηνείες σε συνέδρια και σε διαφόρων επιπέδων επαφές και διαπραγματεύσεις.

Από το 2001 που έχω πρωτοεκλεγεί ως μέλος ΔΕΠ στο Πολυτεχνείο Κρήτης, απέδιδα βάσει του νόμου και το 15% των όποιων εσόδων μου από την παροχή υπηρεσιών μετάφρασης-διερμηνείας στον ΕΛΚΕ του ΑΕΙ που διδάσκω, μέχρι το τέλος του οικονομικού έτους 2016, οπότε έκλεισα τα βιβλία στην εφορία, δεδομένου ότι σε αντίθετη περίπτωση θα έπρεπε να προπληρώνω κατά την έναρξη κάθε οικονομικού έτους, ποσά που δεν επρόκειτο να εισπράξω ποτέ λόγω περιορισμένης απασχόλησης.

Μικρή διευκρίνιση: ουδέποτε έχω κληθεί από επίσημους φορείς της ρωσικής πλευράς να παράσχω υπηρεσίες μετάφρασης-διερμηνείας. Η ρωσική πλευρά υποχρεούται θεσμικά να διασφαλίζει την εκ μέρους της διερμηνεία από διπλωμάτες, υπαλλήλους του δικού της Υπουργείου εξωτερικών. Η ελληνική πλευρά καλεί προς αυτό ελεύθερους επαγγελματίες. Όποτε έτυχε να εργαστώ σε διακυβερνητικό και διακρατικό επίπεδο, πάντα ήμουν προσκεκλημένος να παράσχω υπηρεσίες μετάφρασης-διερμηνείας από την εκάστοτε ελληνική πλευρά. Ουδέποτε από τη ρωσική ή άλλης χώρας.

Με τη λογική του συκοφαντικού αφορισμού του κ. Ρούση, θα μπορούσε κάθε περιστασιακά εργαζόμενος με μπλοκάκι να χαρακτηρισθεί «ύποπτος», «έμπιστος» αν όχι και «πράκτορας» του εκάστοτε εργοδότη του!

Υπό αυτή την έννοια, μήπως και κάθε διδάσκων σε ΑΕΙ είναι «έμπιστος υπηρέτης» του εκάστοτε πολιτικού προϊστάμενου Υπουργού στο Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων; Ο αρχιτέκτων μηχανικός, οι οικοδόμος, ο γιατρός κ.λπ.

Ωστόσο, ο κ. Ρούσης στον προαναφερθέντα διαδικτυακό «διάλογο» έχει τερματίσει την εμβέλεια του συκοφαντικού αφορισμού του με ένα συγκλονιστικό «επιχείρημα»: «ο σύντροφός Πατελης έχει μεταφράσει και το βιβλίο η ακριβέστερα τη συνέντευξη αυτοπροβολή του συντρόφου Πούτιν “Σε πρώτο πρόσωπο” στις εκδόσεις Λιβάνη»!

Όντως, ήμουν ένας εκ των 2 μεταφραστών αυτού του έργου.

Δεν το ξέρατε λοιπόν; Εξυπακούεται ότι ο κάθε επαγγελματίας μεταφραστής βιβλίων κ.λπ. είναι κραγμένος πράκτορας όχι μόνο και όχι τόσο του συγγραφέα και της χώρας προέλευσής του, αλλά και των προσώπων π.χ. στο βίο των οποίων αναφέρεται ο συγγραφέας!

Νομίζω ότι μετά από την ανακάλυψη αυτή του κ. Ρούση, ο ίδιος θα μπορούσε να εισηγηθεί θαρρετά την μετονομασία του Τμήματος Μετάφρασης και Διερμηνείας του Ιονίου πανεπιστημίου στη γενέτειρά του σε Τμήμα Εμπίστων Πρακτόρων και Υπηρετών της Αλλοδαπής! 

Τόση φαιά ουσία δεν πρέπει να πηγαίνει χαμένη… Αφορμής δοθείσης, θα σας αποκαλύψω κ. Ρούση ότι μεταξύ άλλων, ως επαγγελματίας μεταφραστής, έχω συμμετάσχει στη μετάφραση και μιας ιστορικής βιογραφίας του Γκειντάρ Αλίγιεφ, ώστε να ρυθμίσετε ξανά το πολυεργαλείο-πρακτορόμετρό σας!   

Αυτά ως προς τον τύπο των εργασιακών σχέσεων που είχα. Επί της ουσίας τώρα της επιστημονικής και πολιτικής μου στάσης, συμπεριλαμβανομένης και αυτής που αφορά τη σχέση μου προς την εκάστοτε πολιτική ηγεσία της ημεδαπής και της αλλοδαπής.

Θα συνιστούσα να δει ο κ. Ρούσης και κάθε ενδιαφερόμενος/-η έστω επιλεκτικά τις εδώ και δεκαετίες δημοσιοποιούμενες προσεγγίσεις μου αναφορικά με την κεφαλαιοκρατία, την αστική τάξη και το πολιτικό προσωπικό της στην Ελλάδα, στη Ρωσία και διεθνώς.

Καλό θα ήταν επίσης να δει κανείς το κατηγορητήριο στην παραπομπή μου στο Ανώτατο Πειθαρχικό Δικαστήριο για Πανεπιστημιακούς και την απολογία μου, ώστε να διαπιστώσει ακριβέστερα τι και ποιους υπηρετώ και γιατί έχω διωχθεί…

Θα συνιστούσα μάλιστα να δει επισταμένως τη (διόλου κολακευτική από το 1988) στάση μου έναντι της κεφαλαιοκρατικής αντεπανάστασης-παλινόρθωσης στην ΕΣΣΔ και στις υπόλοιπες χώρες του «πρώιμου σοσιαλισμού» και έναντι της νεοπαγούς εκεί αστικής τάξης και του πολιτικού προσωπικού της.

Όλα τα υλικά είναι προσβάσιμα και διαθέσιμα (βλ. π.χ. Πατέλης Δ. Για την κλιμάκωση της αστικής αντεπανάστασης στη Ρωσία. ΑΡΙΣΤΕΡΗ ΑΝΑΣΥΝΤΑΞΗ Νο 4-5, 1994, σελ. 71-97). Ουδέν κρυπτόν και επ’ αυτού.

Ενδεικτική αναφορά από το 2006 σε: «ορισμένα χαρακτηριστικά της ηγεσίας της νεοπαγούς αστικής τάξης της Ρωσίας. Η ηγεσία αυτή, αναγκάστηκε εκ των πραγμάτων να χαράξει και να προωθήσει δική της στρατηγική, αρχικά δια της δοκιμής και του λάθους, μέσω της διαπίστωσης ότι στη διεθνή αρένα, ακόμα και ως υποτελής στην πλανηταρχεύουσα υπερδύναμη και στον κόσμο των ισχυρών του κεφαλαίου (βλ. την γλοιώδη περίπτωση Μπ. Γέλτσιν), ήταν αποδιοπομπαία. Η κάθε υποχώρησή της συνοδευόταν από ακόμα πιο απαιτητικές αξιώσεις για υποτέλεια και πλήρη εκποίηση των πάντων.

Η νέα γενιά αυτής της ηγεσίας, ανδρώθηκε σε μια θύελλα αλλαγών την οποία όφειλε να διαχειρισθεί προωθώντας την αστική αντεπανάσταση. Κινήθηκε μεθοδικά, λειτουργώντας ως συλλογικός κεφαλαιοκράτης που θέτει κανόνες του παιχνιδιού (πολιτικούς, νομοθετικούς, δημοσιονομικούς, κ.ά.), για να υπερβεί την κατάσταση του πολέμου όλων εναντίον όλων που προέκυψε από την ληστρική ιδιωτικοποίηση της σοβιετικής κληρονομιάς με όρους μαφίας.

Έθεσε υπό κρατικό έλεγχο (με την απόκτηση του πλειοψηφικού πακέτου των μετοχών) τους στρατηγικούς τομείς της Ενέργειας και του Στρατιωτικού-Βιομηχανικού συγκροτήματος.

Ενίσχυσε την “κατακόρυφη” δομή της εξουσίας με συγκεντρωτισμό που απέτρεψε τον άμεσο κίνδυνο διάλυσης της χώρας, στελεχώνοντας τους νευραλγικούς μηχανισμούς με τους “σιλαβικί”, ανθρώπους με θητεία στις ένοπλες δυνάμεις και ιδιαίτερα στις μυστικές υπηρεσίες.

Οι τελευταίοι, έχοντας σημαντικό “πολιτιστικό κεφάλαιο” από τη σοβιετική παράδοση, κοσμοπολίτες τρόπον τινά (λόγω της φύσης της δουλειάς τους) και χωρίς να διακατέχονται από τα σύνδρομα νεοπλουτισμού και ξενοδουλείας των στελεχών της πρώτης αντεπαναστατικής-παλινορθωτικής φρουράς, είναι που εκπόνησαν και έθεσαν σε εφαρμογή τις αλλαγές στην πολιτική της Ρωσίας.

Η υιοθέτηση εκ μέρους τους “πατριωτικής” στάσης και ιδεολογημάτων, η εξασθένιση του ακραίου αντικομμουνισμού-αντισοβιετισμού με έμφαση στη “συνέχεια της ένδοξης ιστορίας της πατρίδας”, εδραίωσε την ηγεμονία τους στο εσωτερικό, αδειάζοντας κυριολεκτικά την παραπαίουσα αριστερή αντιπολίτευση. Παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ο σαφής αμοιβαίος εμπλουτισμός εμπειριών και χειρισμών αυτής της ρωσικής ελίτ με τους Κινέζους ομολόγους της και οι αντίστοιχες εκατέρωθεν διορθωτικές κινήσεις στην ασκούμενη πολιτική. Κατά τη διάρκεια της κρίσης, οι διπλωματικές τους κινήσεις και η πειστικότητα του λόγου που άρθρωναν κέρδιζαν τις εντυπώσεις, σε αντιδιαστολή με τις φοβικές-στερεοτυπικές αντιδράσεις των αντιπάλων τους.

Ωστόσο, η ηγεσία αυτή δεν μπορεί παρά να εκφράζει σε πολιτικό επίπεδο την αμφίρροπη στάση της νεοπαγούς αστικής τάξης της χώρας. Το κεφάλαιο που είναι διεθνοποιημένο σε σημαντικό βαθμό, με εμπλοκή στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα, δεν επιθυμεί κλιμάκωση της ρήξης με τη Δύση, σε αντιδιαστολή με τους εκπροσώπους του κεφαλαίου με πραγματική παραγωγική δραστηριότητα στη Ρωσία, που ακριβώς στην ένταση της ρήξης βλέπουν προοπτική αναδιανομής θέσεων και ρόλων στην παγκόσμια οικονομία.

Τα όρια μεταξύ των δύο αυτών συνιστωσών της αστικής τάξης δεν είναι σαφή και η αμφιρρέπεια εκφράζεται και σε επίπεδο πολιτικής ηγεσίας (και με τη σύγκρουση της τάσης του συγκεντρωτικού κρατικού παρεμβατισμού με νεοφιλελεύθερες πολιτικές). Χαρακτηριστική είναι η εμμονή του υπουργού οικονομικών Α. Κουντρίν στην τοποθέτηση του σταθεροποιητικού κονδυλίου της Ρωσίας σε χρεόγραφα ΗΠΑ ακόμα και μετά τον πόλεμο, μεσούσης της χρηματοπιστωτικής κρίσης. Αμφιρρέπεια εκδηλώνεται και ως προς τον προσανατολισμό μερίδων του Ρωσικού κεφαλαίου προς την Ασία ή προς Ευρώπη και Αμερική» (Δ. Πατέλης. Η Υπερκαυκασία και ο εν εξελίξει παγκόσμιος ιμπεριαλιστικός πόλεμος. ΟΥΤΟΠΙΑ, τ. 81, Σεπτέμβριος-Οκτώβριος 2008, σ. 157-168).

Έγραφα το 2015: «μετά την αντεπανάσταση και την παλινόρθωση της κεφαλαιοκρατίας, λίγα απέμειναν από τα κεκτημένα του πρώιμου σοσιαλισμού στη σημερινή Ρωσική Ομοσπονδία και στις άλλες χώρες που προέκυψαν από τη διάλυση της ΕΣΣΔ. Η Ρωσική Ομοσπονδία δεν είναι η Ενωσιακή Ρωσική Σοβιετική Ομοσπονδιακή Σοσιαλιστική Δημοκρατία και η «Ευρασιατική Οικονομική Ένωση» (Ρ.Ο., Λευκορωσία, Καζακστάν, Αρμενία) -παρά την περί του αντιθέτου προπαγανδιστική υστερία- δεν συνιστά αναγέννηση της ΕΣΣΔ. Επικεφαλής των ως άνω μορφωμάτων και διαδικασιών βρίσκονται οι δυνάμεις του κεφαλαίου, η νεοπαγής μεν, αλλά αρκούντως εδραιωμένη αστική τάξη.

Από την ίδια της τη θέση και το ρόλο που διαδραματίζει στην κοινωνία, οποιαδήποτε αστική τάξη (ευρωατλαντική, πολυεθνική, κομπραδόρικη, εθνική κλπ.), όπως κάθε κυρίαρχη τάξη, ιδιαίτερα σε συνθήκες δομικής κρίσης και πολέμου, χρησιμοποιεί το λαό κατά βάση εργαλειακά, βάσει του πραγματισμού των αρπακτικών ιδιοτελών της συμφερόντων. Γι’ αυτό η άρχουσα τάξη έχει στη φαρέτρα των πολιτικών της όπλων ποικίλα σενάρια, μέσα και τρόπους επιβολής των ιδιοτελών της συμφερόντων: «έγχρωμες επαναστάσεις», «δικτυακούς πολέμους», «υβριδικούς πολέμους», «πολέμους δι’ αντιπροσώπων» κ.ο.κ.

Χάριν αυτών των συμφερόντων, για την υπονόμευση και εξασθένιση των θέσεων των ανταγωνιστών και “εταίρων” της, για την επίτευξη και διασφάλιση συγκριτικών πλεονεκτημάτων στις επόμενες διαπραγματεύσεις-παζάρια, αυτή η αστική τάξη, μπορεί ανερυθρίαστα, αγνοώντας τον κραυγαλέο εκλεκτικισμό, να σκαρώνει “ιδεολογικά μίγματα” με στοιχεία νεοφιλελευθερισμού, αντικομμουνισμού και νοσταλγίας για την ΕΣΣΔ, πατριωτισμού και αυτοκρατορικού μοναρχισμού, νοσταλγίας για την τσαρική λευκή φρουρά με ολίγον βλασοφισμό,[1] ανάμικτο ακόμα και με στοιχεία κανονικού φασισμού. Όλα αυτά εγγράφονται πλήρως στη «λογική» της αστικής πρακτικής και των ιδεολογημάτων του -κατά Πούτιν- «συντηρητικού πραγματισμού»…  

Έτσι, η αστική τάξη της Ρωσίας, μπορεί κάλλιστα, κατά το δοκούν, να πυροδοτεί, να στηρίζει, να χειραγωγεί, να υπονομεύει και να καταπνίγει λαϊκά κινήματα χάριν των συγκυριακών της σκοπιμοτήτων. Μπορεί να λησμονήσει τάχιστα τις χθεσινές πατριωτικές κραυγές της, τύπου «Δεν εγκαταλείπουμε τους δικούς μας!», προσφεύγοντας σε πρακτικές δύο μέτρων και σταθμών, όπως η κινούμενη στα όρια της σχιζοφρένειας απόρριψη της εκπεφρασμένης με συντριπτική πλειοψηφία σε δημοψήφισμα (παρουσία διεθνών παρατηρητών) ετυμηγορίας του λαού του Ντονμπάς υπέρ του δικαιώματός του για αυτοδιάθεση, σε αντιδιαστολή με τον εναγκαλισμό της αντίστοιχης ετυμηγορίας του λαού της Κριμαίας!…

Μπορεί να προβαίνει σε νομιμοποίηση του καθεστώτος της χούντας του Κιέβου, με την αναγνώριση των αποτελεσμάτων της παρωδίας προεδρικών και κοινοβουλευτικών «εκλογών» βίας και νοθείας σε συνθήκες κανονικού ευρείας κλίμακας τρομοκρατικού πολέμου-εθνοκάθαρσης κατά του ουκρανικού λαού, με τα φασιστικά τάγματα εφόδου να εξαπολύουν πογκρόμ, να καίνε ζωντανούς και να δολοφονούν απροκάλυπτα αντιφρονούντες, παζαρεύοντας τις τιμές της απρόσκοπτης τροφοδοσίας της χούντας με φυσικό αέριο και την ενεργειακή συνεργασία με τους Δυτικούς εταίρους της…

Μπορεί να διαβιβάζει απλόχερα στη χούντα του Κιέβου τεράστιες ποσότητες οπλισμού και πολεμοφοδίων από την Κριμαία, για τον εφοδιασμό της φασιστικής «Αντιτρομοκρατικής Επιχείρισης» του καθεστώτος κατά των «Ρώσων αδελφών» της στο Ντονμπάς, μπορεί να παρέχει άσυλο και να περιθάλπει στο έδαφός της φασίστες που τρέπουν σε φυγή οι εξεγερμένοι αντάρτες του Ντονμπάς, μπορεί να διασφαλίζει την απρόσκοπτη τροφοδοσία της βιομηχανίας τεθωρακισμένων της χούντας  Κιέβου με κινητήρες ρωσικής παραγωγής, να συμβάλλει στην προώθηση τραπεζικών σχημάτων χρηματοδότησης της «Αντιτρομοκρατικής Επιχείρισης» του καθεστώτος, μέσω παραρτημάτων των τραπεζών της κ.ο.κ.

Μπορεί να στέλνει ανθρωπιστική βοήθεια στο Ντονμπάς, αλλά και να καταπνίγει την εξέγερση σέρνοντας (από κοινού με τους Δυτικούς εταίρους της) τους αντάρτες σε εξευτελιστικές διαπραγματεύσεις και συμφωνίες εκεχειρίας, κάθε φορά που αυτοί θριαμβεύουν στα πεδία των μαχών, κατατροπώνουν τον εισβολέα και αποκτούν στρατηγική πρωτοβουλία κινήσεων.

Μπορεί επίσης να χειραγωγεί το στρατόπεδο των εξεγερμένων μέσω της διανομής της (ζωτικά αναγκαίας σε συνθήκες πλήρους αποκλεισμού των εξεγερμένων) ανθρωπιστικής βοήθειας, να προβαίνει σε εκκαθαριστικές κινήσεις κατά “ανυπάκουων” κ.ο.κ. Κάθε αστική τάξη μπορεί να τα κάνει όλα αυτά, και πολλά ακόμα, γιατί το ιδιοτελές της συμφέρον την κάνει αδίστακτη

Ο πόλεμος στην Ουκρανία καταδεικνύει ότι η αστική τάξη της Ρωσίας και το πολιτικό προσωπικό της είναι δέσμιοι παγκόσμιων και εσωτερικών οικονομικών, κοινωνικών, πολεμικών, διοικητικών, ιδεολογικών κλπ αντιφάσεων, η επίλυση των οποίων είναι κατ’ αρχήν ανέφικτη από αστικές θέσεις. Ο πόλεμος αυτός καταδεικνύει με ταχείς ρυθμούς και ανάγλυφα τους ιστορικούς περιορισμούς της αστικής τάξης, την καθιστά επικίνδυνο αναχρονισμό.

Η ίδια η επιβίωση της Ρωσίας και των χωρών που προέκυψαν στο μετασοβιετικό χώρο, η σωτηρία αυτών των λαών και άλλων που δοκιμάζονται από τον ευρωατλαντικό άξονα, είναι ανέφικτη από τις θέσεις του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού. Είναι ανέφικτη από αυτές τις θέσεις η στοιχειώδης επανεκβιομηχάνιση, μια τομή στην επιστήμη και την τεχνολογία, η μετάβαση της οικονομίας σε πολεμική τροχιά.

Ωστόσο, η κυβέρνηση της Ρωσίας, συνεχίζει σήμερα με εμμονή την πολιτική των ευρείας κλίμακας ιδιωτικοποιήσεων σε ό,τι απέμεινε από τον δημόσιο τομέα, ενώ κόπτεται για την «τίμια» τήρηση των αρχών του ΠΟΕ στον οποίο έχει σύρει τη χώρα (δηλ. υπέρ της απρόσκοπτης κυριαρχίας των πλέον επιθετικών κύκλων του παγκόσμιου κεφαλαίου), υπαναχωρεί από τα κεκτημένα επί ΕΣΣΔ συγκριτικά πλεονεκτήματα στην επιστήμη, επιβάλλοντας την καταστροφική για την παιδεία «διαδικασία της Μπολόνια» σε βάθος μεγαλύτερο απ’ ότι αυτή έχει επιβληθεί σε χώρες της ΕΕ, κ.ο.κ… 

Το αναντίστοιχο αυτής της πολιτικής (αλλά και όλων των πολιτικών και ιδεολογικών δυνάμεων που δεν προτάσσουν εναλλακτικές διεξόδους σωτηρίας της χώρας και του λαού) εκδηλώνεται ανάγλυφα στο φόντο του πολέμου στην Ουκρανία» (Πατέλη Δ. Η αντιφασιστική εξέγερση στην Ουκρανία ως επεισόδιο του Γ’ Παγκοσμίου Ιμπεριαλιστικού Πολέμου. ΟΥΤΟΠΙΑ, τ. 111, Μάρτιος-Απρίλιος 2015, σ. 89-104.). Προφανώς κ. Ρούση, με κάτι τέτοια κέρδισα την τυφλή εμπιστοσύνη του κ. Πούτιν…

Ως εκ τούτου, η ως άνω δημόσια αναφορά του κ. Ρούση στο πρόσωπό μου με το χαρακτηρισμό «έμπιστος του Πούτιν, που υπηρετεί ως επίσημος μεταφραστής του τη νυν ιμπεριαλιστική Ρωσία» συνιστά βδελυρή πολιτική πράξη, άθλια, αήθη προβοκάτσια, σπίλωση και συκοφαντική δυσφήμιση.

Βέβαια, ορισμένου επιπέδου και ήθους πολιτικά πρόσωπα και φορείς, αλλά και κύκλοι της κατεστημένης πανεπιστημιακής διανόησης, προσφεύγουν συχνά σε παρόμοιες βορβορώδεις πρακτικές για να «ξοφλήσουν» με διάφορους ενοχλητικούς.

Βλέπετε, είναι εξαιρετικά εύκολο να αφήσει κανείς κάποια υπονοούμενα, να ρίξει λάσπη, να σπιλώσει και να συκοφαντήσει, παρά να αντιπαρατεθεί επιστημονικά ευθέως, ορθολογικά και κατάματα με τον ίδιο τον άνθρωπο και τα όσα αυτός πρεσβεύει.

Ιδιαίτερα όταν έχει υιοθετηθεί από αυτούς τους κύκλους συστηματικά η «συνομωσία της σιωπής» για την σχολή της Λογικής της Ιστορίας, στην οποία αναφέρονται μόνο ψιθυριστά οι φορείς του Δυτικού «ακαδημαϊκού μαρξισμού», για να την απαξιώσουν ως «ανάξιο λόγου μόρφωμα σοβιετικών φιλοσόφων»…

Έτσι εκδηλώνεται η αντιστοίχιση μεταξύ του θεωρητικού και του ηθικού αναστήματος εκπροσώπων αυτών των κύκλων…

Η λαθροχειρία αυτή, γνωστή και ως argumentum ad hominem (λατ.), ουσιαστικά αποτελεί ψευδοεπιχείρημα «ενάντια στο άτομο», και στην πιο αθώα περίπτωση – λογική πλάνη.

Η δειλή φυγομαχία, η αποφυγή της βασάνου της ευθείας δημόσιας αντιπαράθεσης σε κάποιο επιχείρημα, σκεπτικό, επιστημονική ή/και πολιτική θέση, επενδύεται εδώ με άμεση προσβολή προς το πρόσωπο που τα διατυπώνει, σαν αυτό να αποτελούσε έγκυρη βάση για την απόρριψή τους ως δήθεν εσφαλμένων.

Κατ’ αυτό τον τρόπο, συνιστά ταυτοχρόνως γνωσιακό, λογικό και ηθικό παράπτωμα, διόλου τιμητικό για όποιον/-αν προβαίνει σε αυτό, ιδιαίτερα αν πρόκειται για πανεπιστημιακό δάσκαλο.

Αυτό τον τρόπο επέλεξε ο κ. Ρούσης για να σπιλώσει όχι μόνο εμένα προσωπικά, αλλά στο πρόσωπό μου και όσα πρεσβεύω επιστημονικά και κοσμοθεωρητικά και τις συλλογικότητες στις οποίες ανήκω και δραστηριοποιούμαι.

Για να χρησιμοποιήσω μια δάνεια από το Λένιν διατύπωση, παρόμοιες μεθοδεύσεις συνιστούν χυδαία εκπόρνευση της πολιτικής αντιπαράθεσης και τοποθετούν όποιον μετέρχεται αυτών εκτός της επιστημονικής δεοντολογίας, εκτός της κομμουνιστικής και επαναστατικής ηθικής και στάσης ζωής.

Έχει πικρή εμπειρία το κίνημα από παρόμοιες αήθεις πρακτικές. Σε κρίσιμες φάσεις έχουν οδηγηθεί και στο θάνατο άνθρωποι στιγματισμένοι με συκοφαντικές δυσφημίσεις στη βάση νοσηρής πρακτορολογίας.

Το εν λόγω διάβημα του κ. Ρούση συνιστά και Συκοφαντική Δυσφήμιση στην οποία προβαίνει κατά το νόμο: «όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του…» (Ποινικός Κώδικας άρθρα 362-363).

Επιφυλασσόμενος παντός νομίμου δικαιώματός μου, επί του παρόντος περιορίζομαι στην επιστημονική, παιδαγωγική και ηθικοπολιτική διάσταση του εν λόγω διαβήματος του κ. Ρούση.

Έτσι, όσο ο κ. Ρούσης δεν ανακαλεί τα όσα συκοφαντικά διατύπωσε εις βάρος μου και δεν μου ζητά δημόσια συγνώμη για αυτά, διατηρώ και εγώ το δικαίωμα να αναφέρομαι δημόσια (γραπτά, προφορικά και διαδικτυακά) στο πρόσωπό του με το χαρακτηρισμό «κοινός συκοφάντης».

Γνωρίζω τον Γ. Ρούση εδώ και πάνω από τρεις δεκαετίες. Έτυχε στα χρόνια που πέρασαν να έχουμε συμφωνήσει και διαφωνήσει επί πολλών ζητημάτων. Γνωρίζω ότι είναι άνθρωπος ευέξαπτος με πάθος.

Απέφευγα συστηματικά την ένταση στην όποια επικοινωνία μας, ώστε η συζήτηση να μπορεί να επικεντρώνεται στο εκάστοτε επίδικο, με ψυχραιμία, νηφαλιότητα και ορθολογικό τρόπο, πέρα από παρελκυστικές διαπροσωπικές φορτίσεις.

Εδώ είδα ότι ο κ. Ρούσης υπερέβη ορισμένα όρια στοιχειώδους ευπρέπειας, με ένταση την οποία ο ίδιος συνέδεε με το «δίκιο της άποψής του».

Επειδή έχει όρια ο «διάλογος» μεταξύ κωφών, και οι απόψεις αυτές είναι αρκετά διαδεδομένες, είδα αυτή την αντιπαράθεση ως αφορμή για ορισμένες διευκρινίσεις, τόσο επί του περιεχομένου των ιδεών, όσο και επί του προβληματισμού για το τι συνιστά ηθικό και δεοντολογικό πλαίσιο διαλόγου μεταξύ συναδέλφων, συντρόφων και εν γένει μεταξύ πολιτισμένων ανθρώπων.

Ενδεχομένως αυτή η παρέμβαση να αποβεί χρήσιμη, όχι τόσο για μεσήλικες και βάλε… αλλά για τη φοιτητιώσα νεολαία και τον ευρύτερο κύκλο της αριστεράς.

[1] Ο Βλάσοφ Αντρέι Αντρέγιεβιτς (1901-1946), ήταν ένας σοβιετικός στρατηγός που έγινε συνεργάτης των ναζί κατακτητών στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι οποίοι τον έχρισαν Διοικητή του «ρωσικού απελευθερωτικού στρατού» στο πλευρό της Βέρμαχτ.




Τι σημαίνει πρακτικά η «αποϊμπεριαλιστικοποίηση» της Ρωσίας; Του Δ. Πατέλη

Ενεργοποιείται το «Ελεύθερο Φόρουμ των Λαών» για την «αποαποικιοποίηση»-διάλυση της Ρωσίας!

Ο Ευρωατλαντικός ιμπεριαλιστικός άξονας δεν μπορεί να συμβιβαστεί με την ραγδαία μετατόπιση ισχύος εις βάρος του σε πλανητική κλίμακα. Μοιάζει με το θηρίο που έχει εγκλωβιστεί και είναι έτοιμο για τις πιο φονικές και απέλπιδες κινήσεις.

Θέτει λοιπόν ως άμεσο στόχο την διάλυση της Ρωσίας και κάθε χώρας ή συνασπισμού χωρών που ανθίσταται στην παρασιτική κυριαρχία της χρηματιστικής ολιγαρχίας του, απορρίπτει την θέση ιμπεριαλιστικής εξάρτησης-αποικιοποίησης-περιθωριοποίησης που αυτή επιφυλάσσει για την «περιφέρειά» της.

Δεν αρκείται στον οικονομικό πόλεμο, στην πολεμική περικύκλωση και στον θερμό πόλεμο εναντίον της Ρωσίας (50 χώρες-«χορηγοί» του ευρωατλαντισμού εμπλέκονται ευθέως στα πεδία των μαχών του ουκρανικού θεάτρου επιχειρήσεων).

Έχει σήμερα και την ζωτική ανάγκη εμπλοκής ανθρώπων σε μαζική κλίμακα στους σκοπούς του άξονα ΗΠΑ-ΝΑΤΟ-ΕΕ και των παρατρεχάμενων.

Οργανώνει λοιπόν ιδεολογική και προπαγανδιστική εκστρατεία πολλών επιπέδων και με πολλαπλούς αποδέκτες, ώστε να αδρανοποιήσει τις όποιες αντιστάσεις των λαών, να σπείρει σύγχυση και γενικευμένη καχυποψία, ώστε να οδηγήσει στην πολύτιμη αν όχι συναίνεση, τουλάχιστον ιδιώτευση, παθητικοποίηση και αδράνεια.

Επιπλέον, επιδιώκει να εμπλέξει χειραγωγικά, να συστρατεύσει στους σκοπούς του επιτιθέμενου άξονα χιλιάδες ανθρώπων που θα αναλάβουν ενεργό ρόλο στην επίτευξη των σκοπών του στον Γ’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Στο πλαίσιο αυτό, οι μυστικές υπηρεσίες του άξονα -κυρίως των ΗΠΑ- και οι ιδεολογικοί μηχανισμοί τους εξαπολύουν προπαγανδιστική εκστρατεία, τα βασικά συνθήματα/στερεότυπα της οποίας επικεντρώνουν στην προβολή της νυν Ρωσίας, σαν να είναι εξ ορισμού ένα τεράστιο, επικίνδυνο για την κοινωνία (του ευρωατλαντισμού) «αιμοσταγές, επιθετικό, ολοκληρωτικό, απολυταρχικό φόβητρο» που προκαλεί δέος. Την παρουσιάζουν λοιπόν ως «ιμπεριαλιστική» και «αποικιοκρατική» δύναμη προς εξαφάνιση! Ως εκ τούτου σπεύδουν να δημιουργήσουν «λαϊκά κινήματα» που θα αναπτύξουν «αντιιμπεριαλιστική» δράση κατά της Ρωσίας…

Στο «Φόρουμ των Ελεύθερων Λαών», το οποίο θα διεξαχθεί στην Πράγα, 22-24 Ιουλίου, προγραμματίζεται η έγκριση μιας «Διακήρυξης για την αποαποικιοποίηση της Ρωσίας».

Το φόρουμ αποσκοπεί στη «ριζική ανασυγκρότηση και στον διαρθρωτικό μετασχηματισμό της Ρωσίας», «στη μετάβαση από ένα αυταρχικό αυτοκρατορικό κράτος σε μια εθελοντική συμφωνία ελεύθερων, ανεξάρτητων και δημοκρατικών χωρών», ενημερώνουν οι διοργανωτές του Φόρουμ στο δελτίο Τύπου τους.

«Το Φόρουμ των Ελεύθερων Λαών της Ρωσίας είναι μια πλατφόρμα για τη συνένωση νέων πολιτικών ηγετών, συμμετεχόντων σε περιφερειακά και εθνικά κινήματα, ακτιβιστών πολιτών, της κοινότητας των εμπειρογνωμόνων και όλων όσοι έχουν επίγνωση της ανάγκης για αποφασιστική αποϊμπεριαλιστικοποίηση της χώρας», αναφέρει το δελτίο τύπου.

Οι διοργανωτές τονίζουν ότι «στο Πρώτο Φόρουμ, το οποίο πραγματοποιήθηκε στις 8 Μαΐου στη Βαρσοβία, οι συμμετέχοντες σε αυτό, που εκπροσωπούσαν διάφορους λαούς και περιοχές της Ρωσίας, έδειξαν την εγγύτητα των θέσεών τους, τώρα ξεκινάμε κοινή, συντονισμένη εργασία».

«Σε αντίθεση με τους περίφημους “ηγέτες της ρωσικής αντιπολίτευσης”, οι οποίοι ονειρεύονται μόνο την αντικατάσταση του “κακού” τσάρου του Κρεμλίνου από έναν “καλό”, αλλά θέλουν να διατηρήσουν τον πρώην μοσχοκεντρισμό, εμείς είμαστε υποστηρικτές της ριζικής ανασυγκρότησης και του διαρθρωτικού μετασχηματισμού της Ρωσίας προς όφελος των πολυάριθμων λαών και περιφερειών της»!

Οι συμμετέχοντες στο Φόρουμ «σκοπεύουν να συζητήσουν συγκεκριμένες τεχνολογίες για τον πολιτικό μετασχηματισμό του μεταρωσικού χώρου. Συμπεριλαμβανομένης της αποστρατιωτικοποίησής του, με την πλήρη απόρριψη του πυρηνικού οπλοστασίου, το οποίο δεν συμβάλλει στην οικονομική ανάπτυξη, αλλά μόνο ξυπνά τις αυτοκρατορικές φιλοδοξίες των αρχών του Κρεμλίνου», αναφέρεται στο δελτίο τύπου.

Επίσης, οι συμμετέχοντες στο Φόρουμ «θα συζητήσουν τον αντίκτυπο της αποαποικιοποίησης και της ανασυγκρότησης της μετα-Ρωσίας στην οικοδόμηση μιας νέας αρχιτεκτονικής συλλογικής ασφάλειας στην Ευρώπη, τον Ατλαντικό και την Ασία»!

Μεταξύ των ομιλητών του Φόρουμ περιλαμβάνονται «εκπρόσωποι περισσότερων από 20 λαών και περιφερειών της Ρωσίας», καθώς και «δημόσιοι ηγέτες, πολιτικοί στοχαστές και διεθνείς εμπειρογνώμονες από την Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική: Janusz Bugajski (ΗΠΑ), Pavlo Klimkin (Ουκρανία), Edward Lucas (Μεγάλη Βρετανία), Wojciech Pokora (Πολωνία), Tamila Tasheva (Ουκρανία), Andrius Almanis (Λιθουανία) ) ), Oleg Dunda (Ουκρανία), Paul Massaro (ΗΠΑ), Taras Stetskiv (Ουκρανία), Mariusz Pilis (Πολωνία), Yevhen Magda (Ουκρανία), Vadym Prokopiev (Λευκορωσία), Pavlo Zhovnirenko (Ουκρανία)».

Στο εν λόγω φόρουμ, θα συμμετάσχει και ο κ. Paul Goble, ένας Αμερικανός αναλυτής που ειδικεύεται σε εθνοτικά ζητήματα της Σοβιετικής Ένωσης και της Ρωσίας.

Ο Paul Goble κατείχε διάφορες θέσεις με αντικείμενο την ΕΣΣΔ και τη Ρωσία επί σειρά ετών. Στη διάρκεια της σταδιοδρομίας του κατείχε θέσεις όπως:

Αναλυτής σοβιετικών εθνικοτήτων, στο Γραφείο Πληροφοριών και Έρευνας του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, στην Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών (CIA),

Ειδικός σύμβουλος για τις σοβιετικές εθνότητες, στο Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ,

Στη «Φωνή της Αμερικής» ως ανώτατος σύμβουλος του διευθυντή,

Στο “Radio Liberty”, ως Βοηθός Διευθυντή Ραδιοφωνίας και Διευθυντής Επικοινωνίας,

Αναπληρωτής Διευθυντής του Τμήματος Έρευνας, Radio Liberty,

Ανώτερος δικηγόρος, Carnegie Endowment for International Peace…

Η ίδια η Διακήρυξη για την αποαποικιοποίηση της Ρωσίας ξεκινά με την εκτίμηση ότι «η Ρωσία είναι μια χώρα-τρομοκράτης». Στη συνέχεια περιγράφει το αναπόφευκτο του εμφυλίου πολέμου σε μια χώρα που βρίσκεται στα πρόθυρα της διάλυσης. Σε αυτό το πλαίσιο, το ΦΕΛ απευθύνει έκκληση στις εθνικές και περιφερειακές ελίτ των χωρών του ΟΗΕ να αρχίσουν να ιδρύουν σε διάφορες χώρες αυτόκλητες «εξόριστες Εθνικές Μεταβατικές Κυβερνήσεις», ώστε η διεθνής κοινότητα να μπορεί να έχει διάλογο με αυτή τη Μεταβατική Διοίκηση και όχι με τη Μόσχα.

Έχουμε εδώ λοιπόν μια βιομηχανία παραγωγής και προαγωγής πολλών «Ρώσων Γκουαϊντό» για κάθε χρήση…

Τον Νοέμβριο του 2022 το ΦΕΛ έχει ήδη προγραμματίσει τη σύγκληση μιας διεθνούς διάσκεψης «Για την ειρηνική Αποαποικιοποίηση και την Περιφερειακή Οργάνωση του Μεταρωσικού χώρου» με τη συμμετοχή των κρατών μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ.

Η Διακήρυξη περιέχει πολλές διαφορετικές θέσεις, από την προτροπή προς τους κατοίκους των περιφερειών της Ρωσίας να ξεκινήσουν διαμαρτυρίες και δολιοφθορές κατά της σημερινής ηγεσίας, μέχρι την πρόσκληση στα έθνη του ΟΗΕ να προετοιμάσουν νέα Συντάγματα για τα «ελεύθερα κράτη» την ίδρυση των οποίων μεθοδεύουν οι διοργανωτές στην Ρωσική Ομοσπονδία. Και όντως, κατά τα φαινόμενα, η ηγεσία του ΦΕΛ δεν βλέπει την παραμικρή ειρωνεία στις δηλώσεις της.

Στη διακήρυξη εκφράζεται η ανησυχία για την «ευημερία και το μέλλον 144 εκατομμυρίων ανθρώπων που ζουν στη Ρωσία» δεδομένου ότι «Το σημερινό καθεστώς έχει οικοδομήσει ένα αυταρχικό σύστημα με μια ευημερούσα μητρόπολη, η οποία απομυζά πόρους από τις υποτελείς “αποικίες” και απαιτεί την επέκταση της “βάσης αποικιακής τροφοδοσίας”. Οι ακατάσχετες ορέξεις και οι επιθετικές πολιτικές του κέντρου έχουν ήδη οδηγήσει στον μεγαλύτερο πόλεμο στην Ευρώπη μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και η κατάσταση επιδεινώνεται ανεξέλεγκτα. Οι τύχες των λαών απειλούνται, όχι μόνο στη Ρωσία, αλλά σε ολόκληρο τον κόσμο.

Ήρθε η ώρα να δράσουμε και να αλλάξουμε την κατάσταση. Σήμερα, ο φυσικός πλούτος των περιοχών, οι κόποι και τα ταλέντα των ανθρώπων στην αχανή επικράτεια εξυπηρετούν τα συμφέροντα της Μόσχας. Αλλά οι λαοί της Ρωσίας έχουν το δικαίωμα για αυτοδιάθεση, για ένα αξιοπρεπές μέλλον για τους ίδιους, τα παιδιά και τα εγγόνια τους. Οι άνθρωποι πρέπει να αποφασίσουν μόνοι τους και να βρουν τη θέση τους στη διεθνή κοινότητα.

Το Φόρουμ των Ελεύθερων Λαών της Ρωσίας είναι μια πλατφόρμα που φέρνει σε επαφή δημοτικούς και περιφερειακούς ηγέτες, συμμετέχοντες στα αντιπολιτευτικά κινήματα της Ρωσικής Ομοσπονδίας, εκπροσώπους εθνικών κινημάτων, ακτιβιστές, την κοινότητα των εμπειρογνωμόνων και όλους εκείνους που βλέπουν την ανάγκη για άμεση μεταμόρφωση της Ρωσίας. Συζητάμε τρόπους για διαρθρωτικές αλλαγές στην κοινωνία, αναπτύσσουμε ένα σχέδιο δράσης, συγκεντρώνουμε πόρους και συντονίζουμε τις προσπάθειες για να μεγιστοποιήσουμε την αποτελεσματικότητα στην επίτευξη των στόχων μας».

Ποιοι είναι οι σκοποί αυτού του Φόρουμ;

«Ανασυγκρότηση και διαρθρωτικός μετασχηματισμός της Ρωσίας, οικονομική και πολιτική ανάπτυξη των ιστορικών και πολιτιστικών περιοχών και περιφερειών, πλήρης υλοποίηση των πολιτικών δικαιωμάτων και ελευθεριών και κοινωνική ευημερία των λαών.

Οι συμμετέχοντες στο Φόρουμ αναπτύσσουν προσεγγίσεις για τη δημιουργία μεταβατικών διοικήσεων και κυβερνήσεων στα ανεξάρτητα κράτη της μετά τον Πούτιν Ρωσίας, συζητούν την ελαχιστοποίηση των κινδύνων ανεξέλεγκτης κατάρρευσης σε βασικούς τομείς (συμπεριλαμβανομένης της αποστρατιωτικοποίησης με πλήρη εγκατάλειψη του πυρηνικού οπλοστασίου), εργάζονται προς την κατεύθυνση μιας νέας αρχιτεκτονικής συλλογικής ασφάλειας στην Ευρώπη και αναπτύσσουν πολιτικές για την ειρηνική, καλή γειτονική ύπαρξη των νέων ανεξάρτητων δημοκρατιών της Ρωσίας και των γειτονικών κρατών.

     Οι κύριοι τομείς στους οποίους εστιάζει το Φόρουμ είναι:

  • Αποϊμπεριαλιστικοποίηση και Αποαποικιοποίηση
  • Αποπουτινοποίηση και αποναζιστικοποίηση
  • Αποστρατιωτικοποίηση και αποπυρηνικοποίηση
  • Οικονομικές και κοινωνικές αλλαγές

Η ανασυγκρότηση και ο διαρθρωτικός μετασχηματισμός προβλέπουν αλλαγή της διοικητικής και εδαφικής δομής της μεταπουτινικής Ρωσίας. Μετάβαση από ένα αυταρχικό αυτοκρατορικό κράτος σε μια πληθώρα ελεύθερων, ανεξάρτητων και δημοκρατικών χωρών που μπορούν να παρέχουν αξιοπρεπές βιοτικό επίπεδο, άνεση, δικαιώματα, ευημερία και ανάπτυξη για τους πολίτες τους, καθώς και βιώσιμη ειρήνη στην Ευρασία.

Η αποϊμπεριαλιστικοποίηση και η αποαποικιοποίηση θα επιτρέψουν σε κάθε λαό, σε κάθε περιοχή, με την ιστορία, την ταυτότητα, τον πολιτισμό και την οικονομία της, να πραγματοποιήσουν πλήρως το δικαίωμά τους για αυτοδιάθεση. Να αποκτήσουν κυριαρχία, ταυτότητα και ανεξαρτησία – πολιτική, οικονομική και πολιτιστική.

Η αποπουτινοποίηση και η αποναζιστικοποίηση είναι η μόνη ευκαιρία να νικήσουμε τη διεφθαρμένη αποικιοκρατική αυτοκρατορική ελίτ εξουσίας, η οποία καταστρέφει όλους τους διαφωνούντες και καταπνίγει κάθε προσπάθεια των λαϊκών ηγετών να αντιταχθούν όσο το δυνατόν πιο σκληρά στο εγκληματικό σύστημα. Η διαδικασία προβλέπει αμερόληπτη διερεύνηση των εγκλημάτων του καθεστώτος, δικαστήριο για τους οργανωτές, τους ιδεολόγους και απονομή δικαιοσύνης στους άμεσα εμπλεκόμενους.

Η αποστρατιωτικοποίηση και η αποπυρηνικοποίηση είναι απαραίτητες για την ελαχιστοποίηση των θυμάτων σε περίπτωση κατάρρευσης ενός δικτατορικού καθεστώτος και για την εξάλειψη όλων των κινδύνων που συνδέονται με την πιθανή χρήση των υπολειμμάτων του ρωσικού πυρηνικού οπλοστασίου σε περιφερειακές συγκρούσεις, διεθνείς τρομοκρατικές απόπειρες και άλλες απειλές για τη συλλογική ασφάλεια.

Οι οικονομικές και κοινωνικές αλλαγές θα πρέπει να αποτρέψουν την κατάρρευση των νομικών και οικονομικών θεσμών κατά τη διάρκεια της μετάβασης, προς αποφυγή της καταστροφής των πολιτών και να εγγυηθούν τη βιωσιμότητα της συνεργασίας μεταξύ των νέων πολιτικών και οικονομικών φορέων. Δημοκρατίες, ενώσεις, ομοσπονδίες, συνομοσπονδίες – οι πολίτες κάθε περιοχής θα βρουν τη μορφή ρύθμισης για τη γη τους που τους ταιριάζει καλύτερα».

Εδώ διαπιστώνουμε ότι τα πάντα μεθοδεύονται βάσει της πεπατημένης του Ψυχρού Πολέμου σε κινήσεις που συνιστούν συνεπή συνέχεια του “παλιού καλού” αντισοβιετισμού/αντικομμουνισμού.

Οι ΗΠΑ δεν κρίνουν καν σκόπιμο να τηρήσουν κάποια προσχήματα, να συγκαλύψουν το γεγονός ότι στόχος τους είναι η αποδόμηση – διάλυση της Ρωσίας κάνοντας χρήση των εθνικών γραμμών ρήξης.

Ως εκ τούτου, φυσικά, στόχος των ΗΠΑ δεν είναι απλώς η «νίκη της Ουκρανίας» είτε η «ανατροπή του καθεστώτος στη Μόσχα». Αυτά δεν είναι τίποτε άλλο από απλά μέσα προς επίτευξη του κύριου στόχου – της εξάλειψης της Ρωσίας ως κυρίαρχου κράτους με τα σημερινά της σύνορα, ώστε να μη συνιστά πλέον υποκείμενο της παγκόσμιας πολιτικής.

Έτσι καθίσταται σαφής η συνέχεια του εδώ και πάνω από τρείς δεκαετίες διεξαγόμενου πολέμου, των επεμβάσεων, υπονομευτικών επιχειρήσεων, πραξικοπημάτων, των επιχειρήσεων αλλαγής καθεστώτος κ.λπ. στην επικράτεια της πάλαι ποτέ Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών.

Η μεθόδευση εκ μέρους του Ευρωατλαντικού ιμπεριαλιστικού άξονα του διαμελισμού και της πλήρους διάλυσης της ΕΣΣΔ, για την «Περιφερειακή Οργάνωση του Μετασοβιετικού χώρου» έχει σήμερα …φυσική συνέχεια την διάλυση πλέον και της εναπομείνασας Ρωσίας, προς επίτευξη μιας «Περιφερειακής Οργάνωσης του Μεταρωσικού χώρου».

Η μεταμοντέρνα χρήση των όρων «αποιμπεριαλιστικοποίηση» και «αποαποικιοποίηση» δεν είναι τυχαία.

Συνάδει πλήρως με διαδεδομένες εκδοχές αγοραίου αντιεπιστημονικού «αντιιμπεριαλισμού» των ημερών μας και καταδεικνύει ανάγλυφα ποια ακριβώς θέση και ποιο ρόλο επιφυλάσσει στους φορείς του ο επιτιθέμενος Ευρωατλαντικός άξονας.

Έρχεται να επενδύσει ιδεολογικά την απευθυνόμενη σε ποικίλους χρήσιμους ηλίθιους προπαγάνδιση της άθλιας φασιστικής πρακτικής που ασκεί ο ιμπεριαλισμός για την αποικιοποίηση των κρατικών μορφωμάτων που προέκυψαν από την αντεπανάσταση στην ΕΣΣΔ και πρωτίστως του μόνου από αυτά που διαθέτει τα σοβιετικά οπλικά & αμυντικά κληροδοτήματα και πραγματικές δυνατότητες επανασυσπείρωσης του μετασοβιετικού χώρου: της Ρωσίας.

Εξυπακούεται ότι η ιδεολογική χρήση αυτών των όρων απ’ τους κρατικούς και διακρατικούς μηχανισμούς του ιμπεριαλισμού «ακονίζεται» για το σύνολο των αντιπάλων του επιτιθέμενου Ευρωατλαντικού άξονα, και ιδιαίτερα για την Λ.Δ. Κίνας και τις άλλες χώρες του πρώιμου σοσιαλισμού.

«Ακονίζονται» και οι άθλιες φασιστικές πρακτικές που ασκούνται και επενδύονται ιδεολογικά με παρόμοιους όρους και ρητορική.

Όσο η αριστερά απομακρύνεται από την επαναστατική θεωρία και μεθοδολογία, όσο σπέρνει σύγχυση με απανωτές αναθεωρήσεις του μαρξισμού-λενινισμού, που καθιστούν ανέφικτη την επιστημονική διακρίβωση του νυν σταδίου του ιμπεριαλισμού και του χαρακτήρα του πολέμου, προετοιμάζει το έδαφος για την μαζική πρόσληψη παρόμοιων ιδεολογικών χειραγωγήσεων και για την αποδοχή των εγκληματικών φασιστικών πρακτικών του ιμπεριαλισμού με όρους «κανονικότητας» ή/και «κινήματος».

Καταδεικνύεται λοιπόν για άλλη μια φορά ανάγλυφα ο χαρακτήρας αυτού του πολέμου:

Είναι ένας πόλεμος, επεισόδιο του οποίου είναι η σημερινή σύρραξη με την ναζιστική Ουκρανία, δηλαδή με την Αμερικανο-ΝΑΤΟική πολεμική μηχανή.

Ένας πόλεμος, τον οποίο η προπαγανδιστική μηχανή του Ευρωατλαντισμού προβάλλει ως δήθεν «απαράδεκτη εισβολή» με όρους αστικών στερεοτύπων διεθνούς δικαίου του ισχυρού, ώστε να συγκαλύψει την ουσία, το ταξικό του περιεχόμενο, τα διακυβεύματά του.

Ένας πόλεμος στον οποίο σύρθηκε πλέον αναγκαστικά και η νεοπαγής αστική τάξη της Ρωσίας ως ασθενής και ευάλωτος κρίκος, για λόγους υπαρξιακής αγωνίας, όταν -ενδεχομένως με μοιραία καθυστέρηση- της έδωσαν να καταλάβει ότι της επιφυλάσσεται η ίδια μοίρα με αυτή των Σαντάμ Χουσεΐν, Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς και Μουαμάρ Καντάφι.

Είναι κλιμάκωση του ίδιου πολέμου, επεισόδιο του οποίου ήταν και η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, όπως πολύ σωστά τότε κατανοούσαν οι απανταχού κομμουνιστικές και οι αντιιμπεριαλιστικές δυνάμεις και αγωνίζονταν, διαβλέποντας σαφώς ότι επόμενος στόχος ήταν έκτοτε η διάλυση πλέον της Ρωσίας και κάθε κεντρομόλου βάσης/τάσης επανολοκλήρωσης του μετασοβιετικού χώρου.

Είναι ο ίδιος πόλεμος που ο Ευρωατλαντικός άξονας δρομολόγησε και εξαπέλυσε παράλληλα με τις αντεπαναστάσεις σε ΕΣΣΔ και ευρωπαϊκές χώρες του πρωίμου σοσιαλισμού, προς άμεση διάλυση/κατακερματισμό του μετασοβιετικού & μετασοσιαλιστικού χώρου στην Ευρώπη, προς καθυπόταξη/αποικιοποίηση κάθε ανθιστάμενης χώρας/κινήματος στον πλανήτη. Ένας πόλεμος τον οποίο εντείνει σήμερα ο άξονας με όρους υπαρξιακής αγωνίας και καταφανούς απώλειας της κυριαρχίας του, ιδιαίτερα λόγω της αλματώδους προόδου της Λ.Δ. Κίνας και των άλλων σοσιαλιστικών χωρών, σειράς χωρών αντιαποικιοκρατικού & αντιιμπεριαλιστικού προσανατολισμού.

Φυσικά ο Γ’ Παγκόσμιος πόλεμος δεν είναι μια επανέκδοση του Α’ είτε του Β’, και η νυν Ρωσία της κεφαλαιοκρατικής παλινόρθωσης δεν είναι η ΕΣΣΔ. Ωστόσο, η Ρωσία σήμερα λειτουργεί εκ των πραγμάτων ως ο κοινωνικοοικονομικά ασθενής κρίκος (αν και πανίσχυρη σε στρατηγικό οπλοστάσιο ως κληροδότημα της ΕΣΣΔ) του άλλου πόλου, ως αναγκαία αμυντική ασπίδα της Λ.Δ. Κίνας και των υπολοίπων συνιστωσών του.

Ωστόσο, αδιαμφισβήτητη καθοριστική σημασία -με όρους τακτικής της αναμέτρησης- για την έκβαση του Γ’ Π.Π., για την επιβίωση της ανθρωπότητας και για την ίδια την προοπτική του επαναστατικού κινήματος, έχουν 2 παράμετροι του ρόλου της Ρωσίας έχουν:

  1. η συντριβή του 1ου ναζιστικού κρατικού μορφώματος της χούντας του Κιέβου και
  2. οι μέγιστες δυνατές φθορές και καταστροφές δυνάμεων του άξονα ΗΠΑ-ΝΑΤΟ-ΕΕ στην Ουκρανία και παντού.

Συνιστά μείζον σφάλμα η αγνόηση αυτών των τακτικών παραμέτρων σήμερα. Επιπλέον, συνιστά ποταπή αθλιότητα/προβοκάτσια στην υπηρεσία του άξονα η προσπάθεια αήθους συκοφαντικής δυσφήμισης της όποιας αναφοράς σε αυτούς τους όρους τακτικής της αναμέτρησης με δήθεν «ταύτιση με το καθεστώς Πούτιν»…

Όπως διαπιστώσαμε και από την δράση του παραπάνω «Φόρουμ», είναι άκρως βολικές και χρήσιμες για τον επιτιθέμενο Ευρωατλαντισμό οι «ίσες αποστάσεις», οι αναφορές που θέτουν στο κάδρο της βάρβαρης επίθεσης ΗΠΑ-ΝΑΤΟ-ΕΕ και τον πόλο της αντίστασης, αμαυρώνοντάς τον ως συλλήβδην εξ ίσου «ιμπεριαλιστικό και επιθετικό/ληστρικό», διευκολύνοντας τον πραγματικό ιμπεριαλισμό στην προπαγάνδα και στην αποδοχή των φασιστικών και απάνθρωπων πρακτικών του.

Εκείνο που προέχει για την προπαγανδιστική μηχανή του επιτιθέμενου άξονα είναι η κάθε μορφής «καταδίκη του “ρωσικού ιμπεριαλισμού” και της επιθετικότητάς του στην Ουκρανία» σήμερα, του «κινεζικού ιμπεριαλισμού και της επιθετικότητάς του» στην Ταιβάν και στον Ινδο-Ειρηνικό αύριο, και κάθε «επιθετικότητας» (της Λ.Δ. Κορέας, της Λ.Δ. Βιετνάμ, του Λάος, της Κούβας, της Νικαράγουα, της Βενεζουέλας, της Βολιβίας, του Ιράν, της Υεμένης, των Ινδιών, των Νήσων του Σολομώντος κ.ο.κ.)…

Η ρητορική των «ίσων αποστάσεων» λειτουργεί ως «ζώνη της εγγύτερης ανάπτυξης» (Βιγκότσκι), ως ενδιάμεσος αναγκαίος σταθμός στην πορεία της αποδόμησης των βαθύτατων αντιιμπεριαλιστικών – κομμουνιστικών παραδόσεων & αναφορών μερίδας του πληθυσμού, προς επίτευξη της σταδιακής μετάβασης στον ακραιφνή Ευρωατλαντισμό.

Η οριοθετική γραμμή του αυθεντικού αντιιμπεριαλισμού των ημερών μας τίθεται από την μαχητική διεκδίκηση:

ΑΜΕΣΗΣ ΕΞΟΔΟΥ ΑΠΟ ΝΑΤΟ-ΕΕ και η ΜΕ ΚΑΘΕ ΜΕΣΟ ΣΥΝΤΡΙΒΗ ΤΩΝ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΔΙΑΚΡΑΤΙΚΩΝ ΘΕΣΜΩΝ ΣΕ ΟΛΑ ΤΑ ΕΠΙΠΕΔΑ

ΑΠΟΤΡΟΠΗΣ ΚΑΘΕ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ ΣΤΟΥΣ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΟΥΣ ΤΥΧΟΔΙΩΚΤΙΣΜΟΥΣ & ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗΣ ΚΑΘΕ ΧΡΗΣΗΣ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ ΤΗΣ ΓΙΑ ΑΥΤΟΥΣ  

ΞΗΛΩΜΑΤΟΣ-ΕΚΔΙΩΞΗΣ ΤΩΝ ΑμερικανοΝΑΤΟικών ΒΑΣΕΩΝ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ

ΗΤΤΑΣ & ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ ΤΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ ΚΑΙ ΥΠΟΔΟΜΩΝ ΗΠΑ-ΝΑΤΟ-ΕΕ ΠΑΝΤΟΥ

Αυτό είναι το κύριο στη συγκυρία ΜΕΙΖΟΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟ, ΠΑΤΡΙΩΤΙΚΟ & ΔΙΕΘΝΙΣΤΙΚΟ ΚΑΘΗΚΟΝ.

 

Πηγές που χρησιμοποιήθηκαν:

DECOLONIZATION OF RUSSIA TO BE DISCUSSED AT UPCOMING HELSINKI COMMISSION BRIEFING

“Supporters of radical transformation of Russia” will gather in Prague

FREE NATIONS OF RUSSIA FORUM

“Форум свободных народов”

 




Αλήθεια, ποιος είναι «πάντα στη σωστή πλευρά της Ιστορίας»; Του Δ. Πατέλη.

Αλήθεια, ποιος είναι «πάντα στη σωστή πλευρά της Ιστορίας»;

Του Δ. Πατέλη.

 

Ο Κυρ. Μητσοτάκης έσπευσε να στηρίξει τον επιτιθέμενο ιμπεριαλιστικό άξονα ΗΠΑ-ΝΑΤΟ-ΕΕ στην ουκρανική φάση του Γ’ Παγκοσμίου Πολέμου με την δήλωση: «Ήμασταν πάντα στη σωστή πλευρά της Ιστορίας» (Υπουργικό Συμβούλιο 1.3.2022).

Αυτή ήταν η ιδεολογική επένδυση της αναφανδόν και άνευ όρων συστράτευσής του με τις ΗΠΑ κ.λπ. και της εσπευσμένης πολεμικής συνδρομής στο ναζιστικό καθεστώς της χούντας του Κιέβου, που εξέθεσε ανεπανόρθωτα και στοχοποίησε τον λαό και τη χώρα.

Επιστέγασμα αυτής της θρασύτατης δήλωσης/συστράτευσης ήταν η θριαμβευτική υποδοχή της διαδικτυακής ομιλίας του ναζί κλόουν-προέδρου της χούντας του Κιέβου Β. Ζελένσκι, από κοινού με την εμφάνιση στη Βουλή του «ομογενούς μαχητή» από την παραστρατιωτική ναζιστική οργάνωση «Τάγμα Αζόφ», με όλο το καθεστωτικό φάσμα του πολιτικού προσωπικού να επευφημεί όρθιο τον εγκληματικό ναζιστικό θίασο

Αποκορύφωμα δε αυτής της θέσης των γιουσουφακίων του άξονα -«πάντα στη σωστή πλευρά της Ιστορίας»- ήταν η ανεκδιήγητη εθνική ταπείνωση που σηματοδότησε η ομιλία του Πρωθυπουργού Κυρ. Μητσοτάκη στην Κοινή Σύνοδο της Γερουσίας και της Βουλής των Αντιπροσώπων των ΗΠΑ (17.5.2022), όπου -πιστός στις ιστορικές παραδόσεις του δωσιλογισμού και του μοναρχοφασιμού της παράταξής του- αποκάλεσε «εσωτερικούς δαίμονες» τους αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης και του Δημοκρατικού Στρατού.

Εκεί καταδίκασε κατηγορηματικά την «ρωσική εισβολή» δηλώνοντας χαρακτηριστικά: «Στεκόμαστε στο πλευρό της [ναζιστικής ηγεσίας της -Δ.Π.] Ουκρανίας απέναντι στην επιθετικότητα του Πούτιν. Στείλαμε ανθρωπιστική βοήθεια. Στηρίξαμε τους Ουκρανούς με όπλα για να τους βοηθήσουμε να υπερασπιστούν την πατρίδα τους»!

Εδώ το όνειδος της σπουδής για άνευ όρων συστράτευση με τον υπό τις ΗΠΑ επιτιθέμενο άξονα εκφράστηκε μεταξύ άλλων με τέτοια εξιδανίκευση των εγκληματιών θρασύδειλων ναζί του «Τάγματος Αζόφ» (οργανικής συνιστώσας των ενόπλων δυνάμεων της ναζιστικής Ουκρανίας, οι οποίοι χρησιμοποιούσαν και χρησιμοποιούν μαζικά αμάχους ομήρους ως «ζωντανή ασπίδα» στις εγκαταστάσεις του βιομηχανικού συγκροτήματος χαλυβουργίας «Αζοφ σταλ» και παντού στον πόλεμο).

Σε ένα κρεσέντο ασύστολου βιασμού της ιστορίας ο Κυρ. Μητσοτάκης ταύτισε τους άθλιους εγκληματίες Ουκρανούς ναζί του «Αζόφ» και τους Δυτικούς μισθοφόρους συμμαχητές τους με τους ήρωες αγωνιστές της εξόδου του Μεσολογγίου του 1826!

Δήλωσε λοιπόν ψοφοδεώς ως επαίτης της επευφημίας των αφεντικών: «Όπως στη Μαριούπολη σήμερα έτσι και τότε, οι αριθμητικά λιγότεροι και αποστεωμένοι από την πείνα υπερασπιστές του Μεσολογγίου, απέκρουαν ένα μετά το άλλο τα κύματα των εχθρικών επιθέσεων πριν από την τελική, απέλπιδα Έξοδό τους. Μια πράξη εξαιρετικής τόλμης. Αλλά μια πράξη που τελικά θα κόστιζε εκατοντάδες ζωές, μεταξύ των οποίων πολλών γυναικών και παιδιών.

Όταν βλέπουμε να υφίστανται τα ίδια δεινά οι λίγοι υπερασπιστές της Μαριούπολης, μιας πόλης με ελληνικό όνομα και βαθιές ελληνικές ρίζες, θυμόμαστε το Μεσολόγγι και το τίμημα του δικού μας αγώνα»!

Από μόνος του αυτός ο ανιστορικός και ανίερος παραλληλισμός -ο οποίος επισύρει ευθύνες για σπίλωση της μνήμης των ηρώων της Μεγάλης κοινωνικής και εθνικοαπελευθερωτικής Επανάστασης του 1821- καθιστά ανάγλυφο το τι ακριβώς σηματοδοτεί για την αδίστακτη άρχουσα τάξη και το πολιτικό προσωπικό της αυτού του τύπου η συστράτευση «πάντα στη σωστή πλευρά της Ιστορίας»

Αναμενόμενο από ένα γόνο αστικής πολιτικής δυναστείας με διαγενεακές περγαμηνές αδίστακτων στον κυνισμό τους προθύμων, πάντα στην υπηρεσία του κεφαλαίου και των εκάστοτε ξένων επικυρίαρχων της χώρας.

Σε κάθε περίπτωση, τέτοια δήλωση δεν μαρτυρά και ιδιαίτερη αυτοπεποίθηση εκ μέρους του ομιλούντος.

Μάλλον το αντίθετο σηματοδοτεί: προσπαθεί να διασκεδάσει τις εντυπώσεις, με στόχο τον εντυπωσιασμό του πλέον καθυστερημένου και αγελαίου κοινού της πολιτικής του πελατείας, το οποίο αδυνατεί να αντιληφθεί τον εγκληματικά καταστροφικό ρόλο της τάξης του στις πιο κρίσιμες ιστορικές καμπές της ιστορίας.

Από αυτή την άποψη, η ρήση αυτή συνιστά ομολογία αντιδραστικής ιδεολογικοπολιτικής και ηθικής χρεοκοπίας της εγχώριας και παγκόσμιας αστικής τάξης και του πολιτικού της προσωπικού.

Το εάν και κατά πόσο είναι κάποιος «στη σωστή πλευρά της ιστορίας», δεν έχει να κάνει με το εάν το διακηρύσσει και το διαλαλεί για πάρτη του με όρους μάρκετινγκ.

Αυτό συνδέεται με την μαρξιστική επιστημονική διάγνωση των νόμων και των νομοτελειών που διέπουν την δομή και την ανάπτυξη της κοινωνίας, με τη θεωρία και μεθοδολογία της Λογικής της Ιστορίας.

Αυτό καταδεικνύεται από την καταξίωσή του στην βάσανο της ιστορικής πρακτικής, μέσα απ’ την θέση και τον ρόλο του, μέσα απ’ την πραγματική πρωτοπόρο συνεισφορά του στην αναβάθμιση των όρων διαβίωσης του λαού, στην προοδευτική ανάπτυξη της κοινωνίας.

Είναι δηλαδή συνυφασμένη με τον αγώνα για τον πραγματικό επαναστατικό μετασχηματισμό της κοινωνίας, για την Σοσιαλιστική Επανάσταση και την Ενοποίηση της Ανθρωπότητας, τον Κομμουνισμό.

Εάν λοιπόν κάποιος, στη σημερινή συγκυρία του εν εξελίξει Γ’ Παγκοσμίου Πολέμου, επαναλαμβάνει το σλόγκαν του κ. Κυρ. Μητσοτάκη διαβεβαιώνοντας ότι είναι «πάντα στη σωστή πλευρά της Ιστορίας», σε μια πρώτη πρόσληψη, αυτό θα εκληφθεί μονοσήμαντα απ’ το ευρύ κοινό ως τοποθέτηση αντίστοιχη αυτής του ως άνω ανεκδιήγητου πολιτικού του κεφαλαίου, δηλαδή ως ΣΥΣΤΡΑΤΕΥΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΕΠΙΤΙΘΕΜΕΝΟ ΑΞΟΝΑ ΗΠΑ-ΝΑΤΟ-ΕΕ στον πόλεμο, κατά της Λ.Δ. Κίνας, της Ρωσίας, των χωρών του πρώιμου σοσιαλισμού και του αντιιμπεριαλισμού.

Με θλίψη διαπιστώνουμε ιδιότυπη υιοθέτηση ή/και εν μέρει επανάληψη αυτού του συνθήματος σε φετινές εκδηλώσεις της ΚΝΕ.

Θα αντέτεινε κανείς ότι το εν λόγω βασικό σύνθημα της ιστορικής σημασίας ετήσιας σειράς εκδηλώσεων του Φεστιβάλ ΚΝΕ-Οδηγητή -ενός ιστορικού αντιιμπεριαλιστικού νεανικού κομμουνιστικού πολιτικού και πολιτισμικού θεσμού- έχει διαφορετική πλαισίωση:

«Με το ΚΚΕ – στη σωστή πλευρά της Ιστορίας – για το σοσιαλισμό».

Έστω.

Κατ’ αρχήν, το κύριο συστατικό στοιχείο αναφοράς εδώ παραμένει το πάντα «στη σωστή πλευρά της Ιστορίας», το οποίο έχει πολιτογραφηθεί μονοσήμαντα στη συγκυρία με την γνωστή μητσοτάκειο πατρότητα από 1.3.2022.

Οφείλουμε να επισημάνουμε ότι η επανάληψη αυτού του αστικού αντιδραστικού συνθήματος -ακόμα και «αναπλαισιωμένου» με αναφορές στο ΚΚΕ και στο σοσιαλισμό- είναι καταφανώς ατυχής.

Δεν μπορούν να εμπνεύσουν την νεολαία με προοπτική δάνεια από το αστικό οπλοστάσιο συνθήματα, όσο και αν προσπαθεί κανείς να τους αλλάξει πρόσημο με εκ των υστέρων πρόσθετα συγκείμενα.

Συνεπώς, είναι μάλλον αναντίστοιχο της θέση και του ρόλου των κομμουνιστών να διακηρύσσουν σήμερα για τον εαυτό τους το σύνθημα που έχει λανσάρει ο ως άνω διακεκριμένος εκπρόσωπος της σάπιας αστικής τάξης, ότι δηλ. οι ίδιοι και όσοι/-ες τους ακολουθούν αυτοπροβάλλονται ως εξ ορισμού ταγμένοι «με τη σωστή πλευρά της ιστορίας».

Για την πληρότητα της πραγμάτευσης του θέματος ας κάνουμε μία επιπλέον παραδοχή: ας υποθέσουμε ότι ούτε οι εμπνευστές του συνθήματος, αλλά ούτε και το κοινό στο οποίο απευθύνονται δεν έχουν ακούσει ποτέ το παραπάνω σλόγκαν του Κυρ. Μητσοτάκη. Έστω.

Το κύρος των κομμουνιστών, ο ιστορικός καθοδηγητικός τους ρόλος, δεν επιτυγχάνονται με όρους αυτόκλητης πρωτοπορίας ή και άνευ όρων πληρεξούσιων διαχείρισης κληροδοτημάτων συμβόλων και ιστορίας.

Γνωρίζουμε άλλωστε από την ιστορία πληθώρα πάλαι ποτέ επαναστατικών κομμουνιστικών κομμάτων με ηρωικές παραδόσεις, τα οποία έχουν εκφυλιστεί σε ποικίλων βαθμών ενσωματωμένα στα καθεστώτα του κεφαλαίου μορφώματα, με κομβικό ρόλο στη χειραγώγηση της εργατικής τάξης και του λαού προς όφελος της αστικής τάξης και του ιμπεριαλισμού.

Επιπλέον, δεν είναι ίδιο των κομμουνιστών η αυτοπροβολή, η αυτοδιαφήμισή τους στο ρόλο αυτών που είναι πάντα και αυταπόδεικτα «στη σωστή πλευρά της Ιστορίας».

Οι κομμουνιστές ποτέ δεν κομπάζουν για τον «εσαεί πρωτοπόρο ρόλο τους στην ιστορία».

Τέτοια έπαρση δεν αρμόζει στην φιλοσοφία και την ηθικοπολιτική στάση ζωής των κομμουνιστών, ούτε και στην ανιδιοτελή σεμνότητα που χαρακτηρίζει την ιστορική τους αποστολή.

Η πρωτοπορία των κομμουνιστών δεν ήταν, δεν είναι, ούτε και θα είναι ποτέ εξ ορισμού και ex officio (δυνάμει ενός αξιώματος, λόγω θέσεως, θεσμού, οργάνωσης, εν λευκώ διαχείρισης κληροδοτημάτων κ.λπ.) δεδομένη.

Δεν είναι και δεν μπορεί να είναι αυταπόδεικτο θέσφατο απόλυτης ισχύος, εκπορευόμενο από κάποια ομάδα/ηγεσία, χωρίς ορθολογική επιστημονική δημόσια διαλογικότητα, έλεγχο, εποπτεία και λογοδοσία, λειτουργίες που επ’ ουδενί λόγω δεν υποκαθίστανται με τη επίκληση κάποιας μεταφυσικής ανιστορικής a priori «συλλογικής [γραφειοκρατικής] σοφίας».

Δεν είναι και δεν μπορεί να είναι αυταπόδεικτο θέσφατο απόλυτης ισχύος χωρίς διαρκή ώσμωση με όλες τις στρατιές και συνιστώσες της εγχώριας και διεθνούς σύγχρονης εργατικής τάξης, την οποία οι ίδιοι ούτε μπορούν ούτε και οφείλουν να υποκαθιστούν και να καπελώνουν, ούτε και να ομιλούν πριν από αυτήν για αυτήν ερήμην της, εξ ονόματός της.

Είναι διαρκώς ένα ανοικτό διακύβευμα στην εκάστοτε ιστορική εποχή, στάδιο και συγκυρία, στην εκάστοτε χώρα και περιφέρεια, στον πλανήτη Γη.

Είναι ένα διακύβευμα που συναρτάται πρωτίστως με την βέλτιστα διασφαλιζόμενη (και οργανωτικά) ικανότητά τους να αναπτύσσουν δημιουργικά την επιστήμη, την Επαναστατική Θεωρία και Μεθοδολογία, στη βάση των επιτακτικών αναγκών του επαναστατικού κινήματος και της κοινωνίας.

Με την ικανότητά τους να περιγράφουν, να εξηγούν, να προβλέπουν βάσει της μαρξιστικής επιστήμης και να χαράσσουν αντίστοιχη της εποχής και της συγκυρίας στρατηγική και τακτικές.

Με την ικανότητά τους να οργανώνουν αποτελεσματικά την πρακτική επαναστατική τους δράση μετά λόγου γνώσεως.  

Σε κάθε αντίθετη περίπτωση, ο προσεταιρισμός θέσεων και ρόλων με όρους αυτοανακήρυξης και «αυτόκλητης πρωτοπορίας» -αγνοώντας τους παραπάνω αναγκαίους όρους- συνιστά εκ των πραγμάτων παραίτηση απ’ τον κομμουνισμό και διολίσθηση σε αντικατοπτρική απομίμηση του πολιτικού μάρκετινγκ της χρεοκοπημένης τάξης του κεφαλαίου, με όρους ουραγού στον ετεροπροσδιορισμό.

Άρα, συνιστά έμμεση πλην σαφή παραδοχή του ανυπέρβλητου της κυριαρχίας και της ιδεολογικοπολιτικής ηγεμονίας της άρχουσας τάξης…

Υ.Γ. Καταθέτω αυτόν τον προβληματισμό με εκείνη την ειλικρινή συντροφική αγωνία και ανησυχία που οφείλει να χαρακτηρίζει την ευθύνη του κομμουνιστή. Ευθύνη που συνδέεται με το γεγονός ότι σπούδασα την επαναστατική θεωρία στην ΕΣΣΔ. Τα τελευταία χρόνια έχω επιλέξει την συνειδητή συμπόρευση με το ΚΚΕ και τον κόσμο του, διότι πιστεύω ότι δεν υπάρχει στη χώρα άλλη υπολογίσιμη πολιτική δύναμη που σέβεται την ΕΣΣΔ και τον πρώιμο σοσιαλισμό, την ιστορία και τις παραδόσεις του επαναστατικού, διεθνιστικού και αντιιμπεριαλιστικού αγώνα. Η συνειδητή συμπόρευση με ένα κομμουνιστικό κόμμα δεν μπορεί να γίνεται με όρους άκριτης αποδοχής των πάντων και αγελαίας ευθυγράμμισης. Κάτι τέτοιο δεν εναρμονίζεται με την επιστημονική έννοια της κομματικότητας, ως ανώτερης μορφής συνειδητής επαναστατικής στάσης ζωής και δράσης, δεν τιμά ούτε τον φορέα, ούτε και τους συμπορευόμενους. Επομένως, η κριτική μου τοποθέτηση έναντι επιλογών αυτού του κόμματος, γίνεται στο πνεύμα του συντροφικού διαλόγου, καλοπροαίρετα, αλλά και με όρους αυτοκριτικής.




Παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό σύστημα: βασικές έννοιες και κατηγορίες. Λήμματα σοβιετικών οικονομολόγων.

Παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό σύστημα: βασικές έννοιες και κατηγορίες.

Λήμματα από το ΛΕΞΙΚΟ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ, τόμοι Α-Β. ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: Γιαννόπουλου Λούλα, Μελάς Πέτρος, Στεργίου Γεώργιος. ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: Ρούσης Γιώργος, Σταματάκης Νικηφόρος. Εκδόσεις: Gutenberg.  Βλ. Λεξικό Πολιτικής Οικονομίας

Το λεξικό έχει συνταχθεί με βάση δύο σοβιετικές εκδόσεις:

  1. ΛΕΞΙΚΟ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

των Καθηγητών Ε. Φ. Μπορίσωφ, Β. Α. Ζάμιν και Μ. Φ. Μακάρωφ. «Πολιτικές Εκδόσεις», 1972

και

  1. ΛΕΞΙΚΟ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ των Καθηγητών Μ. Ι. Βολκώφ, Α. Ντ. Σμυρνώφ και Ι. Π. Φαμίνσκι. «Εκδοτικό Πολιτικής Οικονομίας», 1981

 

Περιεχόμενα

Πρόλογος του Ομίλου επαναστατικής θεωρίας 

Αποικιοκρατία   

Αποικιακή εκμετάλλευση

Καπιταλιστικά μονοπώλια

Ιμπεριαλισμός

Ιστορική θέση του ιμπεριαλισμού

Διεθνές εμπόριο

Αποικιακό σύστημα του ιμπεριαλισμού

Εξαγωγή εμπορευμάτων στον καπιταλισμό

Εξαγωγή κεφαλαίων     

Νόμος της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους

Κράτη-ραντιέρηδες       

Κρατικά δάνεια  

Ξένη σύμβαση (παραχώρηση προνομίου)    

Κρατικομονοπωλιακός καπιταλισμός         

Κρίση του αποικιακού συστήματος του ιμπεριαλισμού   

Αποσύνθεση του αποικιακού συστήματος του ιμπεριαλισμού    

Γενική κρίση του καπιταλισμού         

Διεθνής καπιταλιστικός καταμερισμός της εργασίας

Νόμος της ανισομερούς οικονομικής και πολιτικής ανάπτυξης των

καπιταλιστικών χωρών στην περίοδο του ιμπεριαλισμού           

Διεθνής μεταφορά εργατικής δύναμης         

Παγκόσμια καπιταλιστική αγορά      

Παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα οικονομίας   

Παγκόσμιο σοσιαλιστικό σύστημα οικονομίας      

Παγκόσμιος καταμερισμός της εργασίας     

Καπιταλιστική ολοκλήρωση   

Οικονομική διαίρεση του κόσμου

Περιφερειακή διαίρεση του κόσμου 

Υπερεθνικά μονοπώλια

Εικονικό κεφάλαιο

Εξωτερικά δάνεια          

Μονοπωλιακή τιμή       

Μονοπωλιακά υπερκέρδη       

Χρηματιστική ολιγαρχία          

Χρηματιστικό κεφάλαιο           

Μη καπιταλιστικός δρόμος ανάπτυξης

 

Πρόλογος στην επιλογή και αναδημοσίευση των λημμάτων

Για εκλαϊκευτικούς και επιμορφωτικούς λόγους, έχουν επιλεγεί εδώ ορισμένα λήμματα που αφορούν κομβικές έννοιες, κατηγορίες και θεματικές περιοχές της επιστήμης της μαρξιστικής πολιτικής οικονομίας.

Έμφαση δίδεται στη μελέτη του ιστορικού σταδίου του ιμπεριαλισμού (μονοπωλιακού καπιταλισμού), των ιστορικών προσδιορισμών του, των δομικών συστατικών στοιχείων του, των αντιφάσεών του, της ανισομέρειάς του, των εθνικών, περιφερειακών, διεθνών και παγκόσμιων πτυχών των σχέσεων παραγωγής του, των μηχανισμών απόσπασης υπεραξίας – μονοπωλιακών υπερκερδών, των σχέσεων αποικιοκρατικής, νεοαποικιοκρατικής και ιμπεριαλιστικής εξάρτησης, των δρώντων ταξικών-κοινωνικών υποκειμένων, της αλληλεπίδρασής του με τις σοσιαλιστικές, εθνικοαπελευθερωτικές, αντιαποικιοκρατικές & αντιιμπεριαλιστικές επαναστάσεις, τις προοπτικές του επαναστατικού κινήματος, στα πορίσματα που αφορούν την επαναστατική στρατηγική & τακτική κ.λπ.

Εξυπακούεται ότι η μελέτη των παρατιθέμενων εδώ λημμάτων (αλλά και των υπολοίπων του λεξικού) είναι εισαγωγικού χαρακτήρα, για τους εξής βασικούς λόγους:

  1. Η ίδια η μορφή των λημμάτων, όσο συμπυκνωμένα και περιεκτικά και αν είναι αυτά, οφείλει να είναι εξ ορισμού ευσύνοπτη και περιορισμένη. Ως εκ τούτου ενέχει τον κίνδυνο να εκλαμβάνονται οι έννοιες και οι κατηγορίες αποσπασματικά και στατικά, στη βάση κάποιας ταξινομικής παράθεσής τους, η μία δίπλα στην άλλη. Έτσι, η πρόσληψή τους μπορεί να αρκεστεί/περιοριστεί στην κατ’ αίσθηση πρόσληψη της πραγματικότητας και σε αφαιρέσεις/εννοιολογήσεις, συνοπτικούς ορισμούς εκ του προχείρου και στερεοτυπικές ταξινομήσεις στη βάση της προδιαλεκτικής βαθμίδας της νόησης, της διάνοιας (βλ. διάνοια και λόγος).
  2. Η διαλεκτική προσέγγιση και πρόσληψη κατ’ ανάγκη ξεκινά μεν από την εμπειρία και από αφαιρέσεις της διάνοιας, αλλά δεν σταματά εκεί. Συνιστά διαλεκτική ανάπτυξη-άρση της εμπειρίας και της διάνοιας. Απαιτεί έρευνα και έκθεση των αποτελεσμάτων της με συστηματικά συνεκτικό τρόπο, όπου γίνεται νοητική ανασύσταση του αντικειμένου της έρευνας ως οργανικού όλου, το οποίο αρθρώνεται και αναπτύσσεται στην νομοτελή αντιφατικότητά του. Εκεί οι έννοιες και οι κατηγορίες ενέχουν την θέση καθολικών νοητικών συλλήψεων δυναμικών στιγμών της ιεραρχημένης και διατεταγμένης ολότητας του αντικειμένου, ως ενότητας πολλαπλών προσδιορισμών (βλ. και Δ. Πατέλη. Κοινωνικές Επιστήμες και Μεθοδολογία του Οργανικού Όλου).
  3. Η μελέτη αυτή απαιτεί επιπλέον κριτική προσέγγιση, η οποία οφείλει να λαμβάνει υπόψιν την εποχή της συγγραφής των κειμένων (δεκαετίες 1960-1970), την κατάσταση και τα κεκτημένα της τότε σοβιετικής πολιτικής οικονομίας, αλλά και την χαρακτηριστική ιστορική αισιοδοξία τους (ως προς το αήττητο και την προοπτική του σοσιαλισμού και του επαναστατικού κινήματος κ.λπ.).
  4. Η ήττα των πρώιμων σοσιαλιστικών επαναστάσεων στην ΕΣΣΔ και στην Ευρώπη και η συνακόλουθη υποχώρηση όλων των συνιστωσών του παγκόσμιου επαναστατικού κινήματος (προσωρινή συρρίκνωση του πρώιμου σοσιαλιστικού στρατοπέδου και της ισχύος του στον παγκόσμιο συσχετισμό δυνάμεων, του εργατικού – κομμουνιστικού κινήματος και του αντιαποικιοκρατικού, αντιιμπεριαλιστικού κινήματος) επέφεραν σημαντικές αλλαγές στους συσχετισμούς δυνάμεων αλλά και στις συνειδήσεις, που συχνά παραδέρνουν μεταξύ ποικίλων εκδοχών δογματισμού και αναθεωρητισμού (Βλ. και Δ. Πατέλης, Μ. Δαφέρμος, Π. Παυλίδης. Ποια κληρονομιά απαρνούμαστε.).
  5. Σύμφωνα με τις μεταφυσικές προκαταλήψεις κάποιων (που δεν αντιλαμβάνονται την νομοτελή μη γραμμική ανάπτυξη ως αντιφατική διαλεκτική συνέχειας-ασυνέχειας), «η ιστορία επανήλθε ως διά μαγείας» στο αυθαίρετα επιλεγμένο αφετηριακό σημείο της αρεσκείας τους: στο έτος 1914! Σαν να πέρασε η θυελλώδης υπερεκατονταετής ανάπτυξη της κοινωνίας -μέσω επαναστάσεων και αντεπαναστάσεων που συγκλόνισαν τον πλανήτη- χωρίς να αφήσει το παραμικρό αποτύπωμα-ίχνος. Σαν να μην υπήρξαν έκτοτε ραγδαίες αλλαγές στην επιστημονικοτεχνική πρόοδο, στην τεχνολογία και στην οργάνωση της παραγωγής, στην αντιφατική ανάπτυξη που οδήγησε στο σύγχρονο στάδιο του ιμπεριαλισμού. Σαν να μην υπήρξαν και να μην υπάρχουν κεκτημένα των πρώιμων σοσιαλιστικών επαναστάσεων (σε μια αντίληψη ευρωκεντρικής ανάγνωσης της ιστορίας που κινείται στα όρια του ελιτίστικου ρατσισμού) και όλων των συστατικών μερών του παγκόσμιου επαναστατικού κινήματος! Σαν να μηδενίστηκε το κοντέρ… Ωστόσο, η ιστορία και το επαναστατικό κίνημα δεν είναι μεταχειρισμένο όχημα προς πώληση, έρμαιο της χειραγώγησης κάθε εμπόρου. Οι αλλαγές της εν λόγω αντεπαναστατικής οπισθοδρόμησης, δεν ήταν ούτε απόλυτα μοιραίες, ούτε πλανητικές, ούτε μη αναστρέψιμες. Επιπλέον, επ’ ουδενί λόγω δεν συνιστούν άρση της γενικής κρίσης του καπιταλισμού, εξαφάνιση των παραπάνω οργανικών συνιστωσών του κινήματος και ακύρωση της νομοτελούς επαναστατικής προοπτικής, του αναπόφευκτου του κομμουνισμού. Τουναντίον, οι αναγκαίοι και ικανοί αντικειμενικοί και υποκειμενικοί όροι του επόμενου μεγάλου κύματος νικηφόρων σοσιαλιστικών επαναστάσεων ωριμάζουν σε ιστορικά πρωτοφανή κλίμακα, με ρυθμούς που επιταχύνει ο εν εξελίξει Γ’ Θερμός Παγκόσμιος Ιμπεριαλιστικός Πόλεμος.
  6. Ακόμα και από το κεκτημένο της μαρξιστικής επιστήμης της πολιτικής οικονομίας του ιμπεριαλισμού που αναδεικνύουν αυτά τα λήμματα, καθίσταται σαφής η πρωτοφανής διαδεδομένη σύγχυση δύο συνδεδεμένων μεν αλλά πολύ διαφορετικών ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΩΝ ΕΝΝΟΙΩΝ: α. «ιμπεριαλισμός» ως ιστορικό στάδιο ανάπτυξης του καπιταλισμού και β. «ιμπεριαλιστική χώρα», ως χώρα οι μονοπωλιακοί όμιλοι και η χρηματιστική ολιγαρχία της οποίας διασφαλίζουν υπέρτερη θέση στην ανισομέρεια (ανισομετρία) του παγκόσμιου κεφαλαιοκρατικού συστήματος, παγκόσμιας κλίμακας υπερεκμετάλλευση μέσω της απόσπασης υπεραξίας από την ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΤΑΞΗ και τα ΑΣΘΕΝΕΣΤΕΡΑ ΚΕΦΑΛΑΙΑ (ΧΩΡΕΣ, ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΕΣ κ.λπ.) με την μορφή των ΜΟΝΟΠΩΛΙΑΚΩΝ ΥΠΕΡΚΕΡΔΩΝ, ΑΠΟΙΚΙΟΚΡΑΤΙΚΩΝ, ΝΕΟΑΠΟΙΚΙΟΚΡΑΤΙΚΩΝ κ.λπ. ΣΧΕΣΕΩΝ ΕΞΑΡΤΗΣΗΣ, συνοδευόμενων και από στοιχεία ΔΙΑΚΡΑΤΙΚΗΣ ΕΠΙΒΟΛΗΣ (οικονομικής, πολιτικής, πολεμικής κ.λπ.). Σύγχυση που συνδέεται με την αναγόρευση του συνόλου των κεφαλαιοκρατικών χωρών σε «ιμπεριαλιστικές» και την στατική – μεταφυσική αντίληψη περί «ιμπεριαλιστικής πυραμίδας», με δομικά στοιχεία έθνη-κράτη, δίκην αλτουσεριανών «εθνικών κοινωνικοοικονομικών σχηματισμών»… Η σύγχυση αυτή οδηγεί σε παραίτηση από την επαναστατική διαλεκτική της εντεύθεν ιστορικής ανάπτυξης, που εκδιπλώνεται μέσω νομοτελών σταδίων ποιοτικών-ποσοτικών αλλαγών/αλμάτων, ουσιωδών αντιφάσεων και άρνησης της άρνησης, με αναβαθμιζόμενο τον ρόλο του υποκειμένου. Επιλπέον, συνοδεύεται από την υποκατάσταση της επαναστατικής διαλεκτικής με μια νεκρανάσταση του εξελικτισμού της Β’ Διεθνούς, με ιδεολογήματα μεταφυσικής της προσδοκίας «αυτόματης ωρίμανσης» των συνθηκών στο επέκεινα της αποκομμένης από κάθε τακτική (δηλ. από τα εκάστοτε συγκεκριμένα ιστορικά μέσα, τρόπους, ενδιάμεσους στόχους, αναπτυσσόμενα υποκείμενα κ.λπ.) «καθαρής στρατηγικής», σε μια «διαδικασία χωρίς υποκείμενο»… Πρόκειται για πρωτοφανή στην αυθαιρεσία και στον ανορθολογισμό της «νεομαρξιστική» διαστρέβλωση και αναθεώρηση του μαρξισμού, με αντίστοιχη υπονόμευση/ακύρωση της θεωρίας και πράξης του επαναστατικού κινήματος.
  7. Η κριτική μελέτη αυτών των λημμάτων μπορεί να συνιστά αφετηρία για την συστηματικότερη κριτική μελέτη και επικαιροποίηση των σχετικών έργων των κλασικών της Επαναστατικής Θεωρίας και Μεθοδολογίας, αλλά και μετέπειτα ερευνών, καθώς και για την συνειδητοποίηση της αναγκαιότητας εκπόνησης και ανάπτυξης ενός προγράμματος συστηματικής εμπειρικής και θεωρητικής διερεύνησης του σύγχρονου σταδίου του ιμπεριαλισμού.
  8. Από μόνη της ακόμα και η γνωριμία με αυτά τα λήμματα καταδεικνύει την θλιβερή κατάσταση της πρόσληψης της μαρξιστικής επιστήμης της πολιτικής οικονομίας από την σύγχρονη αριστερά και τους φορείς της. Όπως θα διαπιστώσει η αναγνώστρια/ο αναγνώστης, υπάρχουν έννοιες, κατηγορίες και προβληματικές, οι οποίες αν και θεωρούνταν εκ των ων ουκ άνευ της στοιχειώδους μαρξιστικής παιδείας εδώ και μισό αιώνα, σήμερα απουσιάζουν παντελώς από το λεξιλόγιο της αριστεράς, εάν δεν αποκηρύσσονται και ως «απαγορευμένες» δίκην «ταμπού»
  9. Ο κίνδυνος από την άγνοια, την ημιμάθεια και τις αγκυλώσεις σε ποικίλα ιδεολογήματα, ανορθολογικά δόγματα, αγκυλώσεις και προκαταλήψεις του συρμού, αποκτά σε συνθήκες κλιμακούμενου ιμπεριαλιστικού πολέμου θανατηφόρα καταστροφικές προεκτάσεις για το επαναστατικό κίνημα. Ο εγκλωβισμός σε επιστημονικά ατεκμηρίωτα συνθήματα εκ του προχείρου, τα οποία λειτουργούν παρελκυστικά για το κίνημα έχει προσλάβει άκρως επικίνδυνες διαστάσεις και προεκτάσεις.
  10. Αυτή η κατάντια της θεωρητικής, ιδεολογικής, μορφωτικής και ευρύτερα πολιτισμικής υποβάθμισης των τελευταίων δεκαετιών οφείλει να διερευνηθεί αμείλικτα ως προς τα αίτια, τις μορφές και τις επιπτώσεις της, να αναδειχθεί θαρρετά και αυτοκριτικά, ώστε να αντιμετωπιστεί συνειδητά και οργανωμένα.

Η αυθεντική ανάπτυξη της Επαναστατικής Θεωρίας και Μεθοδολογίας δεν γίνεται εν κενώ, δεν γίνεται εκ του μηδενός, δεν γίνεται με αγνόηση των κεκτημένων της έρευνας και αυθαιρεσίες.

   Πραγματοποιείται πάντα στη βάση της βασικής νομοτελούς αρτηρίας της επιστήμης, στη βάση της κριτικής αφομοίωσης των κεκτημένων της, τα οποία τίθενται στη δοκιμασία της διερεύνησης των εκάστοτε νέων εμπειρικών ιστορικών γεγονότων, φαινομένων και δεδομένων.

   Μόνο μέσω της προσπάθειας επιστημονικής αντικειμενικής περιγραφής, εξήγησης-ερμηνείας των νέων δεδομένων και πρόβλεψης του φάσματος δυνατοτήτων περαιτέρω ανάπτυξης κρίνονται οι όροι ισχύος και εφαρμοσιμότητας αυτών των κεκτημένων.

   Στο βαθμό που δεν επιτελούνται αυτές οι θεμελιώδεις λειτουργίες της επιστήμης, οι ερευνητές επιχειρούν συντεταγμένα και στη βάση της λογικής του αντικειμένου της έρευνας να αναπτύξουν δημιουργικά τα κεκτημένα της θεωρίας και μεθοδολογίας. Κεκτημένα, τα οποία ακόμα και μετά από μία θεμελιώδη διαλεκτική ανάπτυξη – άρση της θεωρίας, δεν είναι για πέταμα! Δεν απορρίπτονται συλλήβδην ποτέ! Η πλέον ανεπτυγμένη θεωρία και μεθοδολογία διακριβώνει τους όρους και τα όρια ισχύος και εφαρμοσιμότητάς τους.

   Αυτό είναι νόμος της επιστήμης, νόμος και της επιστημονικής επαναστατικής θεωρίας. Οτιδήποτε άλλο, συνιστά αυθαιρεσία, διαστρέβλωση και αναθεώρηση του συρμού, που υπάγονται σε εξωτερικές ως προς την επιστήμη και το κίνημα σκοπιμότητες και εξυπηρετούν σκοπούς του ταξικού εχθρού, ο οποίος έχει να κερδίσει πάρα πολλά από την υπονόμευση της θεωρητικής συγκρότησης του υποκειμένου του επαναστατικού αγώνα.

Οι Όμιλοι Επαναστατικής Θεωρίας έχουν να επιτελέσουν εξαιρετικά σημαντικά καθήκοντα σε ό,τι αφορά την κριτική μελέτη, τη διαλεκτική-δημιουργική ανάπτυξη, τη διάδοση και την πρακτική εφαρμογή της επαναστατικής θεωρίας, κομβική θέση εντός της οποίας έχει η επιστήμη του σύγχρονού σταδίου του ιμπεριαλισμού.

Γνωρίζουμε πλέον δραματικά, ότι δεν είναι δυνατό να επιτύχουμε αναγέννηση νικηφόρου επαναστατικού κινήματος, αντίστοιχου των καθηκόντων της εποχής, χωρίς να: μελετούμε ερευνητικά και κριτικά, επικαιροποιούμε, εφαρμόζουμε, αναπτύσσουμε και διαδίδουμε δημιουργικά την επαναστατική θεωρία και μεθοδολογία, βάσει των αναγκών της κοινωνίας & του επαναστατικού κινήματος. Μόνο έτσι είναι εφικτή η θεμελίωση της επαναστατικής προοπτικής ενοποίησης της ανθρωπότητας, ο θετικός και επιθετικός προσδιορισμός του στρατηγικού σκοπού των κομμουνιστών της εποχής μας και των αντίστοιχων αυτού τακτικών.

 

 

Για μια συστηματικότερη πραγμάτευση βλ. και τα εξής κείμενα:

Εκ μέρους του Ομίλου: Δ. Πατέλης

    

 

 

Αποικιοκρατία

Πολιτική των πιο αναπτυγμένων οικονομικά  καπιταλιστικών κρατών, που αποβλέπει στην υποδούλωση και την εκμετάλλευση των λαών των πιο καθυστερημένων οικονομικά χωρών, τη μετατροπή τους σε εξαρτήματα πρώτων υλών και τη μόνιμη καθήλωση τους σ’ αυτό το ρόλο. Η ανάπτυξη της οικονομίας των αποικιακών και εξαρτημένων χωρών γίνεται μόνο σε μια-δυο κατευθύνσεις (μονοκαλλιέργεια), απαραίτητες για να εξασφαλίσουν στη βιομηχανία των μητροπόλεων πρώτες ύλες· κατά κανόνα οι κατευθύνσεις αυτές είναι κλάδοι είτε της αγροτικής  οικονομίας είτε της παραγωγής βιομηχανικών πρώτων υλών. Έτσι η οικονομία των αποικιών εξαρτάται ολοκληρωτικά από τις μητροπόλεις (βλ. αποικιακή εκμετάλλευση). Η αποικιοκρατία γεννήθηκε και διευρυνόταν με την  εμφάνιση και ανάπτυξη του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.

Στα τέλη του 19ου  και τις αρχές του 20ου αιώνα, με το πέρασμα στον ιμπεριαλισμό, ο  καπιταλισμός εξελίχτηκε σε παγκόσμιο σύστημα αποικιακής καταπίεσης και οικονομικής εξόντωσης της τεράστιας πλειοψηφίας του πληθυσμού της γης από μια χούφτα «προοδευμένες», βιομηχανικά αναπτυγμένες χώρες. Σ’ αυτή την εποχή διαμορφώθηκε τελειωτικά το αποικιακό σύστημα του ιμπεριαλισμού (βλ. λ.).

Ύστερα από σκληρή πάλη των αποικιακών λαών για την απελευθέρωση τους, που αναπτύχθηκε μετά τη νίκη της μεγάλης Οκτωβριανής σοσιαλιστικής επανάστασης, άρχισε η κρίση ίου αποικιακού συστήματος του ιμπεριαλισμού (βλ. λ.) που στα χρόνια μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο οδήγησε στην κατάρρευση και χρεοκοπία του.

Οι ιμπεριαλιστές, αφού έχασαν την οικονομική και πολιτική κυριαρχία στις πρώην αποικίες και μισοαποικίες, επιδιώκουν να τις διατηρήσουν σαν αντικείμενα εκμετάλλευσης. Προς το σκοπό αυτό, όλο και πιο ενεργά καταφεύγουν σε νέες μορφές αποικιοκρατίας: προσελκύουν τις πρώην αποικιακές χώρες σε επιθετικές συμμαχίες, τους παρέχουν στρατιωτική και οικονομική  «βοήθεια» κ.α., που στο σύνολο τους αποτελούν την ουσία της νεοαποικιοκρατίας (βλ. λ.). Όμως στο δρόμο της αποικιοκρατίας ορθώνεται ένας ισχυρός φραγμός, που τον αποτελούν τα σοσιαλιστικά κράτη, το παγκόσμια  εργατικό κίνημα και η εθνικοαπελευθερωτική πάλη των λαών.(σ. 56).

 

Αποικιακή εκμετάλλευση

Η εκμετάλλευση των λαών των αποικιών και των εξαρτημένων κρατών από τους ιμπεριαλιστές. Η αποικιακή  εκμετάλλευση υπήρχε ακόμη από το δουλοκτητικό σύστημα, π.χ. στην Αρχαία Ρώμη, με τη μορφή της άμεσης ληστείας, της επιβολής φόρων υποτέλειας στους υποδουλωμένους λαούς και του εμπορίου των δούλων.

Στον  ιμπεριαλισμό, η αποικιακή εκμετάλλευση χαρακτηρίζεται από την υποδούλωση σημαντικού τμήματος του πληθυσμού της γης στους ιμπεριαλιστές,  καθώς και από την εμφάνιση των μεθόδων καταπίεσης, που όμως είναι  εξίσου σκληρές.

Οι ιμπεριαλιστές χρησιμοποιούν πλατιά στο αποικιακό  εμπόριο την άνιση ανταλλαγή, δημιουργώντας τεχνητά τις λεγόμενες  «ψαλίδες τιμών». Στις αποικίες και τις εξαρτημένες χώρες πουλούν τα  εμπορεύματα τους σε υψηλές μονοπωλιακές τιμές (βλ. λ.), ενώ αγοράζουν εκεί τις πρώτες ύλες, την εργατική δύναμη και άλλα εμπορεύματα σε χαμηλές τιμές.

Οι ιμπεριαλιστές χρησιμοποιούν τις αποικίες σαν πηγές φτηνών  πρώτων υλών και σαν σφαίρες τοποθέτησης κεφαλαίου με υψηλό κέρδος. Εξάλλου, εκεί είναι πολύ φθηνά τα εργατικά χέρια, η γη, οι πρώτες ύλες, ενώ ντόπια κεφάλαια δεν υπάρχουν.

Τα κεφάλαια εξάγονται από τις  μητροπόλεις τόσο με τη μορφή δανείων όσο και με τη μορφή επενδύσεων στη βιομηχανία, την αγροτική οικονομία, το εμπόριο κ.α.

Βιομηχανικές  επιχειρήσεις δημιουργούνται στις αποικίες, κατά κανόνα στην εξορυκτική και εν μέρει στην ελαφριά βιομηχανία. Οι ιμπεριαλιστές επιτρέπουν την  ανάπτυξη της οικονομίας των αποικιών μόνο σε μία ή σε μερικές στενές  κατευθύνσεις· για να προσδέσουν τις αποικίες γερά στις μητροπόλεις, τις μετατρέπουν σε εξαρτήματα τους όσον αφορά τα αγροτικά προϊόντα και τις πρώτες ύλες τους.

Η συντήρηση τεράστιου διοικητικού προσωπικού, πολυάριθμης στρατιωτικής διοίκησης και στρατιωτικών «συμβούλων»,  γίνεται σε βάρος των προϋπολογισμών των αποικιών.

Οι ιμπεριαλιστές  εισπράττουν από τους λαούς των αποικιών τεράστια ποσά φόρων, εισφορών και πληρωμών.

Οι αποικίες υφίστανται εκμετάλλευση και σαν  στρατηγικά προγεφυρώματα του ιμπεριαλισμού και σαν προμηθευτές φτηνού κρέατος για τα κανόνια, δηλ. στρατιωτών για τη διεξαγωγή  ιμπεριαλιστικών πολέμων.

Τα καπιταλιστικά μονοπώλια επιδιώκουν να διατηρούν στις αποικίες μορφές φεουδαρχικής-δουλοπάροικιακης καταπίεσης: την  καταναγκαστική εργασία, το κολιγικό σύστημα, δηλ. μια καλυμμένη μορφή δουλείας, την τοκογλυφία κλπ. Στις αποικίες επιβάλλεται η φυλετική  διάκριση στον εργατικό μισθό, την εκπαίδευση, τη συμμετοχή στη διοίκηση και σ’ άλλες πλευρές της κοινωνικής ζωής.

Αντλώντας κέρδη από τις  αποικίες, οι ιμπεριαλιστές καταδικάζουν τους λαούς στη φτώχεια και την  αθλιότητα* σε μια σειρά χώρες ο αναλφαβητισμός φτάνει στους άντρες το 95% και στις γυναίκες το 99 – 100%. Δεν υπάρχει πρακτικά ιατρική περίθαλψη του ντόπιου πληθυσμού. Σήμερα που συντελέστηκε η κατάρρευση του αποικιακού συστήματος του ιμπεριαλισμού (βλ. λ.), οι ιμπεριαλιστές,  χρησιμοποιώντας την οικονομική καθυστέρηση των απελευθερωμένων από την αποικιακή εκμετάλλευση χωρών και την πίεση των ξένων μονοπωλίων στους κλάδους-κλειδιά, καταφεύγουν σε ποικίλους τρόπους και μεθόδους υποδούλωσης των χωρών αυτών (βλ. νεοαποικιοκρατία). (σ. 54-55).

 

Καπιταλιστικά μονοπώλια

Μεγάλες επιχειρήσεις, φίρμες ή ενώσεις, που αγκαλιάζουν σημαντικό μέρος της παραγωγής και της κατανάλωσης του ενός ή του άλλου προϊόντος και που κυριαρχούν στην αγορά με σκοπό την

απόσπαση του μονοπωλιακού υπερκέρδους (βλ. λ.). Ένας από τους  δρόμους της πραγματοποίησης της μονοπωλιακής κατάστασης στην αγορά είναι ο καθορισμός της μονοπωλιακής τιμής (βλ. λ.).

Η εμφάνιση των  μονοπωλίων είναι το νομοτελειακό αποτέλεσμα της συγκέντρωσης και της συγκεντροποίησης της παραγωγής και του κεφαλαίου. Η εδραίωση της κυριαρχίας των μονοπωλίων είναι το πρώτο γνώρισμα, βασικό οικονομικό στοιχείο του ιμπεριαλισμού (βλ. λ.).

Τα καπιταλιστικά μονοπώλια  εμφανίζονται με διάφορες μορφές, που βασικές είναι το καρτέλ, το συνδικάτο, το τραστ, το κονσέρν. Στην πορεία της ιμπεριαλιστικής ανάπτυξης, η δύναμη και η επίδραση των μονοπωλίων δυναμώνει. Αν αρχικά τα  μονοπώλια εδραιώνονταν στη βαριά βιομηχανία, στη συνέχεια υπέταξαν στον έλεγχο τους πρακτικά όλους τους κλάδους της οικονομίας.

Στα 1974 γύρω στα 350 από τα μεγαλύτερα μονοπώλια, που αποτελούν συνολικά 0,002 % από το συνολικό αριθμό των εταιριών του καπιταλιστικού κόσμου, συγκέντρωσαν τα 2/3 της εργατικής δύναμης, γύρω στα 70% του  ενεργητικού και των κερδών.

Εξαλείφοντας τον κυριαρχικό ρόλο του  ελεύθερου ανταγωνισμού, τα μονοπώλια δεν απομάκρυναν ταυτόχρονα τον  ανταγωνισμό, που πήρε ακόμα πιο ποικίλες και σκληρές μορφές.

Μετά το τέλος του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου, ιδιαίτερη ανάπτυξη είχαν οι πολυκλαδικές καπιταλιστικές ενώσεις. Σε αυτές είναι χαρακτηριστικός ο υψηλός βαθμός κοινωνικοποίησης της καπιταλιστικής παραγωγής. Σε αυτή τη  βάση και την υπερδιεθνοποίηση της οικονομικής ζωής εμφανίστηκαν νέες μορφές διεθνών μονοπωλίων (βλ. υπερεθνικά μονοπώλια).

Το σύγχρονο μεγάλο μονοπώλιο χαρακτηρίζεται από την πολυκλαδική δομή της  οργάνωσης, αποτελείται από πολλές επιχειρήσεις και τμήματα. Είναι ένας σύνθετός οργανισμός, που υποτάσσεται στα καθήκοντα της ορθολογικής οργάνωσης της παραγωγής. Τα μονοπώλια όμως βασίζονται στην ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, αποτελούν τμήμα του καπιταλιστικού, αυθόρμητου συστήματος οικονομίας.

Αυτή η αντίθεση ανάμεσα στην οργάνωση της παραγωγής μέσα στο μονοπώλιο και τον τυχαίο, χωρίς σχέδιο χαρακτήρα της καπιταλιστικής οικονομίας στο σύνολο των μονοπωλίων, βαθαίνει και οδηγεί στην εμφάνιση του συστήματος της  κρατικής ρύθμισης της καπιταλιστικής οικονομίας και του κρατικού οικονομικού προγραμματισμού στον καπιταλισμό. Στις συνθήκες όμως του  καπιταλισμού, η αντίθεση αυτή δεν μπορεί να ρυθμιστεί, όπως και όλες οι άλλες αντιθέσεις του καπιταλιστικού κόσμου.

Η μονοπώληση της οικονομίας δημιουργεί την υλική βάση για το πέρασμα του καπιταλισμού σε πιο υψηλή οργάνωση της κοινωνικής παραγωγής. (σ. 240-241).

 

   Ιμπεριαλισμός

Είναι ο καπιταλισμός στο ανώτατο και τελευταίο στάδιο ανάπτυξης του, ο καπιταλισμός που αποσυντίθεται και πεθαίνει, οι  παραμονές της σοσιαλιστικής επανάστασης. Το κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα του ιμπεριαλισμού, από την προϊμπεριαλιστική περίοδο ανάπτυξης του  καπιταλισμού, είναι η κυριαρχία στην οικονομική, πολιτική και ιδεολογική ζωή του μεγάλου μονοπωλιακού κεφαλαίου. Γι’ αυτό ο ιμπεριαλισμός ονομάζεται επίσης και μονοπωλιακός καπιταλισμός.

Ο Λένιν ήταν ο πρώτος που ανέλυσε επιστημονικά τον ιμπεριαλισμό και καθόρισε τα βασικά  οικονομικά χαρακτηριστικά του, που είναι:

(1) Συγκέντρωση της παραγωγής και του κεφαλαίου, σε τόσο υψηλό επίπεδο ανάπτυξης με αποτέλεσμα τη δημιουργία των μονοπωλίων που παίζουν αποφασιστικό ρόλο στην  οικονομική ζωή.

(2) Συγχώνευση του τραπεζικού κεφαλαίου με το  βιομηχανικό και δημιουργία σ’ αυτή τη βάση του χρηματιστικού κεφαλαίου και της χρηματιστικής ολιγαρχίας.

(3) Η εξαγωγή του κεφαλαίου σε διάκριση με την εξαγωγή εμπορευμάτων αποχτά ιδιαίτερα σοβαρή σημασία.

(4) Σχηματίζονται διεθνείς μονοπωλιακές ενώσεις καπιταλιστών που  μοιράζουν τον κόσμο. (5) Έληξε το εδαφικό μοίρασμα του κόσμου από τα  μεγαλύτερα καπιταλιστικά κράτη.

Η λενινιστική ανάλυση του ιμπεριαλισμού στο βιβλίο του Λένιν: «Ο ιμπεριαλισμός, ανώτερο στάδιο του καπιταλισμού» και σε άλλες εργασίες του, αποτελεί άμεση συνέχιση και παραπέρα  ανάπτυξη των ιδεών του «Κεφαλαίου» του Κ. Μαρξ. Ο ιμπεριαλισμός δεν καταργεί τις βάσεις του αστικού συστήματος, όπως ισχυρίζονται οι  υπερασπιστές του καπιταλισμού. Στον ιμπεριαλισμό διατηρούνται οι γενικές βάσεις του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Όπως και προηγούμενα, η ιδιοκτησία στα βασικά μέσα παραγωγής παραμένει στα χέρια μιας  δράκας καπιταλιστών ή των ενώσεων τους. Οι εργαζόμενοι, όπως και πριν, υποβάλλονται σε εκμετάλλευση. Το κύριο κίνητρο της καπιταλιστικής  παραγωγής παραμένει το κυνήγι του κέρδους. Η οικονομία των καπιταλιστικών χωρών αναπτύσσεται σε συνθήκες αναρχίας της παραγωγής και  ανταγωνιστικής πάλης, κάτω από την επίδραση των αυθόρμητων οικονομικών νόμων. Ο βασικός οικονομικός νόμος του καπιταλισμού — ο νόμος της υπεραξίας — εξακολουθεί να ισχύει και στον ιμπεριαλισμό.

Η  αντικατάσταση του ελεύθερου ανταγωνισμού από την κυριαρχία των μονοπωλίων έχει σαν αποτέλεσμα να συγκεντρώνουν οι ενώσεις των καπιταλιστών (καρτέλ, συνδικάτα, τραστ, κονσόρτσιουμ) το μεγαλύτερο μέρος της  παραγωγής και της διάθεσης εμπορευμάτων, και συνθλίβοντας τους  ανταγωνιστές τους να εξασφαλίζουν τη δυνατότητα αποκόμισης  μονοπωλιακών υπερκερδών (βλ. λ.), που είναι σημαντικά υψηλότερα από το μέσο κέρδος.

Η ανάπτυξη των καπιταλιστικών χωρών στον ιμπεριαλισμό,  γίνεται ανισομερώς και με άλματα. Ο Λένιν, που ανακάλυψε το νόμο της  ανισομερούς οικονομικής και πολιτικής ανάπτυξης των καπιταλιστικών χωρών (βλ.λ.) στο ιμπεριαλιστικό του στάδιο, διαπίστωσε ότι οι διάφορες χώρες δε θα φτάσουν ταυτόχρονα στο σοσιαλισμό. Αναλύοντας βαθιά την ουσία του ιμπεριαλισμού, ο Λένιν έφτασε στο συμπέρασμα πως υπάρχει η δυνατότητα νίκης της σοσιαλιστικής επανάστασης σε μερικές χώρες ή και σε μια ξεχωριστή χώρα, που δε θα είναι υποχρεωτικά η πιο αναπτυγμένη  καπιταλιστική χώρα, και ότι η ανάπτυξη της παγκόσμιας επαναστατικής  διαδικασίας θα ακολουθήσει το δρόμο της απόσπασης μιας σειράς χωρών από το σύστημα του ιμπεριαλισμού. Το πόρισμα αυτό αποτελούσε μια καινούργια έννοια της μαρξιστικής επιστήμης. Η παραπέρα πορεία της ιστορίας επιβεβαίωσε την πρόβλεψη αυτή του Λένιν.

Η κύρια  αντίθεση του ιμπεριαλισμού παραμένει η αντίθεση ανάμεσα στην εργασία και το κεφάλαιο, που οξύνεται ολοένα κάτω από την επίδραση της  έντασης του βαθμού εκμετάλλευσης και της καταπίεσης των εργαζόμενων  μελών από το μονοπωλιακό κεφάλαιο. Στην πάλη κατά του επαναστατικού εργατικού κινήματος, ο ιμπεριαλισμός καταπατά τα δημοκρατικά  δικαιώματα και τις ελευθερίες, χρησιμοποιεί την ανοιχτή βία, τις ωμές μεθόδους των αστυνομικών διωγμών, την αντεργατική νομοθεσία. Στην αχόρταγη δίψα τους για υψηλά κέρδη, τα μονοπώλια υποβάλλουν σε λεηλασία και καταπίεση όχι μόνο την εργατική τάξη, αλλά και την εργαζόμενη αγροτιά τους πλατιούς κύκλους της διανόησης, τη μικροαστική τάξη και ένα μέρος της μεσαίας αστικής τάξης. Το μεγάλο κεφάλαιο καταπατά τα ζωτικά  συμφέροντα της συντριπτικής πλειοψηφίας του πληθυσμού της αστικής  κοινωνίας.

Σε ιδιαίτερη καταπίεση υποβάλλονται οι λαοί των αποικιών και των εξαρτημένων χωρών. Ένας βαθύς ανταγωνισμός χωρίζει τα  ιμπεριαλιστικά κράτη και τις χώρες που κατάχτησαν την εθνική τους ανεξαρτησία, τους λαούς ή τις χώρες που αγωνίζονται για την απελευθέρωση τους.

Στην πάλη κατά του εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος, ο ιμπεριαλισμός από τη μια μεριά, υπερασπίζεται επίμονα τα υπολείμματα της αποικιοκρατίας, ενώ από την άλλη προσπαθεί να παρεμποδίσει, με τις μεθόδους της νεοαποικιοκρατίας (βλ. λ.) την οικονομική και κοινωνική πρόοδο των  αναπτυσσόμενων χωρών που κατάχτησαν την εθνική τους ανεξαρτησία. Στις χώρες αυτές υποστηρίζει τα αντιδραστικά καθεστώτα και τις αντιδραστικές  πολιτικές ομάδες, παρεμποδίζει την εξάλειψη των ξεπερασμένων κοινωνικών σχέσεων, επιδιώκει με κάθε τρόπο να δυσχεράνει την ανάπτυξη τους πάνω σε μη καπιταλιστικό δρόμο, που έχει σκοπό προοπτικά, την οικοδόμηση σοσιαλιστικής κοινωνίας. Στην πορεία του εθνικοαπελευθερωτικού  κινήματος, οι βάσεις του ιμπεριαλισμού κλονίζονται όλο και περισσότερο, οι δυνάμεις του εξασθενίζουν (βλ. αποσύνθεση του αποικιακού συστήματος του ιμπεριαλισμού).

Με την ένταση της ανισομερούς ανάπτυξης των  καπιταλιστικών χωρών στην εποχή του ιμπεριαλισμού, οξύνονται οι αντιθέσεις ανάμεσα στα ίδια τα ιμπεριαλιστικά κράτη στην πάλη για την αποκόμιση μονοπωλιακών υπερκερδών. Καθένα από τα ιμπεριαλιστικά κράτη επιδιώκει τους δικούς του σκοπούς, αν και όλα αποτελούν κρίκους του παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού συστήματος. Το παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό σύστημα  κατατρώγεται από βαθιές και οξυμένες αντιθέσεις που διαβρώνουν και  καταστρέφουν το καπιταλιστικό σύστημα, το οδηγούν σε ραγδαία εξασθένιση και τελικά στην καταστροφή. Ο ιμπεριαλισμός έχασε για πάντα το  μονοπώλιο στη λύση των παγκόσμιων προβλημάτων, έπαψε να αποτελεί την  κυρίαρχη δύναμη στο διεθνή στίβο. Δεν είναι σε θέση να στρέψει προς τα πίσω την ανάπτυξη του σύγχρονου κόσμου.

Το μονοπωλιακό κεφάλαιο, για να διατηρήσει και να στερεώσει κάπως τις βάσεις του ιμπεριαλισμού που έχουν κλονιστεί, ενώνει τη δύναμη του με τη δύναμη του αστικού κράτους. Σ’ αυτό έγκειται η ουσία, το βασικό περιεχόμενο του κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού (βλ. λ.) που αναπτύχθηκε ιδιαίτερα στο σύγχρονο στάδιο του καπιταλισμού. Σκοπός αυτής της ένωσης είναι η  εξασφάλιση από τα μεγαλύτερα μονοπώλια πρωτοφανών κερδών, η  κατάπνιξη του εργατικού κινήματος και της εθνικοαπελευθερωτικής πάλης, η διατήρηση και η εδραίωση των θεμελίων της καπιταλιστικής κοινωνίας, οι απόπειρες εξάλειψης του σοσιαλιστικού καθεστώτος στο παγκόσμιο  σύστημα του σοσιαλισμού, η εξαπόλυση καταχτητικών πολέμων. Ωστόσο, η ιστορική πείρα δείχνει ότι αντί να δυναμώνει το καπιταλιστικό σύστημα πράγμα στο οποίο υπολογίζουν η αστική τάξη και οι υπερασπιστές της, ο κρατικομονοπωλιακός καπιταλισμός οξύνει ακόμα περισσότερο τις  αντιθέσεις του καπιταλισμού, τον κλονίζει ως τα θεμέλια του.

Ένα από τα  γενικά γνωρίσματα του ιμπεριαλισμού είναι η άνθηση του μιλιταρισμού, η στρατιωτικοποίηση της οικονομίας των ιμπεριαλιστικών κρατών. Ένα  μεγάλο μέρος του εθνικού πλούτου αυτών των χωρών κατευθύνεται στην προετοιμασία και τη διεξαγωγή πολέμων. Μόνο στη διάρκεια του 1970 οι χώρες του NATO διέθεσαν για την προετοιμασία του πολέμου 103 δισεκ. δολάρια. Οι στρατιωτικές δαπάνες των Η ΠΑ στη διάρκεια της πενταετίας 1965-1970, ανέρχονται σε 400 δισεκατομμύρια δολάρια, ποσό σημαντικά μεγαλύτερο απ’ όσα διατέθηκαν όλα τα χρόνια του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου. Στις ιμπεριαλιστικές χώρες, τόσο στην πολιτική όσο και την οικονομία, ζοφερή επίδραση ασκεί το λεγόμενο στρατιωτικοβιομηχανικό σύμπλεγμα, η ένωση των μεγαλύτερων μονοπωλίων με τη στρατοκρατία στον κρατικό μηχανισμό. Η ασυγκράτητη ανάπτυξη του  μιλιταρισμού και της στρατιωτικοποίησης της οικονομίας δεν οδηγεί μόνο στην εξάντληση της οικονομίας και των ζωτικών δυνάμεων του έθνους, αλλά και οξύνει την ένταση στις διεθνείς σχέσεις, εγκυμονεί κινδύνους  εμφάνισης νέων εστιών πολέμου σε διάφορα σημεία της γης.

Όλες αυτές οι  αντιθέσεις του σύγχρονου ιμπεριαλισμού συμβάλλουν στη διαμόρφωση του ενιαίου πανδημοκρατικού χείμαρρου, που συνενώνει την εργατική τάξη, την αγροτιά, τη μικροαστική τάξη, τη διανόηση και σημαντικά στρώματα της μεσαίας εθνικής αστικής τάξης στο αντιμονοπωλιακό μέτωπο πάλης κατά του ιμπεριαλιστικού ζυγού.

Στην πάλη κατά του ιμπεριαλισμού  συνενώνονται τρείς μεγάλες δυνάμεις της σύγχρονης εποχής:

  • Το παγκόσμιο σύστημα του σοσιαλισμού,
  • η διεθνής εργατική τάξη και
  • το εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα.

Αποφασιστική δύναμη στην αντιιμπεριαλιστική πάλη έγινε το  παγκόσμιο σύστημα του σοσιαλισμού, που είναι το στήριγμα της ειρήνης και της κοινωνικής προόδου.

Μετά τη νίκη των σοσιαλιστικών επαναστάσεων σε μια σειρά χώρες της Ευρώπης και της Ασίας, που είχε σαν αποτέλεσμα την εδραίωση του σοσιαλισμού και έδωσε τη δυνατότητα στον  εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα των λαών των αποικιών και των εξαρτημένων χωρών να βάλουν τέρμα στην αποικιοκρατία, αναπτύχθηκε πλατιά το προοδευτικό κίνημα των λαϊκών μαζών στις καπιταλιστικές χώρες, και εμφανίστηκε η ρεαλιστική δυνατότητα να χαλιναγωγηθούν οι δυνάμεις του ιμπεριαλισμού, ν’ αποτραπεί το ξέσπασμα νέου παγκόσμιου πολέμου, που επιδιώκουν να εξαπολύσουν οι πιο πολεμοχαρείς κύκλοι του σύγχρονου ιμπεριαλισμού.

Ωστόσο ο ιμπεριαλισμός δεν αφήνει ελεύθερο, με τη θέληση του, το δρόμο για να περάσει το νέο σοσιαλιστικό σύστημα όπως δείχνει η ιστορική πείρα και η πρακτική του ιμπεριαλισμού στην Ινδοκίνα και στην Εγγύς Ανατολή. Επιχειρεί με κάθε τρόπο, και με την επίθεση, να επιβάλει την κυριαρχία του σ’ όλο τον κόσμο. «Όσο υπάρχει ιμπεριαλισμός-αναφέρεται στο πρόγραμμα του ΚΚΣΕ, η ανθρωπότητα δεν μπορεί να είναι ήσυχη για το μέλλον της». Οι απόπειρες του σύγχρονου καπιταλισμού να  προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες, χρησιμοποιώντας τις επιτεύξεις της επιστημονικοτεχνικής επανάστασης για την εδραίωση των θέσεων του, για την ανύψωση της αποτελεσματικότητας και των ρυθμών της παραγωγής, για το δυνάμωμα της εκμετάλλευσης των εργαζομένων και την καταπίεση τους, δεν οδηγούν στο δυνάμωμα του ιμπεριαλισμού.

Όπως  αναφέρεται στο 24ο συνέδριο του ΚΚΣΕ, η γενική κρίση του καπιταλισμού (βλ. λ.) εξακολουθεί να βαθαίνει, οξύνονται όλες οι αντιθέσεις του ιμπεριαλισμού, δυναμώνει ο αντιμονοπωλιακός αγώνας. Τώρα οι δυνάμεις της προόδου, της δημοκρατίας και του σοσιαλισμού υπερέχουν απέναντι στις  δυνάμεις του ιμπεριαλισμού, και αδιάκοπα δυναμώνουν και αναπτύσσονται.

Στην πορεία της αναπτυσσόμενης αντιιμπεριαλιστικής πάλης, που  αγκάλιασε το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού της γης, εντείνεται η  ωρίμανση όχι μόνο των υλικών αλλά και των κοινωνικών και πολιτικών  προϋποθέσεων για την αντικατάσταση του ιμπεριαλισμού από το νέο κοινωνικό σύστημα: το σοσιαλισμό και τον κομμουνισμό. (σ. 2020-224).

 

Ιστορική θέση του ιμπεριαλισμού

Συνίσταται στο ότι ο ιμπεριαλισμός «είναι το τελευταίο ιστορικό στάδιο του καπιταλισμού, η περίοδος της  αποσύνθεσης και του θανάτου του, η παραμονή της σοσιαλιστικής  επανάστασης. Ο Β.Ι. Λένιν έγραψε: «Ο ιμπεριαλισμός είναι ένα ιδιαίτερο  ιστορικό στάδιο του καπιταλισμού. Η ιδιαιτερότητα του είναι τριπλή: ο  ιμπεριαλισμός είναι (1) μονοπωλιακός καπιταλισμός· (2) παρασιτικός  καπιταλισμός ή καπιταλισμός σε αποσύνθεση’ (3) καπιταλισμός που πεθαίνει» (Άπαντα, τομ. 30, σελ. 163). Αποφασιστικό χαρακτηριστικό του

ιμπεριαλισμού είναι ότι, στην ουσία, πρόκειται για μονοπωλιακό καπιταλισμό.

Η οικονομική δύναμη είναι συγκεντρωμένη στα χέρια των μεγαλύτερων μονοπωλιακών ενώσεων. Τα μονοπώλια εισχώρησαν σε όλες τις  σφαίρες της παραγωγής. Πραγματοποιείται η συνένωση της δύναμης των  καπιταλιστικών μονοπωλίων με τη δύναμη του αστικού κράτους (βλ. κρατικομονοπωλιακός καπιταλισμός). Η κοινωνικοποίηση της παραγωγής

φτάνει μέχρι την ανώτατη βαθμίδα, που είναι δυνατή στον καπιταλισμό. Αυτή απαιτεί τη σχεδιοποιημένη οργάνωση της παραγωγής στην κλίμακα της κοινωνίας, που είναι αδύνατη στον καπιταλισμό. Ο Β. Ι. Λένιν υπογράμμισε ότι τα μονοπώλια σε όλες τις μορφές της εμφάνισης τους με την ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, αναπόφευκτα γεννούν την τάση για  στασιμότητα και σήψη. Η διαδικασία αυτή χαρακτηρίζεται από τις επόμενες  βασικές εκδηλώσεις:

  • δημιουργείται η οικονομική δυνατότητα αναστολής της τεχνικής προόδου για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων των μονοπωλίων,
  • εμφανίζεται ένα στρώμα ραντιέρηδων και κρατών-ραντιέρηδων, δραστηριοποιείται η εξαγωγή κεφαλαίων (βλ. λ.),
  • μεγαλώνει η κλεψιά των εξαρτημένων λαών, εξαγοράζεται η ηγεσία της εργατικής τάξης και δημιουργείται η εργατική αριστοκρατία, δυναμώνει η πολιτική αντίδραση.

Στο ιμπεριαλιστικό στάδιο του καπιταλισμού αναπτύσσεται η οικονομία, η

τεχνική και η επιστήμη. Η επιστημονικοτεχνική πρόοδος όμως πραγματοποιείται αντιφατικά, συχνά τερατόμορφα, ενάντια στα βασικά συμφέροντα πλατιών λαϊκών μαζών, για τους ιδιοτελείς σκοπούς του μονοπωλιακού κεφαλαίου. Η πρόοδος αυτή πραγματοποιείται μόνο σε περίπτωση που τα μονοπώλια μπορούν να εξασφαλίσουν υψηλά κέρδη για τον εαυτό τους.

Η κυριαρχία των μονοπωλίων γεννά την τάση για την τεχνική  στασιμότητα, που χαρακτηρίζει τον ιμπεριαλισμό, είναι φρένο για την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Αδιάψευστη απόδειξη για τη σήψη του καπιταλισμού στην περίοδο του ιμπεριαλισμού είναι τα τεράστια μη  παραγωγικά έξοδα για τη στρατιωτικοποίηση της οικονομίας (βλ. στρατιωτικοποίηση της οικονομίας των καπιταλιστικών χωρών).

Ο παρασιτικός χαρακτήρας του ιμπεριαλισμού εκδηλώνεται με το ότι η μονοπωλιακή ηγεσία ξεκόβει τελειωτικά από κάθε συμμετοχή στην κοινωνική διαδικασία της παραγωγής. Η διοίκηση της παραγωγής όλο και  περισσότερο περνά στο μισθωτό τεχνικό προσωπικό. Δημιουργείται ένα στρώμα εισοδηματιών, που ζει από τα έσοδα που αποφέρουν οι επενδύσεις

κεφαλαίων στις χώρες του εξωτερικού και από τις οποίες απομυζούνται  τεράστια κέρδη.

Δημιουργείται μια κατάσταση, όπου ολόκληρα καπιταλιστικά κράτη γίνονται ραντιέρηδες, εκμεταλλευόμενα, με την εξαγωγή κεφαλαίων, άλλους λαούς και χώρες, αντλώντας από εκεί τεράστια κέρδη, που ένα μέρος τους το χρησιμοποιούν οι μονοπωλητές για την εξαγορά της ηγεσίας

της εργατικής τάξης, δημιουργώντας έτσι κοινωνικό στήριγμα στο εργατικό κίνημα μέσα από τα οππορτουνιστικά κόμματα και την ηγεσία τους.

Η  διαδικασία της σήψης και του παρασιτισμού του καπιταλισμού στο  ιμπεριαλιστικό στάδιο συνοδεύεται από το δυνάμωμα της αντίδρασης στην

οικονομία, την πολιτική, τον πολιτισμό, την ιδεολογία. Πραγματοποιείται η  στροφή από την αστική δημοκρατία στην πολιτική αντίδραση, που έκφραση της είναι η καθιέρωση αντιδημοκρατικών και φασιστικών καθεστώτων.

Ο Β. Ι. Λένιν έβγαλε το συμπέρασμα ότι ο ιμπεριαλισμός είναι ο καπιταλισμός που πεθαίνει. «Η εποχή του καπιταλιστικού ιμπεριαλισμού είναι εποχή του ωριμασμένου και υπερωριμασμένου καπιταλισμού, που βρίσκεται στην παραμονή της καταστροφής του, που τόσο έχει ωριμάσει ώστε να  δώσει τη θέση του στο σοσιαλισμό» (Άπαντα, τομ. 27, σελ. 161, ρωσ. έκδ.).

Το παραπέρα βάθεμα της γενικής κρίσης του καπιταλισμού οξύνει ακόμα περισσότερο τις αντιθέσεις του ιμπεριαλισμού, οδηγεί αναπόφευκτα στην υπονόμευση της κυριαρχίας του μονοπωλιακού κεφαλαίου, στην άνοδο της αντίστασης και του αγώνα των εργαζομένων ενάντια στον ιμπεριαλισμό και σε τελευταία ανάλυση στην τελική καταστροφή του. (σ. 230-231).

 

 

Διεθνές εμπόριο

Η ανταλλαγή εμπορευμάτων και υπηρεσιών ανάμεσα στις εθνικές οικονομίες που γίνεται διαμέσου του κράτους. Το διεθνές εμπόριο γεννήθηκε κατά τους αρχαίους χρόνους. Επειδή όμως όλοι οι τρόποι παραγωγής πριν τον καπιταλισμό βασίζονταν στη φυσική  οικονομία, στη διεθνή κυκλοφορία εμπορευμάτων έμπαινε μόνο ένα μικρό μέρος του παραγόμενου προϊόντος.

Η καπιταλιστική παραγωγή, με στόχο την αύξηση του κέρδους, αυξάνεται σταθερά και γι’ αυτό «ξεπερνά τα όρια της κοινότητας, της τοπικής αγοράς, του νομού και μετά και του κράτους» (Λένιν Β. Ι. Άπαντα, τομ. 3, σ. 57, ρωσ. έκδ.). Αυτό οδηγεί στη  σημαντική εξάπλωση του διεθνούς εμπορίου.

Αν και στην αρχή έπαιρναν μέρος στο διεθνές εμπόριο οι πιο αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, με την ανάπτυξη του καπιταλισμού προσελκύονταν σ’ αυτό όλο και περισσότερες χώρες του κόσμου. Ο χαρακτήρας του διεθνούς εμπορίου καθορίζεται από τις παραγωγικές σχέσεις των χωρών που παίρνουν μέρος σ’ αυτό το εμπόριο.

Στο 16ο – 17ο αιώνα γεννήθηκε κιόλας η παγκόσμια  καπιταλιστική αγορά και στις αρχές του 19ου αιώνα παίρνει αναπτυγμένες μορφές, που στην εποχή του ιμπεριαλισμού στηρίζονται στην εξαγωγή  κεφαλαίου, στο οικονομικό μοίρασμα του κόσμου και στην ολοκλήρωση της διαμόρφωσης του αποικιακού συστήματος του ιμπεριαλισμού. Σ’ αυτή την αγορά, το διεθνές εμπόριο αντανακλούσε τις σχέσεις της  κυριαρχίας των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων πάνω στις υπόλοιπες χώρες του  κόσμου.

Μετά τη νίκη της σοσιαλιστικής επανάστασης στη Ρωσία και σε άλλες χώρες, διαμορφώθηκε η παγκόσμια σοσιαλιστική αγορά. Το γρήγορα αναπτυσσόμενο εμπόριο μεταξύ των σοσιαλιστικών χωρών  αντανακλά το καινούριο περιεχόμενο των διεθνών οικονομικών σχέσεων, των σχέσεων ισοτιμίας και αλληλοβοήθειας. Αναπτύσσεται και το διεθνές εμπόριο μεταξύ των σοσιαλιστικών και καπιταλιστικών χωρών, που σ’ αυτό εκδηλώνεται η επίδραση των παραγωγικών σχέσεων του ενός και του άλλου συστήματος της παγκόσμιας οικονομίας (βλ. παγκόσμια  αγορά). Το διεθνές εμπόριο είναι βασική μορφή των διεθνών οικονομικών σχέσεων που δικαιολογεί πολλές άλλες πλευρές αυτών των σχέσεων.

Ιδιαίτερα η ανάπτυξη της διεθνούς ειδίκευσης και του συνεταιρισμού της  παραγωγής και της επιστημονικοτεχνικής συνεργασίας, βρίσκει την  αντανάκλαση της στην επέκταση της ανταλλαγής εμπορευμάτων και υπηρεσιών ανάμεσα στις χώρες.

Αν στο παρελθόν το διεθνές εμπόριο συμπεριελάμβανε πρακτικά μόνο την ανταλλαγή εμπορευμάτων, σήμερα μεγαλώνει η ανταλλαγή των επιτευγμάτων της επιστημονικοτεχνικής σκέψης με τη μορφή αδειών εισαγωγής ή εξαγωγής και πατεντών. Το μερίδιο αυτών των ανταλλαγών είναι γύρω στο 10% της γενικής κυκλοφορίας του διεθνούς εμπορίου.

Στη δυναμικότητα και τη δομή του διεθνούς εμπορίου επιδρά η ανάπτυξη

των παραγωγικών δυνάμεων, η δομή της παγκόσμιας παραγωγής. Κατά το 19ο αιώνα, στο διεθνές εμπόριο κυριαρχούσαν οι πρώτες ύλες, τα τρόφιμα και τα υφαντουργικά είδη.

Στις σύγχρονες συνθήκες, σε σχέση με το βάθεμα της διεθνούς ειδίκευσης και του συνεταιρισμού στον  τομέα της βιομηχανίας, στο διεθνές εμπόριο των σοσιαλιστικών και  καπιταλιστικών χωρών και στο εμπόριο μεταξύ τους, αυξήθηκε ουσιαστικά το μερίδιο των βιομηχανικών εμπορευμάτων, ιδιαίτερα των μηχανών και του κεφαλαιουχικού εξοπλισμού. Οι σοσιαλιστικές χώρες κάνουν σήμερα  αγώνα για την πλατιά ανάπτυξη του διεθνούς εμπορίου στη βάση του  αμοιβαίου οφέλους και χωρίς διακρίσεις. Το διεθνές εμπόριο πρέπει να συντελεί στην οικονομική άνοδο όλων των χωρών, να οδηγεί στην προσέγγιση των λαών, να γίνει σοβαρός παράγοντας για το δυνάμωμα της ειρήνης. (σ. 104-105).

 

 

Αποικιακό σύστημα του ιμπεριαλισμού

Σύστημα καπιταλιστικών  κοινωνικών σχέσεων, που υπάρχουν ανάμεσα σε χώρες απ’ τις οποίες άλλες είναι οικονομικά και πολιτικά εξαρτημένες και εκμεταλλευόμενες, και άλλες κυρίαρχες και εκμεταλλεύτριες (μητροπόλεις).

Στο αποικιακό σύστημα του ιμπεριαλισμού ανήκουν στην πραγματικότητα και κράτη, που τυπικά είναι ανεξάρτητα, όμως στην ουσία βρίσκονται σε πλήρη οικονομική εξάρτηση και είναι επίσης αντικείμενα εκμετάλλευσης, όπως οι συνηθισμένες  αποικίες. Στην ουσία του το αποικιακό σύστημα του ιμπεριαλισμού δεν είναι απλώς ένα άθροισμα αποικιακών και ανεξάρτητων χωρών, αλλά τμήμα του σύνθετου οργανισμού, που αποτελεί το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα οικονομίας (βλ. λ.).

Το αποικιακό σύστημα δημιουργήθηκε με τρόπο βίαιο, κατακτητικό. Οι μεγαλύτερες αποικιακές αυτοκρατορίες της Μεγάλης  Βρετανίας, της Γαλλίας, της Γερμανίας, των Η ΠΑ και άλλων χωρών,  δημιουργήθηκαν ύστερα από σκληρούς κατακτητικούς πολέμους. Το αποικιακό σύστημα του ιμπεριαλισμού διαμορφώθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα, όταν ολοκληρωνόταν το εδαφικό μοίρασμα του κόσμου και όταν περιοχή ίση με 89,4 εκατ. τετρ. μέτρα, που αριθμούσε πληθυσμό περίπου 930 εκ.  ανθρώπους, έγινε αντικείμενο ιμπεριαλιστικής ληστείας.

Τις παραμονές του  πρώτου παγκόσμιου πολέμου, πάνω από το μισό της ανθρωπότητας βρισκόταν κάτω από αποικιακή καταπίεση.

Μόνο έξη μεγάλα ιμπεριαλιστικά  κράτη (ΗΠΑ, Αγγλία, Γαλλία, Γερμανία, Ιαπωνία και Ιταλία) το 1949 κατείχαν αποικίες, που τα εδάφη τους αποτελούσαν το 36 % των εδαφών όλου του πλανήτη μας.

Η πάλη των λαών των υποδουλωμένων χωρών πολλές φορές εξελισσόταν σε ισχυρές λαϊκές εξεγέρσεις. Η νίκη της μεγάλης Οκτωβριανής σοσιαλιστικής επανάστασης αποτέλεσε την αρχή της κρίσης του αποικιακού συστήματος και προκάλεσε ισχυρή άνοδο της εθνικοαπελευθερωτικής πάλης των υποδουλωμένων λαών. «Αν ο ιμπεριαλισμός κατέπνιξε την εθνική ανεξαρτησία και την ελευθερία των περισσότερων λαών και τους έδεσε με αλυσίδες σκληρής αποικιακής δουλείας, η εμφάνιση του σοσιαλισμού οροθετεί την αρχή της εποχής της απελευθέρωσης των  καταπιεζόμενων λαών», γράφει το πρόγραμμα του ΚΚΣΕ.

Στο δεύτερο στάδιο της γενικής κρίσης του καπιταλισμού (βλ λ.), ύστερα από τη νίκη της ΕΣΣΔ στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και τη διαμόρφωση του παγκόσμιου σοσιαλιστικού συστήματος, η κρίση του αποικιακού συστήματος μετατράπηκε σε κατάρρευση. Στα ερείπια των αποικιακών αυτοκρατοριών δημιουργήθηκαν πάνω από 70 κυρίαρχα κράτη. Απελευθερώθηκαν από την αποικιακή καταπίεση πάνω από 1,5 δισεκ. άνθρωποι. Η μετατροπή του παγκόσμιου συστήματος του σοσιαλισμού σε αποφασιστικό  παράγοντα της διεθνούς εξέλιξης δημιούργησε για τους καταπιεζόμενους λαούς ευνοϊκές δυνατότητες για την ολοκληρωτική εξάλειψη του επαίσχυντου αποικιακού συστήματος. (Βλ. επίσης, κρίση του αποικιακού συστήματος του ιμπεριαλισμού και αποσύνθεση του αποικιακού συστήματος του ιμπεριαλισμού). (σ. 55-56).

 

Εξαγωγή εμπορευμάτων στον καπιταλισμό

Μορφή των οικονομικών σχέσεων ανάμεσα στις χώρες που βασίζεται στο διεθνή καπιταλιστικό καταμερισμό της εργασίας (βλ. λ.). Η αντικειμενική αναγκαιότητα της  εξαγωγής εμπορευμάτων καθορίζεται από την ανάπτυξη του κοινωνικού  καταμερισμού της εργασίας και τη διαμόρφωση της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας. Η ιδιομορφία της εξαγωγής εμπορευμάτων στον καπιταλισμό βρίσκεται στην εξαιρετική διόγκωση της, στο ότι η εξαγωγή  εμπορευμάτων μετατρέπεται σε ένα από τα μέσα επίτευξης του σκοπού της καπιταλιστικής παραγωγής, της είσπραξης υπεραξίας.

Στον προμονοπωλιακό καπιταλισμό, ο διεθνής καταμερισμός της εργασίας ήταν σε σημαντικό βαθμό εξαρτημένος από την επίδραση των οικονομικών και γεωγραφικών  συνθηκών της παραγωγής, και αυτό είχε σαν αποτέλεσμα τα έξοδα παραγωγής ορισμένων εμπορευμάτων να είναι σε μερικές χώρες χαμηλότερα απ’ ό,τι σε άλλες. Αυτό έκανε προσοδοφόρα την εξαγωγή αυτών των εμπορευμάτων. Παράλληλα η αστική τάξη χρησιμοποιούσε πλατιά την εξαγωγή εμπορευμάτων για την απροκάλυπτη καταλήστευση των χωρών που βρίσκονται σε προκαπιταλιστικά στάδια ανάπτυξης, με την ανισότιμη ανταλλαγή (υψηλές τιμές στα εισαγόμενα και χαμηλές τιμές στα εξαγόμενα  εμπορεύματα των χωρών αυτών) (βλ. μονοπωλιακή τιμή).

Στον ιμπεριαλισμό, όπου ο διεθνής καταμερισμός της εργασίας βασίζεται σε σχέσεις κυριαρχίας των αναπτυγμένων βιομηχανικών χωρών πάνω στις καθυστερημένες χώρες του καπιταλιστικού κόσμου, η εξαγωγή εμπορευμάτων χρησιμεύει για να διατηρούνται και να ισχυροποιούνται οι σχέσεις αυτές, για να εισπράττει η ιμπεριαλιστική αστική τάξη μονοπωλιακά υπερκέρδη (βλ. λ.). Ο  μεγαλύτερος διεθνής εξαγωγέας είναι οι ΗΠΑ, που έχουν σημαντικό μέρος στις εξαγωγές εμπορευμάτων του καπιταλιστικού κόσμου.

Με τη διαμόρφωση του παγκόσμιου σοσιαλιστικού συστήματος οικονομίας και της παγκόσμιας σοσιαλιστικής αγοράς, στένεψε εξαιρετικά η σφαίρα της ιμπεριαλιστικής εκμετάλλευσης, που πραγματοποιείται με την εξαγωγή των εμπορευμάτων. (σ. 148).

 

Εξαγωγή κεφαλαίων

Είναι η χαρακτηριστική, για το μονοπωλιακό  καπιταλισμό, μορφή τοποθέτησης κεφαλαίων στο εξωτερικό, που αποβλέπει στην πραγματοποίηση του υψηλότερου δυνατού κέρδους. Εξαγωγές  κεφαλαίων γίνονταν και στην περίοδο του προμονοπωλιακού καπιταλισμού, όμως έπαιζαν τότε δευτερεύοντα ρόλο σε σχέση με την εξαγωγή  εμπορευμάτων (βλ. λ.).

Η εξαγωγή κεφαλαίων είναι ένα από τα βασικά γνωρίσματα του ιμπεριαλισμού (βλ. λ.). Η ανάγκη για εξαγωγή κεφαλαίων  εμφανίστηκε στις πιο αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, γιατί η χρηματιστική  ολιγαρχία (βλ. λ.) αφού συγκέντρωσε στα χέρια της τεράστια υλικά μέσα και χρηματικά πασά, αντιμετώπιζε περιορισμένες δυνατότητες  τοποθέτησης τους στο εσωτερικό της χώρας, που να τους εξασφαλίζουν  μονοπωλιακά υπερκέρδη. Έτσι σχηματίζεται σχετικό «πλεόνασμα κεφαλαίου», που κατευθύνεται εκεί όπου το ποσοστό κέρδους είναι υψηλότερο σε σύγκριση με τη δοσμένη χώρα.

Συνεπώς το κεφάλαιο εξάγεται στο εξωτερικό όχι γιατί δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί στο εσωτερικό της χώρας, αλλά γιατί τα μονοπώλια ζητούν μονοπωλιακά υπερκέρδη. Παράλληλα, το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα, που διαμορφώθηκε στην περίοδο του ιμπεριαλισμού, δημιουργεί τη δυνατότητα εξαιρετικά κερδοφόρας  τοποθέτησης κεφαλαίων, γιατί οι καθυστερημένες χώρες, που ήδη έχουν μπει στην παγκόσμια εμπορευματική κυκλοφορία, διαθέτουν, ως ένα βαθμό, κατάλληλους δρόμους επικοινωνίας και «ελεύθερη» για  καπιταλιστική εκμετάλλευση, φτηνή εργατική δύναμη.

Η εξαγωγή κεφαλαίων πραγματοποιείται είτε με την επιχειρηματική μορφή (το εξαγόμενο  κεφάλαιο τοποθετείται σε επιχειρήσεις) είτε με τη μορφή δανείων (το  εξαγόμενο κεφάλαιο παραχωρείται σαν δάνειο με τόκο). Και στις δύο  περιπτώσεις, ο εξαγωγέας του κεφαλαίου εκμεταλλεύεται τους εργαζόμενους της χώρας όπου τοποθετείται το κεφάλαιο, αλλά στην πρώτη περίπτωση άμεσα, ενώ στη δεύτερη διαμέσου αυτών που πήραν το δάνειο, δηλ. των ντόπιων εκμεταλλευτών (βλ. εξωτερικά δάνεια). Σαν εξαγωγείς κεφαλαίου εμφανίζονται είτε τα ίδια τα μονοπώλια είτε ο κρατικός μηχανισμός των ιμπεριαλιστικών χωρών, που ελέγχεται απ’ αυτά. Τα τελευταία χρόνια  παρατηρείται μια τάση σημαντικής αύξησης του ρυθμού εξαγωγής κρατικών κεφαλαίων, πράγμα που εξηγείται από την κολοσσιαία ανάπτυξη του εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος, που απειλεί όχι μόνο με μείωση τα κέρδη του ξένου ιδιωτικού κεφαλαίου, αλλά και με αφανισμό ολόκληρο το ξένο κεφάλαιο.

Η κρατική μορφή εξαγωγής κεφαλαίων συμφέρει στα  μονοπώλια, γιατί εγγυάται την αποζημίωση των κερδών «που δεν εισπράχθηκαν» με τη φορολογική καταλήστευση των εργαζομένων της δικής τους χώρας.

Μετά τα δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, η εξαγωγή κεφαλαίων από τις ΗΠΑ ξεπέρασε την εξαγωγή κεφαλαίων από όλα μαζί τα άλλα ιμπεριαλιστικά κράτη. Τα τελευταία χρόνια μεγάλωσε σημαντικά η εξαγωγή κεφαλαίου από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας.

Η είσπραξη όσο το δυνατό υψηλότερων κερδών για το κεφάλαιο που έχει εξαχθεί στις  καθυστερημένες οικονομικά χώρες, συνδέεται στενά με την οικονομική και πολιτική κυριαρχία της χρηματιστικής ολιγαρχίας στις αποικιακές και εξαρτημένες χώρες, με την παρεμπόδιση της ανάπτυξης εθνικής βιομηχανίας στις αναπτυσσόμενες χώρες, με τη διατήρηση μονοπωλιακά υψηλών τιμών (βλ. μονοπωλιακή τιμή) για τα εμπορεύματα που διαθέτουν, καθώς και με την εκμετάλλευση της φτηνής εργατικής δύναμης σ’ αυτές τις χώρες.

Σε κάθε 100 δολάρια που έχουν τοποθετηθεί στις αναπτυσσόμενες χώρες, τα μονοπώλια των Η ΠΑ εισπράττουν κέρδος 26-31 δολάρια, όταν στη Δυτική Ευρώπη το κέρδος αυτό είναι 6 – 8 δολάρια.

Η εξαγωγή κεφαλαίου κάνει εντονότερες τις αντιθέσεις του ιμπεριαλισμού, γιατί δυναμώνοντας την εκμετάλλευση των αναπτυσσόμενων χωρών, οδηγεί ταυτόχρονα στην  αύξηση της βιομηχανικής παραγωγής στις χώρες αυτές, στη δημιουργία  βιομηχανικού προλεταριάτου και εθνικής αστικής τάξης, στο δυνάμωμα του εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος.

Οι επιτυχίες της εθνικοαπελευθερωτικής πάλης υποσκάπτουν όλο και περισσότερο τις θέσεις του ιμπεριαλισμού στις αναπτυσσόμενες χώρες, πράγμα που επιδρά σημαντικά και στις  κατευθύνσεις της εξαγωγής κεφαλαίου. Οι χώρες που κατέκτησαν την  κρατική τους αυτοτέλεια και τείνουν στην οικονομική ανεξαρτησία  καταφεύγουν, όλο και συχνότερα, στην εθνικοποίηση του ξένου μονοπωλιακού κεφαλαίου.

Για το λόγο αυτό, αλλά και επειδή θέλουν να εκμεταλλευθούν τη διαφορά στα επίπεδα του εργατικού μισθού, τα τελευταία χρόνια οι ΗΠΑ μεγάλωσαν σημαντικά την εξαγωγή κεφαλαίου στις υψηλά αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, όπου η εργασία πληρώνεται περισσότερο απ’ ό,τι στις αναπτυσσόμενες χώρες, αλλά σημαντικά λιγότερο απ’ ό,τι στις ΗΠΑ.

Αυτό ακριβώς κάνει κερδοφόρα την εξαγωγή κεφαλαίου. Το δυνάμωμα της εξαγωγής κεφαλαίου από τις ΗΠΑ στις χώρες αυτές οδηγεί στο εξαιρετικό δυνάμωμα της ανταγωνιστικής πάλης στο ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο για σφαίρες τοποθέτησης κεφαλαίου, στη μεγαλύτερη ένταση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων.

Με την εξαγωγή κεφαλαίου επιδιώκονται όχι μόνο οικονομικοί μα και πολιτικοί σκοποί. Παρέχοντας δάνεια στα ξένα κράτη είτε εξάγοντας σ’ αυτά παραγωγικό κεφάλαιο, τα ιμπεριαλιστικά κράτη, επιδιώκουν να τους υπαγορεύσουν τους πολιτικούς και στρατιωτικούς τους όρους, ενώ παντού υποστηρίζουν αντιδραστικά καθεστώτα, καταπνίγουν τα απελευθερωτικά κινήματα που στρέφονται ενάντια στον ιμπεριαλιστικό ζυγό. (σ. 148-150).

 

Νόμος της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους

Οικονομικός νόμος σύμφωνα με τον οποίο το μέσο ποσοστό κέρδους (βλ.λ.) έχει την τάση, στο βαθμό που αναπτύσσεται ο καπιταλισμός, να μειωθεί. Αιτίες που προκαλούν την πτώση του ποσοστού κέρδους, είναι η αύξηση της  οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου (βλ. λ.) και η επιβράδυνση της  κυκλοφορίας του κεφαλαίου (βλ. λ.).

Ο ανταγωνισμός, το κυνήγι του υψηλού κέρδους, αναγκάζουν τους καπιταλιστές να ανεβάζουν την  παραγωγικότητα της εργασίας με την εισαγωγή τεχνικών τελειοποιήσεων, νέων  μηχανών και εγκαταστάσεων. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να ανεβαίνει η  τεχνική και οργανική σύνθεση του κεφαλαίου, πράγμα που οδηγεί στη μείωση του γενικού ποσοστού κέρδους. Το ποσοστό κέρδους δε μειώνεται στην ίδια αναλογία που υψώνεται η οργανική σύνθεση του κοινωνικού κεφαλαίου και μερικές φορές δε μειώνεται καθόλου. Αυτό συμβαίνει γιατί μια σειρά παράγοντες αντεπιδρούν στη δράση αυτού του νόμου και του δίνουν μόνο το χαρακτήρα μιας τάσης.

Στη μείωση του ποσοστού κέρδους  αντεπιδρούν: η άνοδος του βαθμού εκμετάλλευσης των εργατών, η μείωση, από την πλευρά των καπιταλιστών, του μισθού εργασίας κάτω από την αξία της εργατικής δύναμης, η μείωση της αξίας των μέσων παραγωγής, εξαιτίας της αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας, πράγμα που μειώνει την αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου, η εξοικονόμηση  πάγιου κεφαλαίου, που την πετυχαίνουν οι καπιταλιστές συχνά σε βάρος της υγείας και της ζωής των εργατών, σε άνισες ανταλλαγές στο εξωτερικό εμπόριο. Σοβαρός παράγοντας, που εμποδίζει την πτώση του ποσοστού κέρδους, στο σύγχρονο καπιταλισμό, είναι η κυριαρχία του μονοπωλιακού κεφαλαίου, που με τις μονοπωλιακές τιμές διατηρεί το ποσοστό κέρδους σε υψηλό επίπεδο. Ο νόμος της πτωτικής τάσης του μέσου ποσοστού κέρδους οδηγεί στην όξυνση των αντιθέσεων του καπιταλισμού. Για την απόκτηση του μεγαλύτερου κέρδους, οι καπιταλιστές δυναμώνουν την εκμετάλλευση του προλεταριάτου, πράγμα που οδηγεί στην όξυνση των ανταγωνιστικών αντιθέσεων ανάμεσα στο προλεταριάτο και την αστική τάξη. Επιδιώκοντας να αποκαταστήσουν την πτώση του ποσοστού κέρδους με την αύξηση της μάζας του, οι καπιταλιστές διευρύνουν τον όγκο της παραγωγής πολύ πιο πέρα από την ικανή για πληρωμή ζήτηση, πράγμα που οδηγεί στην εμφάνιση οικονομικών κρίσεων υπερπαραγωγής. Εντείνεται και η πάλη μέσα στην ίδια την τάξη των καπιταλιστών για την κατανομή του συνολικού όγκου του κέρδους.

Κυνηγώντας το υψηλότερο κέρδος, οι καπιταλιστές κατευθύνουν τα κεφάλαια τους στις υπανάπτυκτες χώρες, όπου το ποσοστό του κέρδους είναι υψηλότερο. Η εκμετάλλευση των εργαζομένων των υπανάπτυκτων χωρών και των εξαρτημένων οξύνει τις αντιθέσεις ανάμεσα στις βιομηχανικά αναπτυγμένες και τις υπανάπτυκτες χώρες.

Ο νόμος της πτωτικής τάσης του μέσου ποσοστού κέρδους, αποκαλύπτει την εσωτερική αντιφατικότητα, τον ιστορικά περιορισμένο και παροδικό χαρακτήρα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, που έγινε  εμπόδιο για την απρόσκοπτη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. (σ. 391-392).

Κράτη-ραντιέρηδες

Μια δράκα από ιμπεριαλιστικά, τοκογλυφικά κράτη, που η χρηματιστική ολιγαρχία (βλ. λ.) τους, εκτός από το σφετερισμό των μονοπωλιακών κερδών μέσα στις χώρες τους, πλουτίζει σε βάρος των άλλων, κυρίως των οικονομικά αδύνατων και εξαρτημένων κρατών.

«Κράτος-ραντιέρης, έγραφε ο Β. Ι. Λένιν, είναι το κράτος του παρασιτικού,  σαπισμένου καπιταλισμού».

Τα καπιταλιστικά μονοπώλια ιδιοποιούνται το σημαντικότερο μερίδιο του εθνικού εισοδήματος των άλλων χωρών με τη μορφή κερδών από τις άμεσες επενδύσεις, με τα υποδουλωτικά δάνεια, τις ασφαλίσεις, τις μεταφορές και άλλες υπηρεσίες, που παρέχονται στις χώρες-οφειλέτες. Η λεηλασία από τα κράτη-ραντιέρηδες των άλλων  χωρών, αποτελώντας μια από τις εκδηλώσεις του παρασιτισμού του σύγχρονου καπιταλισμού, εμφανίζεται σαν πηγή όξυνσης των αντιθέσεων του.

Στις σύγχρονες συνθήκες, όπου στην πράξη έφτασε η στιγμή της  αποσύνθεσης του ιμπεριαλιστικού συστήματος, οι λαοί πολλών χωρών του  καπιταλιστικού κόσμου απελευθερώνονται από την οικονομική εκμετάλλευση, μπαίνουν στο δρόμο της ανάπτυξης, της ανεξάρτητης εθνικής οικονομίας.

Ωστόσο τα κράτη-ραντιέρηδες χρησιμοποιούν νέες μορφές και μέθοδοι αποικισμού (βλ. νεοαποικιοκρατία), επιδιώκουν να τυλίξουν πολιτικά τους λαούς των ανεξάρτητων κρατών στον ιστό της οικονομικής εξάρτησης και να διαιωνίσουν την εκμετάλλευση των χωρών αυτών για τον πλουτισμό των καπιταλιστικών μονοπωλίων.

Ως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, τα μεγαλύτερα κράτη-ραντιέρηδες ήταν η Αγγλία, η Γαλλία, οι ΗΠΑ, η  Γερμανία. Σήμερα ο ηγετικός ρόλος του κράτους-ραντιέρη ανήκει στις ΗΠΑ, που έγινε ο μεγαλύτερος παγκόσμιος εκμεταλλευτής. (σ. 283-284).

 

Κρατικά δάνεια

Μορφή προσέλκυσης, για ένα ορισμένο διάστημα, χρηματικών πόρων στον κρατικό προϋπολογισμό με βάση την πίστωση.

Υπάρχουν εσωτερικά δάνεια, που γίνονται στο εσωτερικό της χώρας, και

εξωτερικά δάνεια (βλ. λ.) που ρευστοποιούνται στο εξωτερικό. Ανάλογα με τη μορφή των εσόδων, τα δάνεια αυτά υποδιαιρούνται σε τοκοφόρα, όταν οι κάτοχοι των ομολογιών έχουν έσοδα με τη μορφή ορισμένου τόκου και λαχειοφόρα, που τα έσοδα τους παίρνουν τη μορφή λαχνού. Ως προς τις προθεσμίες απόσβεσης τα δάνεια υποδιαιρούνται σε  βραχυπρόθεσμα (ως ένα χρόνο), σε μεσοπρόθεσμα (από 1 ως 5 χρόνια) και μακροπρόθεσμα. Στις αστικές χώρες τα κρατικά δάνεια αποτελούν την κύρια πηγή κάλυψης του ελλείμματος των κρατικών προϋπολογισμών.

Στις καπιταλιστικές χώρες, οι βασικοί κάτοχοι ομολογιών των κρατικών

εσωτερικών δανείων, είναι οι τράπεζες, οι καπιταλιστικές εταιρίες, οι  κρατικές οργανώσεις και ιδρύματα καθώς και τα εύπορα στρώματα του  πληθυσμού. Όλοι αυτοί παίρνουν εξασφαλισμένα έσοδα από τα δάνεια, τα οποία καλύπτει το κράτος με τους φόρους που πληρώνουν οι εργαζόμενοι.

Τα εξωτερικά δάνεια χρησιμοποιούνται από τα ιμπεριαλιστικά κράτη σαν

μέσα οικονομικής και πολιτικής πίεσης στις άλλες χώρες, υποδούλωσης των υπανάπτυκτων χωρών, διατήρησης της αποικιακής κυριαρχίας με νέες μορφές δημιουργίας στρατιωτικών συνασπισμών και ενίσχυσης της παγκόσμιας αντίδρασης.

Στις σοσιαλιστικές χώρες, τα κρατικά δάνεια,  αποτελώντας το άκρο αντίθετο των δανείων των καπιταλιστικών χωρών,  γίνονται πραγματικά λαϊκά δάνεια, που πηγή τους είναι οι αποταμιεύσεις των εργαζομένων. Τα εσωτερικά κρατικά δάνεια στην ΕΣΣΔ έπαιξαν σοβαρό ρόλο στη σοσιαλιστική οικοδόμηση, στην εδραίωση της αμυντικής ικανότητας της χώρας.

Από το 1958 δεν εκδίδονται στην ΕΣΣΔ δάνεια που να καλύπτονται με υπογραφές. Στις άλλες σοσιαλιστικές χώρες τα κρατικά δάνεια έπαιξαν έναν ορισμένο ρόλο στη συγκέντρωση οικονομικών πόρων για τις ανάγκες της οικονομικής ανοικοδόμησης. Σήμερα με την ανάπτυξη της σοσιαλιστικής συσσώρευσης, έπαψε να υπάρχει ανάγκη εσωτερικών κρατικών δανείων και οι ευρωπαϊκές σοσιαλιστικές χώρες από το 1956 δεν εκδίδουν άλλα δάνεια. Τα εξωτερικά κρατικά δάνεια και οι αμοιβαίες πιστώσεις των σοσιαλιστικών χωρών, καθώς και οι πιστώσεις που παραχωρούνται στα νεαρά αναπτυσσόμενα κράτη με ευνοϊκούς,  αμοιβαία επωφελείς όρους, δεν επιβαρύνονται με κανενός είδους πολεμικές, στρατηγικές ή πολιτικές υποχρεώσεις.

Βασικός τους σκοπός είναι να  προσφέρουν ανιδιοτελή βοήθεια στην ανάπτυξη και την εδραίωση της  εθνικής οικονομίας και του παγκόσμιου σοσιαλιστικού συστήματος  οικονομίας, στην επίτευξη της οικονομικής και πολιτικής ανεξαρτησίας των νεαρών εθνικών κρατών, που απελευθερώθηκαν από την αποικιακή και ημιαποικιακή εξάρτηση. (σ. 284-285).

 

 

Ξένη σύμβαση (παραχώρηση προνομίου)

Είναι η σύμβαση  παραχώρησης από το κράτος της εκμετάλλευσης, κάτω από συγκεκριμένους όρους και για ορισμένη χρονική περίοδο, ενός τμήματος του υπεδάφους ή μιας εδαφικής έκτασης. Είναι επίσης σύμβαση για την κατασκευή έργων και την εκμετάλλευση τους από ξένο κράτος, ξένη επιχείρηση ή οργανισμό.

Τα καπιταλιστικά μονοπώλια και το αστικό κράτος χρησιμοποιούν τις  συμβάσεις αυτές σαν μια μορφή εκμετάλλευσης των λαών των υπανάπτυκτων χωρών. Οι διεθνείς συμβάσεις, με τις οποίες εκχωρούνταν προνόμια  εκμετάλλευσης στην εποχή του ιμπεριαλισμού είναι πλατιά διαδομένες και αποτελούν έναν από τους τρόπους οικονομικής και πολιτικής υποδούλωσης των εξαρτημένων χωρών από τα ιμπεριαλιστικά κράτη, μια από τις πηγές του υπερκέρδους.

Ουσιαστικά διαφορετικό οικονομικό και πολιτικό χαρακτήρα είχαν οι ξένες συμβάσεις στην ΕΣΣΔ, που κλείστηκαν στη  μεταβατική περίοδο από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό. Με τις συμβάσεις αυτές δημιουργήθηκαν κρατικο-καπιταλιοτικές επιχειρήσεις, που λειτουργούσαν κάτω από τους όρους που υπαγόρευε το σοσιαλιστικό κράτος, και  βρίσκονταν υπό τον έλεγχο του. Έτσι αξιοποιήθηκαν προς το συμφέρον του  σοσιαλιστικού κράτους οι τεχνικές γνώσεις και η οικονομική πείρα των αστών ειδικών, ενισχύθηκε η ανάπτυξη της μεγάλης παραγωγής, διευκολύνθηκε η πάλη ενάντια στο μικροαστικό αυθορμητισμό, που υποτάχθηκε στον παλλαϊκό έλεγχο της παραγωγής και κατανάλωσης των προϊόντων.

Στην ΕΣΣΔ, με διάταγμα της 23 Νοέμβρη 1920, επιτράπηκε να συνάπτονται ξένες συμβάσεις για να προσελκύεται το ξένο κεφάλαιο σε κείνους τους κλάδους και τις περιοχές που τότε δεν μπορούσε να αναπτύξει το σοβιετικό κράτος. Οι ξένες συμβάσεις, όσο και αν έπαιξαν σημαντικό ρόλο,  καταργήθηκαν όταν στερεώθηκε η σοσιαλιστική οικονομία. (σ. 397).

 

 

Κρατικομονοπωλιακός καπιταλισμός

Μορφή του μονοπωλιακού  καπιταλισμού, που τη χαρακτηρίζει η συνένωση της δύναμης των  καπιταλιστικών μονοπωλίων με την ισχύ του αστικού κράτους, με σκοπό τη  διαφύλαξη και το δυνάμωμα του καπιταλιστικού συστήματος, την απόκτηση από το μονοπωλιακό κεφάλαιο των πιο μεγάλων κερδών, την κατάπνιξη του επαναστατικού εργατικού και του εθνικο-απελευθερωτικού κινήματος, την εξαπόλυση κατακτητικών πολέμων, την πάλη κατά των χωρών του  παγκοσμίου συστήματος του σοσιαλισμού.

Ο Λένιν ονόμαζε ιμπεριαλισμό όχι μόνο την εποχή των γιγάντιων καπιταλιστικών μονοπωλίων, αλλά και την εποχή της μετεξέλιξης του μονοπωλιακού καπιταλισμού σε κρατικομονοπωλιακά καπιταλισμό. Η οικονομική βάση του κρατικομονοπωλιακού  καπιταλισμού αντανακλά την τεράστια ανάπτυξη της κοινωνικοποίησης της παραγωγής, που σημειώθηκε στα πλαίσια του καπιταλισμού, τη συγκέντρωση τεράστιων κεφαλαίων στα χέρια των μεγαλύτερων μονοπωλίων, πράγμα που οδηγεί σε πρωτοφανές δυνάμωμα της ισχύς τους.

Ενώ στην αρχική περίοδο ανάπτυξης του μονοπωλιακού καπιταλισμού το αστικό κράτος δεν παρενέβαινε άμεσα στην καπιταλιστική οικονομία και η διευρυμένη αναπαραγωγή του κεφαλαίου πραγματοποιόταν βασικά χωρίς μεσολάβηση και άμεση συμμετοχή του κρατικού μηχανισμού, την εποχή της γενικής κρίσης του καπιταλισμού (βλ. λ.), ιδιαίτερα στο σύγχρονο στάδιο της, τα μεγαλύτερα μονοπώλια χρησιμοποιούν για τα συμφέροντα τους την παρέμβαση του κράτους στην οικονομική ζωή της χώρας,  θέτουν στην υπηρεσία τους το μηχανισμό της κρατικής εξουσίας.

Το  κράτος στις ιμπεριαλιστικές χώρες εμφανίζεται σαν ένα από τα σπουδαιότερα μέσα διάσωσης του σαπισμένου καπιταλιστικού συστήματος. Η  συγχώνευση, η συγκόλληση του αστικού κράτους και του μονοπωλιακού  κεφαλαίου, που αποτελεί την ουσία του κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού, πραγματοποιήθηκε με τέτοιο τρόπο, ώστε το κράτος να μετατραπεί σε  επιτροπή για τη διαχείριση των υποθέσεων της μονοπωλιακής αστικής τάξης.

Ωστόσο το κράτος δε στέκει πάνω από τα μονοπώλια όπως βεβαιώνουν αβάσιμα οι αστοί οικονομολόγοι, αλλά αντίθετα, το μεγάλο μονοπωλιακό κεφάλαιο χρησιμοποιεί τον κρατικό μηχανισμό για τον πολλαπλασιασμό των κερδών του και την εδραίωση της κυριαρχίας του.

Η χρησιμοποίηση του κρατικού μηχανισμού από τα μονοπώλια πραγματοποιείται με  διάφορες μορφές και πρώτα απ’ όλα με τη μορφή της «προσωπικής ένωσης», δηλ. με την άμεση συμμετοχή των εκπροσώπων είτε των ίδιων των μεγιστάνων των μονοπωλίων στις αστικές κυβερνήσεις, είτε με την προσέλκυση των υπαλλήλων με υψηλές κρατικές θέσεις στη σύνθεση των  διευθύνσεων των μονοπωλιακών ενώσεων. Ταυτόχρονα γίνεται σκληρή πάλη ανάμεσα στα μονοπώλια για την εξασφάλιση των θέσεων της κρατικής εξουσίας και τη χρησιμοποίηση της για τα συμφέροντα των διάφορων ανταγωνιζόμενων μεταξύ τους ομάδων μονοπωλητών. Η επέμβαση του αστικού κράτους στην οικονομική ζωή της χώρας πραγματοποιείται τόσο με το πέρασμα μιας σειράς επιχειρήσεων και ξεχωριστών κλάδων στην ιδιοκτησία του κράτους, με την καπιταλιστική εθνικοποίηση (βλ. λ.) και τη δημιουργία νέων παραγωγικών μονάδων με κονδύλια του κρατικού  προϋπολογισμού, όσο και με τη διαμόρφωση και διεύρυνση της κρατικής αγοράς, στην οποία τα μεγαλύτερα μονοπώλια πουλούν όλη την παραγωγή σε τιμές συμφέρουσες σ’ αυτά.

Χαρακτηριστικό της κρατικής ιδιοκτησίας στις συνθήκες του κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού είναι η οικοδόμηση τέτοιων επιχειρήσεων και κλάδων της οικονομίας, που έχουν κυρίως στρατιωτική-στρατηγική σημασία. Στις ιμπεριαλιστικές χώρες, σε όλο και μεγαλύτερο βαθμό, η σύγχρονη οικονομία αποκτά στρατιωτική κατεύθυνση, μετατρέπεται σε στρατιωτική οικονομία και τα κράτος γίνεται στρατιωτικό-αστυνομικό. Ο κρατικομονοπωλιακός καπιταλισμός  χαρακτηρίζεται από τις απόπειρες του αστικού κράτους να «ρυθμίζει» και ακόμη να «πτρογραμματίζει» την οικονομία των καπιταλιστικών χωρών.

Όλο και πιο πλατιά επεκτείνεται ο προγραμματισμός και η πρόγνωση της  παραγωγής, η κρατική χρηματοδότηση της τεχνικής προόδου και των  επιστημονικών ερευνών, τα μέτρα που κατευθύνονται σε κάποιο περιορισμό του αυθόρμητου χαρακτήρα της αγοράς για τα συμφέροντα των μεγάλων  μονοπωλίων. Οι απόπειρες αυτές προκλήθηκαν, από τη μια πλευρά, με την επιθυμία να «αποδειχθεί» δήθεν ότι στις καπιταλιστικές χώρες, παρά τη διατήρηση της ιδιωτικής καπιταλιστικής ιδιοκτησίας και της εξουσίας των μονοπωλίων, είναι δυνατός ο προγραμματισμός της οικονομίας. Από την άλλη πλευρά, αποτελεί απόπειρα να βρεθεί διέξοδος στις οξυμένες  αντιθέσεις του καπιταλιστικού συστήματος οικονομίας, που το χαρακτηρίζουν εσωτερικά η αναρχία της παραγωγής, οι οικονομικές κρίσεις, η μαζική  ανεργία, η σκληρή ταξική πάλη.

Το ιμπεριαλιστικό κράτος επιδιώκει τη λήψη «μέτρων» κατά της κρίσης, τη ρύθμιση των αμοιβαίων σχέσεων ανάμεσα στην εργασία και το κεφάλαιο, την οργάνωση του εφοδιασμού με  πρώτες ύλες, τη διάθεση της παραγωγής των μονοπωλιακών ενώσεων και τη λήψη άλλων μέτρων, τα οποία δήθεν μπορούν να εξαλείψουν τα  ελαττώματα και τις πληγές του σύγχρονου καπιταλισμού. Ταυτόχρονα όπως αναφέρεται στο ντοκουμέντο που ψηφίστηκε από τη Διεθνή Σύσκεψη των κομμουνιστικών και εργατικών κομμάτων στη Μόσχα το 1969, «η κρατικομονοπωλιακή ρύθμιση, που πραγματοποιείται με μορφές και  διαστάσεις οι οποίες ανταποκρίνονται στα συμφέροντα του μονοπωλιακού κεφαλαίου, και κατευθύνεται στη διασφάλιση του κράτους του, δεν  είναι σε θέση να δαμάσει τις αυθόρμητες δυνάμεις της καπιταλιστικής αγοράς».

Η ανάπτυξη του κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού επιταχύνεται με την όξυνση των αντιθέσεων του αστικού καθεστώτος. Γι’ αυτό η  περίοδος των πολέμων και της προετοιμασίας τους, όπως και οι περίοδοι των οικονομικών κρίσεων και των πολιτικών συγκλονισμών, είναι ο  χρόνος της μεγαλύτερης ανάπτυξης του κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού.

Σοβαρά στάδια στην ανάπτυξη του ήταν ο παγκόσμιος πόλεμος του 1914- 1918, η παγκόσμια οικονομική κρίση το 1929 -1933, ο δεύτερος  παγκόσμιος πόλεμος του 1939 -1945, η μεταπολεμική περίοδος, που  χαρακτηρίζεται από τη στρατιωτικοποίηση της οικονομίας των ιμπεριαλιστικών χωρών και το κυνηγητό των εξοπλισμών.

Στο σύγχρονο στάδιο της  γενικής κρίσης του καπιταλισμού, ο κρατικομονοπωλιακός καπιταλισμός  αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό γνώρισμα της οικονομικής ανάπτυξης σε όλες τις ιμπεριαλιστικές χώρες και πρώτα απ’ όλα στις ΗΠΑ. Μια σειρά  σοβαρές ιδιομορφίες του κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού εξηγούνται με το ότι ο σύγχρονος ιμπεριαλισμός επιδιώκει να προσαρμοστεί στις  συνθήκες πάλης των δύο παγκόσμιων συστημάτων — του σοσιαλισμού και του καπιταλισμού — στις απαιτήσεις της επιστημονικοτεχνικής επανάστασης.

Στην οικονομία των καπιταλιστικών χωρών χρησιμοποιείται όλο και πιο

πλατιά η παρότρυνση από το κράτος της μονοπωλιακής συγκέντρωσης της παραγωγής και του κεφαλαίου. Ολοένα και μεγαλύτερο μερίδιο του εθνικού εισοδήματος διανέμεται από τον κρατικό μηχανισμό προς  όφελος των μονοπωλίων.

Το κράτος δίνει στα μονοπώλια μεγάλες  πολεμικές παραγγελίες, χρηματοδοτεί τα προγράμματα ανάπτυξης της  βιομηχανίας και των επιστημονικών ερευνών, καταστρώνει τα προγράμματα οικονομικής ανάπτυξης στην κλίμακα όλης της χώρας, πραγματοποιεί νέες μορφές εξαγωγής κεφαλαίου, εφαρμόζει πολιτική ιμπεριαλιστικής ολοκλήρωσης.

Οι απόπειρες των ρεφορμιστών, των αναθεωρητών και των ανοιχτών υπερασπιστών του ιμπεριαλισμού να εμφανίσουν τον κρατικομονοπωλιακό καπιταλισμό σαν νέο κοινωνικό καθεστώς που διαφέρει τάχα ριζικά από τον παλιό, τον «κλασικό» καπιταλισμό, καθώς επίσης και οι ισχυρισμοί τους ότι ο σημερινός καπιταλισμός μετεξελίσσεται σε σοσιαλισμό, ότι ήδη δεν υπάρχουν σ’ αυτόν προλεταριάτο και αστική τάξη, ότι απουσιάζει η ταξική πάλη και οι εργάτες και οι καπιταλιστές  συνεργάζονται αρμονικά για τα συμφέροντα της κοινωνίας — όλα αυτά δεν είναι τίποτα άλλο, παρά απόπειρα να εξωραϊστεί ο σύγχρονος καπιταλισμός και να αποτραπεί η ανατροπή του, να εμποδιστεί η αυξανόμενη συμπάθεια των εργαζομένων προς τον πραγματικό σοσιαλισμό.

Στις χώρες όπου  κυριαρχεί το κρατικομονοπωλιακό κεφάλαιο, οι κοινωνικές συγκρούσεις δεν εξασθενίζουν και ανειρήνευτες αντιθέσεις συγκλονίζουν την  καπιταλιστική κοινωνία. Τα καπιταλιστικά μονοπώλια αναζητούν διέξοδο στην ακόμα μεγαλύτερη χρησιμοποίηση του αστικού κράτους στην πάλη κατά των λαϊκών μαζών, στην αντίδραση προς όλες τις κατευθύνσεις.

Με τη σειρά τους η εργατική τάξη και όλοι οι εργαζόμενοι αναζητούν τη διέξοδο στη ριζική αλλαγή των συνθηκών της υλικής και πνευματικής ζωής της κοινωνίας, συσπειρώνουν και οργανώνουν τις δυνάμεις τους, για να τελειώνουν μια για πάντα με τον καπιταλισμό. Το καθήκον αυτό διευκολύνεται από το γεγονός ότι μια μικρή ομάδα μεγάλων μονοπωλητών, κυνηγώντας τα  ψηλά κέρδη αντιπαρατάχτηκε όχι μόνο στα πλατιά στρώματα των  εργαζομένων, αλλά και σε σημαντικό μέρος της μικρής και μεσαίας αστικής  τάξης, με αποτέλεσμα να δημιουργείται η δυνατότητα οργάνωσης πλατιού αντιμονοπωλιακού μετώπου.

Η διαλεκτική του κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού είναι τέτοια—αναφέρεται στο πρόγραμμα του ΚΚΣΕ—που αντί να εδραιώνει το καπιταλιστικό σύστημα πράγμα που επιδιώκει η αστική τάξη, οξύνει ακόμη περισσότερο τις αντιθέσεις του καπιταλισμού, τον κλονίζει ως τα θεμέλια». Ο κρατικονονοπωλιακός καπιταλισμός, έλεγε ο Λένιν, «είναι η πληρέστερη υλική προετοιμασία του σοσιαλισμού, τα πρόθυρα του, είναι εκείνη η βαθμίδα της ιστορικής κλίμακας, που ανάμεσα της και στη βαθμίδα που ονομάζεται σοσιαλισμός δεν υπάρχει καμιά ενδιάμεση  βαθμίδα». (σ. 289-292).

 

Κρίση του αποικιακού συστήματος του ιμπεριαλισμού

Η κρίση της οικονομικής και πολιτικής κυριαρχίας των ιμπεριαλιστικών χωρών στις αποικιακές και εξαρτημένες χώρες, ένα από τα χαρακτηριστικά  γνωρίσματα του πρώτου σταδίου της γενικής κρίσης του καπιταλισμού (βλ. λ.). Η ουσία της κρίσης αυτής έγκειται στο ότι οι ιμπεριαλιστές δεν μπορούν πια να διαχειρίζονται τις αποικίες όπως παλιά, δεν μπορούν με τις παλιές  μεθόδους της βίας να διατηρήσουν την κυριαρχία τους, και αι λαοί των  αποικιακών και εξαρτημένων χωρών δε θέλουν άλλο να ζουν όπως παλιά και αρχίζουν να αγωνίζονται για την απελευθέρωση τους.

Η μεγάλη  Οκτωβριανή σοσιαλιστική επανάσταση ξύπνησε τους υποδουλωμένους λαούς και τους τράβηξε στο γενικό ρεύμα του παγκόσμιου σοσιαλιστικού συστήματος.

Κάτω από την επίδραση της Οκτωβριανής επανάστασης έγινε η επανάσταση στην Τουρκία, αναπτύχθηκε ένα πλατύ αντιιμπεριαλιστικό κίνημα στο Ιράν και το Αφγανιστάν, ξέσπασε ο εθνικοαπελευθερωτικός πόλεμος κατά του γαλλικού και του ισπανικού ιμπεριαλισμού στο Μαρόκο, άρχισε ο απελευθερωτικός πόλεμος κατά του ζυγού του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού στο Μεξικό και τη Νικαράγουα.

Άναψε η φλόγα της εθνικοαπελευθερωτικής πάλης στις μεγαλύτερες ασιατικές αποικίες και ημιαποικίες, συμπεριλαμβανομένης της Κίνας, της Ινδίας, της Ινδονησίας, της Ινδοκίνας.

Η κρίση του αποικιακού συστήματος του ιμπεριαλισμού και η ανάπτυξη του εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος στις αποικίες και τις εξαρτημένες χώρες, έδειχναν ότι η εποχή της ανοιχτής εκμετάλλευσης των αποικιακών λαών πέρασε αμετάκλητα, άρχισε η εποχή των  απελευθερωτικών επαναστάσεων στις αποικιακές και εξαρτημένες χώρες, η εποχή της αφύπνισης των υποδουλωμένων λαών και της εξόδου τους στο στίβο του παγκόσμιου επαναστατικού κινήματος.

Στο δεύτερο στάδιο της  γενικής κρίσης του καπιταλισμού, η κρίση του αποικιακού συστήματος του ιμπεριαλισμού μετεξελίχτηκε σε αποσύνθεση, που ολοκληρώθηκε  κατόπιν με την τελειωτική χρεοκοπία του (βλ. αποσύνθεση του αποικιακού συστήματος του ιμπεριαλισμού). (σ. 296-297).

 

Αποσύνθεση του αποικιακού συστήματος του ιμπεριαλισμού

Η  διαδικασία εξάλειψης των οικονομικών και πολιτικών σχέσεων που  βασίζονται στην υποδούλωση των αποικιακών και εξαρτημένων χωρών στα  ιμπεριαλιστικά κράτη και η δημιουργία στη θέση των πρώην αποικιών νέων,  ανεξάρτητων κρατών.

Στο δεύτερο στάδιο της γενικής κρίσης του  καπιταλισμού (βλ. λ.) η ανάπτυξη του εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος είχε σαν αποτέλεσμα να αντικατασταθεί η κρίση του αποικιακού συστήματος του ιμπεριαλισμού (βλ. λ.) από τη διαδικασία της αποσύνθεσης του, που στο τρίτο, σύγχρονο στάδιο της γενικής κρίσης του καπιταλισμού μπήκε στη  φάση της τελικής χρεοκοπίας του αποικιακού συστήματος του ιμπεριαλισμού.

Οι παλιές αποικιακές αυτοκρατορίες εξαλείφθηκαν σχεδόν ολοκληρωτικά. Η χρεοκοπία του συστήματος της αποικιακής δουλείας εγκαινίασε την έναρξη μιας νέας ιστορικής περιόδου στη ζωή των λαών της Ασίας της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής που άρχισαν να συμμετέχουν ενεργά στη  διεθνή πολιτική ζωή.

Στην πάλη των λαών των αποικιών και των εξαρτημένων χωρών βοήθησαν αποφασιστικά οι δυνάμεις του παγκόσμιου σοσιαλισμού.

Ασπίδα και σίγουρος εγγυητής των επαναστατικών καταχτήσεων και της ανεξάρτητης εθνικής ανάπτυξης των απελευθερωμένων λαών είναι σήμερα οι σοσιαλιστικές χώρες. Η Σοβιετική Ένωση και οι χώρες της  σοσιαλιστικής κοινότητας θεωρούν διεθνιστικό τους χρέος την παροχή στο εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα των λαών, ολόπλευρης αδελφικής και  ανιδιοτελούς βοήθειας, που παίζει σοβαρό ρόλο στη διαδικασία  αποσύνθεσης του αποικιακού συστήματος του ιμπεριαλισμού και στην εδραίωση της εθνικής ανεξαρτησίας των παλιών αποικιών. Η ύπαρξη του  παγκόσμιου συστήματος του σοσιαλισμού και η βοήθεια του σοσιαλιστικού στρατοπέδου ανοίγουν, μπρος στους λαούς των απελευθερωμένων  χωρών, πλατιές προοπτικές εθνικής αναγέννησης, εξάλειψης της προαιώνιας αθλιότητας, επίτευξης της οικονομικής ανεξαρτησίας, και δίνουν τη  δυνατότητα του μη καπιταλιστικού δρόμου ανάπτυξης (βλ. λ.), όπου μπήκαν μια σειρά κράτη. «Ο σοσιαλιστικός προσανατολισμός σ’ αυτές τις χώρες  ανοίγει το δρόμο του, υπερνικώντας μεγάλες δυσκολίες και δοκιμασίες. Τα κράτη αυτά διεξάγουν αποφασιστική πάλη κατά του ιμπεριαλισμού και του νεοαποικισμού» — αναφέρει το τελικό ντοκουμέντο της Διεθνούς  Σύσκεψης των Κομμουνιστικών και Εργατικών Κομμάτων, του 1969. Την αδελφική συμμαχία με τους λαούς που αποτίναξαν τον αποικιακό ζυγό, η Σοβιετική Ένωση τη βλέπει σαν ακρογωνιαίο λίθο της διεθνούς της  πολιτικής.

Η συνένωση των προσπαθειών των λαών των απελευθερωμένων χωρών και των λαών των σοσιαλιστικών κρατών στην πάλη κατά της απειλής πολέμου, αποτελεί σοβαρό παράγοντα της γενικής ειρήνης.

Η  χρεοκοπία του αποικιακού συστήματος του ιμπεριαλισμού πολλαπλασιάζει τις προοδευτικές δυνάμεις της ανθρωπότητας και εξασθενίζει τις δυνάμεις του ιμπεριαλισμού. Η πάλη για την εθνική απελευθέρωση σε πολλές  χώρες, όπως σημειώνεται στις αποφάσεις του 24ου συνεδρίου του ΚΚΣΕ, άρχισε στην πράξη να μετεξελίσσεται σε πάλη κατά των εκμεταλλευτικών σχέσεων, τόσο των φεουδαρχικών όσο και των καπιταλιστικών.(σ. 62-63).

Γενική κρίση του καπιταλισμού

Ολόπλευρη κρίση του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος στο σύνολο του, που αγκαλιάζει όλες τις  πλευρές της οικονομικής, πολιτικής και ιδεολογικής ζωής του.

Η γενική κρίση του καπιταλισμού βρίσκει την έκφραση της στην απόσπαση από τον  καπιταλισμό όλο και περισσότερων νέων χωρών, στο αδυνάτισμα των  θέσεων του ιμπεριαλισμού στην οικονομική άμιλλα με το σοσιαλισμό, στην κατάρρευση του αποικιακού συστήματος του ιμπεριαλισμού, στην όξυνση των αντιθέσεων του εξαιτίας της ανάπτυξης του κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού (βλ. λ.) και την άνοδο του μιλιταρισμού, στο δυνάμωμα της εσωτερικής αστάθειας και σήψης της καπιταλιστικής οικονομίας, στην ένταση της πάλης ανάμεσα στην εργασία και το κεφάλαιο, στο δυνάμωμα της πολιτικής αντίδρασης σ’ όλες τις κατευθύνσεις, στην εγκαθίδρυση σε μια σειρά χώρες φασιστικών, τυραννικών καθεστώτων, στη βαθιά κρίση της αστικής πολιτικής και ιδεολογίας.

Η γενική κρίση του καπιταλισμού αποτελεί ιστορική περίοδο «χρεοκοπίας του καπιταλισμού σε όλη του την έκταση και γέννησης της σοσιαλιστικής κοινωνίας» (Β. Ι. Λένιν). Το αστικό σύστημα βρίσκεται σε κατάσταση γενικής κρίσης πάνω από μισό αιώνα.

Σε αντίθεση με την οικονομική κρίση υπερπαραγωγής, που εμφανίζεται περιοδικά, και που ο καπιταλισμός την ξεπερνάει με τις εσωτερικές του δυνάμεις στα πλαίσια της αστικής κοινωνίας για να ξαναπέσει σ’ αυτή μετά από ορισμένο χρόνο, η γενική κρίση του καπιταλισμού, αφού άρχισε θα συνεχίζεται ακατάπαυστα, ως τη στιγμή που το καπιταλιστικό σύστημα

θα εξαλειφθεί τελειωτικά σ’ όλο τον κόσμο, σαν αποτέλεσμα επαναστατικών μετασχηματισμών, και στη θέση του θα εδραιωθεί το παγκόσμιο σοσιαλιστικό σύστημα οικονομίας.

Κύριο γνώρισμα της γενικής κρίσης του καπιταλισμού είναι η διάσπαση του κόσμου σε δύο αντίθετα κοινωνικά συστήματα, το σοσιαλιστικό και το καπιταλιστικό.

Η γενική κρίση του  καπιταλισμού διαρκεί για μια μακρόχρονη ιστορική περίοδο και χαρακτηρίζεται από μια διπλή διαδικασία.

Από τη μια πλευρό, με τη σοσιαλιστική επανάσταση αποσπάται από το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα η μια χώρα μετά την άλλη, ο καπιταλισμός συνεχώς εξασθενίζει, στενεύει η σφαίρα κυριαρχίας του κεφαλαίου, μεγαλώνουν και γίνονται βαθύτερες όλες οι αντιθέσεις του καπιταλιστικού συστήματος της παγκόσμιας οικονομίας και παράλληλα δυναμώνουν οι αντιδραστικές πλευρές αυτού του κοινωνικού συστήματος, που πεθαίνει και σαπίζει. Στην εποχή της γενικής κρίσης του καπιταλισμού, αναπτύσσεται πλατιά ο κρατικομονοπωλιακός καπιταλισμός και ο ιμπεριαλισμός μπαίνει σε περίοδο παρακμής και  καταστροφής.

Από την άλλη πλευρά, αναπτύσσεται ολόπλευρα και δυναμώνει το παγκόσμιο σύστημα του σοσιαλισμού, η σφαίρα του σοσιαλιστικού τρόπου παραγωγής αγκαλιάζει ένα συνεχώς μεγαλύτερο αριθμό χωρών, προβάλλοντας την υπεροχή του σοσιαλισμού απέναντι στον καπιταλισμό.

Η  γενική κρίση του καπιταλισμού πέρασε δύο φάσεις και τώρα βρίσκεται στην τρίτη.

  1. Την αρχή της πρώτης φάσης, που διήρκεσε πάνω από 20 χρόνια, μέχρι την έκρηξη του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου, την έθεσε ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος και η μεγάλη Οκτωβριανή σοσιαλιστική  επανάσταση. Στο διάστημα αυτό γεννήθηκε το πρώτο στον κόσμο σοσιαλιστικό κράτος: η Σοβιετική Ένωση. Η ΕΣΣΔ, αν και βρισκόταν μέσα σε εχθρική καπιταλιστική περικύκλωση, έγινε μεγάλη βιομηχανική δύναμη και κατέλαβε, ως προς το επίπεδο οικονομικής ανάπτυξης, τη δεύτερη θέση στον κόσμο.
  2. Στη διάρκεια του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου και των σοσιαλιστικών επαναστάσεων, που έγιναν σε μια σειρά χώρες της Ευρώπης και της Ασίας, άρχισε η δεύτερη φάση της γενικής κρίσης του καπιταλισμού. Βασικό αποτέλεσμα της φάσης ήταν ότι περιορίστηκε η ακτίνα δράσης του  καπιταλισμού ενώ ο κόσμος του σοσιαλισμού διευρύνθηκε σημαντικά.  Διαμορφώθηκε το παγκόσμιο σοσιαλιστικό σύστημα. Κάτω από τα κτυπήματα του εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος των καταπιεζόμενων λαών άρχισε η αποσύνθεση του αποικιακού συστήματος του ιμπεριαλισμού (βλ. λ.).  Προηγήθηκε μεγαλύτερη εξασθένηση του καπιταλισμού.
  3. Τώρα ο παγκόσμιος καπιταλισμός μπήκε σε νέα, την τρίτη φάση της γενικής κρίσης. Το κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα της φάσης αυτής είναι ότι άρχισε (στα μέσα της 4ης δεκαετίας) και αναπτύχθηκε, όχι εξαιτίας του παγκόσμιου πολέμου, όπως συνέβη με τις δύο προηγούμενες φάσεις, αλλά σε σχετικά ειρηνική περίοδο. Τώρα το κύριο περιεχόμενο, την κύρια κατεύθυνση και τα βασικά ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ιστορικής ανάπτυξης της ανθρωπότητας τα καθορίζει το παγκόσμιο σοσιαλιστικό σύστημα, οι δυνάμεις που παλεύουν ενάντια στον ιμπεριαλισμό για το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας. Το ισχυρό κύμα των εθνικοαπελευθερωτικών  επαναστάσεων έφερε την κατάρρευση του αποικιακού συστήματος του  ιμπεριαλισμού. Στα ερείπια του σχηματίστηκαν δεκάδες νέα κράτη, που αποτίναξαν το ζυγό του ιμπεριαλισμού και μπήκαν στο δρόμο της αυτοδύναμης  ανάπτυξης.

Ο ιμπεριαλισμός έχασε τελειωτικά και για πάντα την προηγούμενη

αδιαίρετη κυριαρχία του στον κόσμο και ο συσχετισμός των δυνάμεων ανάμεσα στο σοσιαλιστικό και καπιταλιστικό σύστημα άλλαξε ριζικά προς όφελος του σοσιαλισμού και σε βάρος του καπιταλισμού.

Η εξάλειψη του καπιταλιστικού συστήματος σε μια μεγάλη ομάδα χωρών, η ανάπτυξη και στερέωση του παγκόσμιου σοσιαλιστικού συστήματος, η κατάρρευση και η σχεδόν πλήρης καταστροφή των πρώην αποικιακών αυτοκρατοριών, το σπάσιμο της αποικιακής δομής της οικονομίας, που άρχισε στις  απελευθερωμένες από τον ιμπεριαλισμό χώρες, η διεύρυνση των  οικονομικών σχέσεων ανάμεσα σ’ αυτές τις χώρες και τον κόσμο του  σοσιαλισμού, όλα αυτά βαθαίνουν την κρίση της παγκόσμιας καπιταλιστικής  οικονομίας.

Ο σύγχρονος καπιταλισμός προσαρμόζεται στις νέες συνθήκες για να σταματήσει την πορεία αποσύνθεσης του καπιταλιστικού  συστήματος και την ορμητική άνοδο του παγκόσμιου συστήματος του σοσιαλισμού. Γι’ αυτό το λόγο τα μονοπώλια χρησιμοποιούν πλατιά τα επιτεύγματα της επιστημονικοτεχνικής προόδου για να στερεώσουν τις θέσεις τους, να αυξήσουν την αποδοτικότητα και τους ρυθμούς ανάπτυξης της παραγωγής, να δυναμώσουν την εκμετάλλευση των εργαζομένων.

Όμως όλες αυτές οι προσπάθειες του καπιταλισμού, τονίζεται στην  απόφαση του 24ου συνεδρίου του ΚΚΣΕ, «δεν οδηγούν στη σταθεροποίηση

του, σαν κοινωνικού συστήματος. Η γενική κρίση του καπιταλισμού  συνεχίζει να βαθαίνει».

Η ύπαρξη δύο αντίθετων κοινωνικών συστημάτων συνδέεται με βαθιές αντιθέσεις ανάμεσα τους, με πολιτική και ιδεολογική πάλη. Τώρα που οι δυνάμεις του σοσιαλισμού, της ειρήνης και της  δημοκρατίας υπερέχουν από τις δυνάμεις του ιμπεριαλισμού, δεν είναι  αναπόφευκτος ο πόλεμος, υπάρχει ρεαλιστική δυνατότητα να τον αποτρέψουμε, αναπτύσσοντας την πάλη των λαών ενάντια στις φιλοπόλεμες δυνάμεις του ιμπεριαλισμού, που επιδιώκουν να εξαπολύσουν νέο παγκόσμιο  πόλεμο. Γενική γραμμή των σοσιαλιστικών χωρών στον τομέα των  διακρατικών σχέσεων είναι η ειρηνική συνύπαρξη κρατών με διαφορετικό  κοινωνικοοικονομικό σύστημα και η διεξαγωγή στη βάση αυτή ειρηνικής οικονομικής άμιλλας, μέσα από την οποία ο σοσιαλισμός κατακτά τη μια νίκη μετά την άλλη. (σ. 91-93).

 

Διεθνής καπιταλιστικός καταμερισμός της εργασίας

Η ειδίκευση  μερικών χωρών, στα πλαίσια του παγκόσμιου καπιταλιστικού οικονομικού συστήματος, στην παραγωγή ορισμένων ειδών παραγωγής για τη  διάθεση τους στην παγκόσμια αγορά.

Ο διεθνής καταμερισμός της εργασίας παρουσίασε τη μεγαλύτερη ανάπτυξη του στην περίοδο του μονοπωλιακού καπιταλισμού, όταν καθιερώθηκαν στενές οικονομικές σχέσεις ανάμεσα σε διάφορες χώρες, που τις διέκρινε μεγάλη ποικιλία φυσικών  προϋποθέσεων, διαφορετικό επίπεδο οικονομικής ανάπτυξης και παραγωγικότητας της εργασίας. Με το διεθνή καταμερισμό εργασίας διευκολύνεται η γενική άνοδος των παραγωγικών δυνάμεων της κοινωνίας, η πληρέστερη  αξιοποίηση των υλικών πηγών των καπιταλιστικών χωρών με βάση τα επιτεύγματα της επιστήμης και τεχνικής.

Παράλληλα, όμως, ο διεθνής  καταμερισμός εργασίας χαρακτηρίζεται από βαθιές αντιθέσεις που πηγάζουν από την εκμεταλλευτική φύση του καπιταλισμού. «Ούτε οι διαδικασίες ολοκλήρωσης, ούτε το ταξικό συμφέρον των ιμπεριαλιστών για συνένωση των προσπαθειών τους στην πάλη ενάντια στον παγκόσμιο σοσιαλισμό εξάλειψαν τις αντιθέσεις ανάμεσα στα ιμπεριαλιστικά κράτη» — τόνισε ό Λ. Ι. Μπρέζνιεφ στό 24ο συνέδριο του ΚΚΣΕ.

Ο καπιταλισμός  πραγματοποιεί το διεθνή καταμερισμό εργασίας με μεθόδους καταναγκασμού, βαθαίνοντας τις ανισότητες, με την υποδούλωση της μιας χώρας στην άλλη. Απ’ όλα αυτά καθορίζεται ο τερατώδης χαρακτήρας του διεθνούς καπιταλιστικού καταμερισμού εργασίας, που σε συνθήκες οξύτατης ανταγωνιστικής πάλης ανάμεσα στους μονοπωλητές διάφορων χωρών και της κυρίαρχης θέσης στον καπιταλιστικό κόσμο των οικονομικά  αναπτυγμένων κρατών, οδηγεί σε εντατικοποίηση της εκμετάλλευσης των  υπανάπτυκτων χωρών.

Οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις παρεμποδίζουν τις οικονομικά υπανάπτυκτες χώρες να δημιουργήσουν δική τους βιομηχανία, και ιδιαίτερα βαριά βιομηχανία, που είναι η βάση της οικονομικής αυτοδυναμίας και της πολιτικής ανεξαρτησίας τους. Ακόμα και στις περιπτώσεις εκείνες που τα μονοπώλια δημιουργούν στις χώρες αυτές εξορυκτικές μονάδες και βιομηχανίες κατεργασίας ορισμένων προϊόντων, βασικά πρώτων υλών, οι μονοπωλητές τις προσαρμόζουν με τέτοιο τρόπο ώστε να εξυπηρετούν τις ανάγκες του μεγάλου κεφαλαίου, περιφρονώντας τα συμφέροντα του ντόπιου πληθυσμού (βλ. αποικιακή εκμετάλλευση). Σκληροί ανταγωνισμοί διεισδύουν και στις παραγωγικές σχέσεις, που δημιουργούνται από το διεθνή καταμερισμό εργασίας ανάμεσα στις βιομηχανικά αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες. Η πάλη ανάμεσα στις διάφορες ομάδες των διεθνών και διακρατικών μονοπωλιακών ενώσεων, με σκοπό τον πλουτισμό τους, εμποδίζει την τάση διεθνοποίησης της παραγωγής.

Αντίθετα από τα διεθνή καπιταλιστικό καταμερισμό της εργασίας, ο διεθνής σοσιαλιστικός καταμερισμός της εργασίας (βλ. λ.) βασίζεται στις αρχές της ισότητας και του σεβασμού των αμοιβαίων συμφερόντων και οδηγεί στη στερέωση της ενότητας και της οικονομικής δύναμης του παγκόσμιου σοσιαλιστικού  συστήματος. (σ. 107-108).

 

Νόμος της ανισομερούς οικονομικής και πολιτικής ανάπτυξης των

καπιταλιστικών χωρών στην περίοδο του ιμπεριαλισμού

Αντικειμενικός νόμος της οικονομικής και πολιτικής ανάπτυξης του  μονοπωλιακού καπιταλισμού που ανακάλυψε ο Β. Ι. Λένιν, σύμφωνα με τον οποίο η οικονομική και πολιτική ανάπτυξη των καπιταλιστικών χωρών  πραγματοποιείται με απότομα άλματα, ενισχύονται οι θέσεις μερικών χωρών σε βάρος άλλων στην παγκόσμια αγορά, πράγμα που οδηγεί στο περιοδικό ξαναμοίρασμα του ήδη μοιρασμένου κόσμου, σε αλλαγές στις σφαίρες επιρροής και την εξαπόλυση καταχτητικών πολέμων, στη γενική όξυνση της πάλης ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές χώρες.

Η ανισομέρεια της ανάπτυξης της  καπιταλιστικής οικονομίας, που πηγάζει από την ύπαρξη της καπιταλιστικής ατομικής ιδιοκτησίας, από το κυνήγι του κέρδους και από την αναρχία της παραγωγής, χαρακτηρίζει εσωτερικά τον καπιταλισμό, σ’ όλα τα στάδια της ανάπτυξης του. Ωστόσο, στην προμονοπωλιακή περίοδο, όταν στη συντριπτική πλειονότητα τους οι επιχειρήσεις ήταν μικρές και βασίλευε ο ελεύθερος ανταγωνισμός, η ανάπτυξη του καπιταλισμού γινόταν λίγο-πολύ ομαλά, χωρίς απότομα άλματα.

Με την είσοδο του καπιταλισμού στο στάδιο του ιμπεριαλισμού (βλ. λ.), η ανισομέρεια της ανάπτυξης αποκτά χαρακτήρα απότομων αλμάτων. Αυτό οφείλεται στην απότομη επιτάχυνση της  διαδικασίας της συγκέντρωσης της παραγωγής και του κεφαλαίου, στην  εγκαθίδρυση της κυριαρχίας του μονοπωλιακού και χρηματιστικού κεφαλαίου, στις μεγάλες αλλαγές στην ανάπτυξη της επιστήμης και της τεχνικής, που δίνουν τη δυνατότητα σε χώρες που ήταν στο παρελθόν καθυστερημένες οικονομικά, να φτάσουν και να ξεπεράσουν σε σύντομο χρονικό διάστημα τις χώρες που προπορεύονταν. Σοβαρό ρόλο στο δυνάμωμα της ανισομερούς ανάπτυξης παίζει η εξαγωγή κεφαλαίου, που διευρύνει τη σφαίρα επενδύσεων του κεφαλαίου, πράγμα που επιτρέπει να ενισχυθεί το οικονομικό δυναμικό αυτών των χωρών σε βάρος των άλλων. Η οικονομική αυτή ανάπτυξη με απότομα άλματα έχει σαν αποτέλεσμα ν’ απαιτούν οι  ιμπεριαλιστικές χώρες που έχουν τραβήξει μπροστά το ξαναμοίρασμα του μοιρασμένου ήδη καπιταλιστικού κόσμου σύμφωνα με το συσχετισμό των  δυνάμεων που έχει αλλάξει.

Όλα αυτά οδηγούν στην ανάπτυξη των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων, στη χρησιμοποίηση από μέρους των  ανταγωνιζόμενων ιμπεριαλιστικών ομάδων των πολέμων σαν μεθόδων πάλης. Έτσι προκλήθηκε ο πρώτος και ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος.

Η ανάλυση της δράσης του νόμου της ανισομερούς οικονομικής και πολιτικής ανάπτυξης των καπιταλιστικών χωρών στην εποχή του ιμπεριαλισμού επέτρεψε στο Β.Ι. Λένιν να καταλήξει σ’ ένα συμπέρασμα τεράστιας ιστορικής σημασίας για τη δυνατότητα της νίκης του σοσιαλισμού πρωταρχικά σε λίγες ή ακόμη και σε μία μόνο καπιταλιστική χώρα. Η ρωγμή στο ιμπεριαλιστικό  σύστημα επέρχεται στον πιο αδύνατο κρίκο του.

Στα 1917 ο πιο αδύνατος κρίκος αποδείχτηκε ότι ήταν η τσαρική Ρωσία, που αποτελούσε τον κόμβο όλων των αντιθέσεων του ιμπεριαλισμού: των πολιτικών, των οικονομικών, των εθνικών. Αποτέλεσμα της μεγάλης Οκτωβριανής σοσιαλιστικής  επανάστασης ήταν να εμφανιστεί το πρώτο στον κόσμο σοσιαλιστικό κράτος: η ΕΣΣΔ.

Μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο αποκόπηκαν από τον ιμπεριαλισμό μια σειρά χώρες της Ευρώπης και της Ασίας, που μπήκαν στο δρόμο του σοσιαλισμού, κατέρρευσε το αποικιακό σύστημα και εμφανίστηκαν δεκάδες νεαρές ανεξάρτητες χώρες.

Ο δρόμος της ανισομερής οικονομικής και πολιτικής ανάπτυξης των καπιταλιστικών χωρών δρα σταθερά και σήμερα. Η ανισομέρεια της ανάπτυξης δυναμώνει. Έτσι, το μερίδιο των επιμέρους χωρών στη βιομηχανική παραγωγή του καπιταλιστικού κόσμου, στην περίοδο από το 1950 ως το 1970, άλλαξε κατά τον εξής τρόπο: Η ΠΑ 54,6 % το 1950 και 40,9 % το 1970 αντίστοιχα, η Αγγλία 11,6 % και 7,1 %, η Γαλλία 4,4 % και 4,7 %, η Γερμανική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία 6,6 % και 9,7 %, η Ιαπωνία 1,6 % και 9,4 %. Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι μετά το  δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο οι νικημένες χώρες προωθήθηκαν και πάλι χωριστά. Η Δυτ. Γερμανία και η Ιαπωνία ξεπέρασαν την Αγγλία και τη Γαλλία και  πλησιάζουν τις Η ΠΑ.

Η ενίσχυση της ανισομέρειας οδηγεί στην όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων, που ο ιμπεριαλισμός επιχειρεί να τις  αμβλύνει με την οικονομική και πολιτική ολοκλήρωση, τη δημιουργία διάφορων διεθνών κρατικομονοπωλιακών ενώσεων του τύπου της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας («Κοινής Αγοράς») και της Ευρωπαϊκής Ζώνης Ελεύθερων Συναλλαγών. Ωστόσο, οι ενώσεις αυτές αποτελούν μέσο για το ξαναμοίρασμα των σφαιρών επιρροής των ιμπεριαλιστικών κρατών στο σύγχρονο  στάδιο και διατηρούν τις εστίες οξυμένων προστριβών και συγκρούσεων τόσο προς τα έξω, όσο και ανάμεσα στα μέλη τους.

Οι αλλαγές στο συσχετισμό του οικονομικού δυναμικού των Η ΠΑ, των βασικών χωρών της Δυτικής  Ευρώπης και της Ιαπωνίας, εκδηλώνονται και στη σφαίρα των πολιτικών  σχέσεων. Οι μικρότεροι εταίροι του αμερικανικού ιμπεριαλισμού, οι απόλυτα υποταγμένοι στην περίοδο της «μαρσαλοποίησης» της Ευρώπης, απαιτούν τώρα συμμετοχή στη λήψη των σπουδαιότερων πολιτικών και στρατηγικών αποφάσεων, δε θέλουν να συμβιβαστούν (σε πρώτη σειρά η Γαλλία) με την απεριόριστη κυριαρχία των Η ΠΑ στο NATO και σε όλο το σύστημα των στρατιωτικών-πολιτικών συμμαχιών, που υπάρχουν στο στρατόπεδο του ιμπεριαλισμού.

Όμως ούτε οι διαδικασίες ολοκλήρωσης ούτε το ταξικό συμφέρον των ιμπεριαλιστών για την ένωση των προσπαθειών στην πάλη κατά του παγκόσμιου σοσιαλισμού, δεν μπορούν να εξαλείψουν τις  αντιθέσεις ανάμεσα στα ιμπεριαλιστικά κράτη.

Στην αρχή της δεκαετίας του 1970 διαγράφηκαν καθαρά τα βασικά κέντρα του ιμπεριαλιστικού  ανταγωνισμού. ΗΠΑ-Δυτική Ευρώπη (πρώτα απ’ όλα η εξάδα των χωρών της «Κοινής Αγοράς») και η Ιαπωνία. Ανάμεσα τους αναπτύσσεται όλο και πιο οξυμένη ανταγωνιστική πάλη, οικονομική και πολιτική. Οι απαγορεύσεις που θεσπίζουν τα επίσημα όργανα των ΗΠΑ στις εισαγωγές όλο και μεγαλύτερου αριθμού εμπορευμάτων από την Ευρώπη και την Ιαπωνία, οι απόπειρες των ευρωπαϊκών χωρών να περιορίσουν την εκμετάλλευση τους από το αμερικανικό κεφάλαιο — να μερικές μόνο από τις εκδηλώσεις αυτής της πάλης (Λ. Ι. Μπρέζνιεφ, Απολογισμός της Κ.Ε. του ΚΚΣΣΕ στο 24ο συνέδριο του ΚΚΣΕ).

Από τη θεωρία της ανισομερής οικονομικής και πολιτικής ανάπτυξης του ιμπεριαλισμού και των συνεπειών της, του διαφορετικού χρόνου της νίκης του σοσιαλισμού στις διάφορες χώρες, απορρέει η αντικειμενική ανάγκη της ειρηνικής συνύπαρξης των κρατών με διαφορετικά κοινωνικά συστήματα.

Το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα στο σύνολο του ωρίμασε για την κοινωνική επανάσταση. Αλλά σε κάθε χώρα οι σοσιαλιστικές επαναστάσεις ωριμάζουν ανάλογα με τις αντίστοιχες  εσωτερικές συνθήκες που τη χαρακτηρίζουν. Οι συνθήκες αυτές διαφέρουν εξαιτίας της ανισομερής οικονομικής και πολιτικής ανάπτυξης των  καπιταλιστικών χωρών, της ιδιομορφίας των ιστορικών και άλλων παραγόντων. Ο υπολογισμός της δράσης του νόμου της ανισομερής ανάπτυξης των καπιταλιστικών χωρών, η μελέτη των συγκεκριμένων εκδηλώσεων αυτής της δράσης, είναι σπουδαιότατο στοιχείο της μαρξιστικής-λενινιστικής  στρατηγικής και τακτικής, της λενινιστικής θεωρίας της σοσιαλιστικής επανάστασης. (σ. 370-381).

 

 

 

 

Διεθνής μεταφορά εργατικής δύναμης

Η μεταφορά, η μετανάστευση ικανού για εργασία πληθυσμού από μια χώρα στην άλλη για την εξεύρεση εργασίας και καλύτερες συνθήκες ζωής, που είναι χαρακτηριστική για τον καπιταλισμό, ιδιαίτερα στην εποχή του ιμπεριαλισμού.

Βασική αιτία της  μετανάστευσης είναι η ανισομερής συσσώρευση κεφαλαίου σε ξεχωριστές  καπιταλιστικές χώρες, που οδηγεί στο σχηματισμό σχετικού υπερπληθυσμού σε μερικές χώρες και στην έλλειψη εργατικής δύναμης σε άλλες. Στον  καπιταλισμό, η μεταφορά εργατικής δύναμης έχει αυθόρμητο χαρακτήρα και κατά κανόνα πραγματοποιείται από λιγότερο αναπτυγμένες οικονομικά χώρες σε πια αναπτυγμένες, με σχετικά υψηλούς ρυθμούς οικονομικής ανόδου.

Ιστορικά, σε μεγάλη κλίμακα πραγματοποιήθηκε η μετανάστευση εργατικής δύναμης από την Ευρώπη στη Βόρεια Αμερική, όπου απαιτούνταν πολλή εργατική δύναμη για την αναπτυγμένη βιομηχανία του  καπιταλισμού, αλλά ο τοπικός πληθυσμός ήταν περιορισμένος. Το ρεύμα των μεταναστών είναι ένας από τους παράγοντες της σχετικά γρήγορης  καπιταλιστικής ανάπτυξης των Η ΠΑ. Η άνοδος της ανεργίας στις  καπιταλιστικές χώρες στις συνθήκες της γενικής κρίσης του καπιταλισμού, ανάγκασε όλες τις καπιταλιστικές χώρες να περιορίσουν και σε μερικές περιπτώσεις να απαγορεύσουν την είσοδο ξένων εργατών.

Μετά όμως το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, οι ιδιομορφίες της οικονομικής ανάπτυξης μερικών  δυτικοευρωπαϊκών χωρών, ιδιαίτερα της ΟΔΓ και της Γαλλίας, καθόρισαν το ενδιαφέρον τους στην προσέλκυση της ξένης μη ειδικευμένης εργατικής δύναμης. Περιορισμοί σημειώθηκαν στα πλαίσια της «Κοινής Αγοράς». Ο αριθμός των μεταναστών στην Ε.Ο.Κ. από τις λιγότερο αναπτυγμένες  χώρες της Νότιας Ευρώπης (Ισπανίας, Πορτογαλίας, Ελλάδας) ήταν στις αρχές του 1970 γύρω στα 11 εκατομμύρια.

Οι ξένοι εργάτες είναι το πιο  εκμεταλλευόμενο μέρος της εργατικής τάξης. Κατά κανόνα δεν συμμετέχουν στα συνδικάτα, δεν επεκτείνεται σ’ αυτούς η εργατική νομοθεσία, χρησιμοποιούνται σε μη ειδικευμένες εργασίες, η εργασία τους πληρώνεται χαμηλότερα από τους ντόπιους εργάτες, ζουν σε χειρότερες συνθήκες.

«…Για τον ιμπεριαλισμό είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστική η πιο έντονη εκμετάλλευση της εργασίας των μισθωτών από τις καθυστερημένες χώρες… σε αυτήν βασίζεται, σε μεγάλο βαθμό, ο παρασιτισμός των ιμπεριαλιστικών, πλούσιων χωρών, που εξαγοράζουν και μέρος των δικών τους εργατών με πιο υψηλή αμοιβή με την απροσμέτρητη και αδιάντροπη εκμετάλλευση της εργασίας των «φθηνών» ξένων εργατών» (Β. Ι. Λένιν, Άπαντα τομ. 34, σελ. 371 ρωσ. έκδ.).

Στις συνθήκες της επιστημονικοτεχνικής επανάστασης εμφανίζεται η διεθνής μετανάστευση επιστημονικοτεχνικών στελεχών. Αναζητώντας καλύτερες συνθήκες για τη χρησιμοποίηση των δυνάμεων τους και πιο υψηλό επίπεδο ζωής, αι επιστήμονες, μηχανικοί, ιατροί και άλλα άτομα υψηλής ειδίκευσης, μεταναστεύουν από τη  Δυτική Ευρώπη στις ΗΠΑ. Αυτό επιτρέπει στα αμερικανικά μονοπώλια να εξοικονομούν τα ποσά που έπρεπε να διατεθούν για προετοιμασία στελεχών. Στην οικονομία όμως των χωρών της Δυτικής Ευρώπης αυτή η μετανάστευση, που πήρε το όνομα «διαρροή εγκεφάλων», προκαλεί  σημαντική ζημιά. (σ. 108-109).

 

Παγκόσμια καπιταλιστική αγορά

Το σύνολο των εθνικών αγορών των καπιταλιστικών χωρών, που συνδέονται μεταξύ τους με το εξωτερικό  εμπόριο και άλλες μορφές οικονομικών σχέσεων οι οποίες στηρίζονται στο διεθνή καπιταλιστικό καταμερισμό της εργασίας (βλ. λ.).

Η εμφάνιση της παγκόσμιας καπιταλιστικής αγοράς αρχίζει το 16ο-17ο αιώνα, στην περίοδο της πρωταρχικής συσσώρευσης κεφαλαίου, που πραγματοποιούνταν σε συνθήκες αποσύνθεσης της φεουδαρχικής κοινωνίας στην Ευρώπη. Η παγκόσμια αγορά στάθηκε μια από τις απαραίτητες προϋποθέσεις της επικράτησης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και της ανάπτυξης της μεγάλης καπιταλιστικής βιομηχανίας που, με τη σειρά της, δημιούργησε την τάση διεθνοποίησης της παραγωγής και της ανταλλαγής, ανάπτυξης των πολύπλευρων διεθνών οικονομικών σχέσεων, ευρύτατου διεθνούς καταμερισμού της εργασίας και, τέλος, διαμόρφωσης της παγκόσμιας καπιταλιστικής αγοράς.

Στο στάδιο του ιμπεριαλισμού ολοκληρώθηκε η  διαμόρφωση της παγκόσμιας αγοράς που αγκάλιασε όλες τις χώρες του κόσμου, οι οποίες έγιναν ξεχωριστοί κρίκοι της ενιαίας αλυσίδας της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας. Οι οικονομικοί νόμοι του καπιταλισμού, που δρουν στο σύστημα της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας,  καθορίζουν και τις νομοτέλειες ανάπτυξης της παγκόσμιας καπιταλιστικής αγοράς.

Στην παγκόσμια καπιταλιστική αγορά δεσπόζουν σχέσεις κυριαρχίας και υποταγής, η οικονομική υποδούλωση των υπανάπτυκτων χωρών από τα ιμπεριαλιστικά κράτη, πράγμα που οδηγεί στην όξυνση των αντιθέσεων του καπιταλισμού. Οι όροι της καπιταλιστικής παγκόσμιας οικονομίας  εμποδίζουν τη συντριπτική πλειονότητα των χωρών του καπιταλιστικού 

συστήματος να περάσει στο εντατικό και ολόπλευρα αναπτυγμένο διεθνές 

εμπόριο. Με τη βοήθεια των ανισότιμων ανταλλαγών και άλλων μορφών  οικονομικής και πολιτικής καταπίεσης, οι ιμπεριαλιστικές χώρες εκμεταλλεύονται τα καθυστερημένα από οικονομική άποψη κράτη.

Στην παγκόσμια καπιταλιστική αγορά δρα ο οικονομικός νόμος της αναρχίας και του ανταγωνισμού, αναπτύσσεται λυσσασμένη πάλη ανάμεσα στα ιμπεριαλιστικά κράτη και τα μονοπώλια για τις σφαίρες τοποθέτησης των κεφαλαίων, και για τις αγορές και για τις πηγές πρώτων υλών. Ο αυθόρμητος χαρακτήρας και η αστάθεια της καπιταλιστικής οικονομίας ενισχύεται παραπέρα σαν αποτέλεσμα του γεγονότος ότι η τάση για τη διεύρυνση της παραγωγής έρχεται σε σύγκρουση με τα στενά πλαίσια της ικανής για πληρωμή  ζήτησης του πληθυσμού. Στη σύγκρουση αυτή ανάμεσα στην αύξηση των παραγωγικών δυνατοτήτων και την περιορισμένη περιεκτικότητα της  αγοράς εκδηλώνεται η βασική αντίθεση του καπιταλισμού — η αντίθεση  ανάμεσα στον κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής και την ατομική, καπιταλιστική μορφή ιδιοποίησης.

Το δυνάμωμα της ανισομερούς οικονομικής και πολιτικής ανάπτυξης των καπιταλιστικών χωρών στην εποχή του ιμπεριαλισμού, η όξυνση του προβλήματος των αγορών, οδηγούν σε απεγνωσμένη ανταγωνιστική πάλη για το ξαναμοίρασμα των αγορών, των σφαιρών επιρροής.

Οι αντιθέσεις στην παγκόσμια καπιταλιστική αγορά βαθαίνουν με τον περιορισμό της σφαίρας καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, την αποκοπή από τον καπιταλισμό πολλών χωρών που μπήκαν στο δρόμο του  σοσιαλισμού, με την αποσύνθεση του αποικιακού συστήματος.

Ο ιμπεριαλισμός αναζητεί διέξοδο στο δρόμο του διεθνούς κρατικομονοπωλιακού  μοιράσματος της καπιταλιστικής αγοράς. Η δημιουργία διακρατικών οικονομικών ενώσεων του τύπου της «Κοινής Αγοράς» και της Ευρωπαϊκής Ζώνης Ελεύθερων Συναλλαγών, αποβλέπει στην ενίσχυση των θέσεων του στην  παγκόσμια καπιταλιστική αγορά. Η δράση των οικονομικών αυτών συνασπισμών οδηγεί στο βάθεμα των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων. Μόνο στις  συνθήκες του παγκόσμιου σοσιαλιστικού συστήματος οικονομίας και της  δημιουργημένης, πάνω στη βάση αυτού του συστήματος, παγκόσμιας σοσιαλιστικής αγοράς (βλ. λ.) είναι δυνατή η ισότιμη και αμοιβαία ωφέλιμη  συμμετοχή των χωρών στην ανάπτυξη των διακρατικών οικονομικών  σχέσεων, συμπεριλαμβανομένων και των σχέσεων εξωτερικού εμπορίου. (σ. 452-454).

 

Παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα οικονομίας

Το πλέγμα των  οικονομικών σχέσεων ανάμεσα στις εθνικές οικονομίες των επιμέρους  καπιταλιστικών χωρών, που εξασφαλίζει την κυρίαρχη θέση λίγων μεγάλων  ιμπεριαλιστικών κρατών. Η καπιταλιστική παγκόσμια οικονομία διαμορφώνεται ολοκληρωμένα με το πέρασμα του καπιταλισμού στο στάδιο του  ιμπεριαλισμού (βλ. λ.). Ο σχηματισμός του ολοκληρώθηκε με την ανάπτυξη σε πολλές χώρες της μεγάλης καπιταλιστικής βιομηχανίας, το βάθεμα του διεθνούς καταμερισμού της εργασίας και τη διεύρυνση της παγκόσμιας αγοράς, την εξαγωγή κεφαλαίου και την υποταγή των καθυστερημένων χωρών σε μια μικρή ομάδα ιμπεριαλιστικών κρατών. Ως προς την ουσία της, η παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία δεν αποτελεί απλό άθροισμα εθνικών  οικονομικών μονάδων, αλλά παγκόσμιο σύστημα χρηματιστικής υποταγής και εκμετάλλευσης των αποικιακών, των εξαρτημένων και των οικονομικά υπανάπτυκτων χωρών, σε μια φούχτα καπιταλιστικών κρατών με υψηλή ανάπτυξη. Ο διεθνής καπιταλιστικός καταμερισμός της εργασίας εδραιώνει τη θέση των καθυστερημένων χωρών σαν εξαρτημένων περιοχών απ’ όπου τα ιμπεριαλιστικά κράτη παίρνουν αγροτικά προϊόντα και πρώτες ύλες.

Η παγκόσμια καπιταλιστική αγορά και οι πιστωτικές σχέσεις αποτελούν

βασικούς κρίκους της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας στη σφαίρα

της κυκλοφορίας. Χαρακτηριστικά γνωρίσματα της παγκόσμιας  καπιταλιστικής αγοράς είναι ο αυθόρμητος χαρακτήρας της, οι άνισες ανταλλαγές ανάμεσα στις βιομηχανικά αναπτυγμένες και τις αγροτικές χώρες, σε βάρος των τελευταίων.

Στις συνθήκες της γενικής κρίσης του καπιταλισμού (βλ. λ.), στην περίοδο κατάρρευσης του αποικιακού συστήματος του ιμπεριαλισμού (βλ. λ.), τα μονοπώλια επιδιώκουν να διατηρήσουν τις κλονισμένες σχέσεις στην παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία διαμέσου νέων μορφών υποδούλωσης και διατήρησης της κυριαρχίας τους μέσα από διάφορες μορφές διακρατικών μονοπωλιακών οργανώσεων («Κοινή Αγορά») και διαμέσου της νεοαποικιοκρατίας (βλ. λ). Στις σύγχρονες συνθήκες, όπως τονίζεται στο πρόγραμμα του ΚΚΣΕ, «η κατάργηση του καπιταλιστικού συστήματος από μια μεγάλη ομάδα χωρών, η ανάπτυξη και εδραίωση του παγκόσμιου σοσιαλιστικού συστήματος, η αποσύνθεση του αποικιακού συστήματος και η κατάρρευση των παλιών αυτοκρατοριών, το σπάσιμο της αποικιακής δομής της οικονομίας των απελευθερωμένων χωρών, η διεύρυνση των οικονομικών σχέσεων ανάμεσα στις χώρες αυτές και τις χώρες του σοσιαλιστικού κόσμου, όλα αυτά βαθαίνουν την κρίση της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας».

Το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα οικονομίας κατατρώγεται από οξύτατες αντιθέσεις, υπονομεύεται από την απεγνωσμένη ανταγωνιστική πάλη ανάμεσα στα ιμπεριαλιστικά κράτη, από την πάλη των διεθνών μονοπωλίων για αγορές και σφαίρες επένδυσης του κεφαλαίου και για την εξασφάλιση υψηλών κερδών. Κάτω από τα πλήγματα του επαναστατικού κινήματος και της εθνικοαπελευθερωτικής πάλης, αποσπώνται από το παγκόσμιο σύστημα του καπιταλισμού οι χώρες που μπαίνουν στο δρόμο οικοδόμησης του σοσιαλισμού και σχηματίζουν το παγκόσμιο σοσιαλιστικό σύστημα οικονομίας (βλ. λ.). (σ. 456-457).

 

 

   Παγκόσμιο σοσιαλιστικό σύστημα οικονομίας

Το σύνολο των  εθνικών οικονομιών των ανεξάρτητων, αυτοτελών σοσιαλιστικών χωρών που συνδέονται στενά μεταξύ τους με ολόπλευρη οικονομική, επιστημονική και τεχνική συνεργασία, με το διεθνή σοσιαλιστικό καταμερισμό της εργασίας (βλ. λ.), με την παγκόσμια σοσιαλιστική αγορά (βλ. λ.).

Το παγκόσμιο  σοσιαλιστικό σύστημα οικονομίας εμφανίζεται χάρη στη δράση των  αντικειμενικών νόμων της ιστορικής ανάπτυξης. Οι οικονομικές σχέσεις, στο  εσωτερικό του παγκόσμιου συστήματος του σοσιαλισμού, αποτελούν ένα νέο τύπο διακρατικών οικονομικών σχέσεων, που οικοδομούνται πάνω στην πλήρη ισοτιμία, την εθνική ανεξαρτησία, την κυριαρχία, την αδελφική αλληλοβοήθεια και συνεργασία. Οικοδομούνται με τον υπολογισμό των  συμφερόντων τόσο ολόκληρου του συστήματος στο σύνολο του, όσο και των εθνικών οικονομιών των επιμέρους σοσιαλιστικών χωρών.

Οι σχέσεις αυτές μέσα στο παγκόσμιο σύστημα του σοσιαλισμού, οφείλονται στην κοινωνικοοικονομική και την πολιτική κοινότητα των σοσιαλιστικών κρατών, στην ενότητα των σκοπών και των συμφερόντων τους. Στην οικονομία των χωρών που αποτελούν το παγκόσμιο σοσιαλιστικό σύστημα οικονομίας, κυριαρχούν οι σοσιαλιστικές παραγωγικές σχέσεις, η σοσιαλιστική  κοινωνική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής. Αυτό καθορίζει την αντικειμενική ανάγκη της στενής σχεδιασμένης συνεργασίας τους στη σφαίρα των οικονομικών σχέσεων. Η ομοιότυπη οικονομική βάση και οι ενιαίοι σκοποί της κοινωνικής παραγωγής δημιουργούν τη δυνατότητα και την ανάγκη του συντονισμού των λαϊκο-οικονομικών σχεδίων στις σοσιαλιστικές χώρες (βλ. λ.), πράγμα που αποτελεί βασικό όρο για την εδραίωση του  παγκόσμιου σοσιαλιστικού συστήματος οικονομίας και την αποτελεσματική  ανάπτυξη της οικονομίας κάθε χώρας του σοσιαλισμού.

Στην παγκόσμια  σοσιαλιστική οικονομία δεν υπάρχουν ανταγωνιστικές αντιθέσεις ανάμεσα στις εθνικές οικονομίες, αν και υπάρχουν δυσκολίες και άλυτα ακόμα  προβλήματα. Ωστόσο, η κοινότητα του κοινωνικού συστήματος, η σύμπτωση των θεμελιακών συμφερόντων και σκοπών των λαών των σοσιαλιστικών  χωρών, επιτρέπουν, με την προϋπόθεση ότι ακολουθείται μια σωστή πολιτική των μαρξιστικο-λενινιστικών κομμάτων, να ξεπερνιούνται μ’ επιτυχία οι δυσκολίες αυτές, να προωθείται σταθερά η υπόθεση της ανάπτυξης και της εδραίωσης του παγκόσμιου σοσιαλιστικού συστήματος. Η παγκόσμια σοσιαλιστική οικονομία εξασφαλίζει πλατιά πλαίσια στην ελεύθερη  ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων κάθε χώρας γιατί δεν υπάρχει σ’ αυτή θέση για την εκμετάλλευση του ενός λαού από τον άλλο, της μιας χώρας από την άλλη.

Σε αντίθεση με το καπιταλιστικό σύστημα οικονομίας, όπου δρα ο νόμος της ανισομερής οικονομικής και πολιτικής ανάπτυξης, για το παγκόσμιο σοσιαλιστικό σύστημα οικονομίας νομοτελής είναι η ευθυγράμμιση των επιπέδων οικονομικής ανάπτυξης των σοσιαλιστικών χωρών (Ρλ. λ.). Τα οικονομικά καθυστερημένα κράτη, στηριζόμενα στην ανιδιοτελή βοήθεια και τη συνεργασία με τις άλλες σοσιαλιστικές χώρες, έχουν τη δυνατότητα τώρα να αναπτύσσονται γοργά και να ανεβάσουν την οικονομία τους ως το επίπεδο των πιο αναπτυγμένων χωρών.

Ο συνδυασμός των προσπαθειών που κατατείνουν στην ανάπτυξη της  εθνικής οικονομίας της καθεμιάς σοσιαλιστικής χώρας με τις κοινές προσπάθειες για την εδραίωση και τη διεύρυνση της οικονομικής συνεργασίας και της αλληλοβοήθειας, είναι ο κύριος τρόπος για την παραπέρα άνοδο της  παγκόσμιας σοσιαλιστικής οικονομίας.

Το παγκόσμιο σοσιαλιστικό σύστημα παρουσιάζει αδιαφιλονίκητα πλεονεκτήματα απέναντι στο καπιταλιστικό σύστημα. Έτσι, η βιομηχανική παραγωγή στις χώρες του σοσιαλισμού το 1970, ξεπέρασε το επίπεδο του 1950 κατά 7,3 φορές, ενώ στις κύριες καπιταλιστικές χώρες στην (δια περίοδο, η βιομηχανική παραγωγή ανέβηκε μόνο κατά 2,8 φορές. Χάρη στους υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης της παραγωγής το μερίδιο των χωρών του σοσιαλισμού στην παγκόσμια  βιομηχανική παραγωγή αυξήθηκε από 20% το 1950 σε 39% το 1970. (σ. 457-458).

 

Παγκόσμιος καταμερισμός της εργασίας

Ο καταμερισμός της εργασίας στις σύγχρονες συνθήκες ανάμεσα σε όλες τις χώρες, συμπεριλαμβανομένων και των χωρών που ανήκουν σε αντίθετα κοινωνικά συστήματα.

Διαμορφώθηκε ιστορικά με την ανάπτυξη του διεθνούς καπιταλιστικού καταμερισμού της εργασίας και τη μετατροπή του σε παγκόσμιο σύστημα.

Μετά τη νίκη της σοσιαλιστικής επανάστασης στη Ρωσία και μετά το σχηματισμό μιας σειράς σοσιαλιστικών χωρών στην Ευρώπη και την Ασία εμφανίστηκε νέος τύπος σχέσεων ανάμεσα στις χώρες, δηλαδή ο διεθνής σοσιαλιστικός καταμερισμός της εργασίας (βλ. λ.) και έπαψε να είναι  παγκόσμιος ο διεθνής καπιταλιστικός καταμερισμός της εργασίας. Παράλληλα όμως με τους υπάρχοντες δύο τύπους διεθνούς καταμερισμού εργασίας, διατηρείται ο παγκόσμιος καταμερισμός της εργασίας, που βρίσκεται στη βάση των οικονομικών σχέσεων ανάμεσα στις χώρες που ανήκουν σε διαφορετικά συστήματα οικονομίας’ εκτός αυτού υπάρχει και η παγκόσμια αγορά. Στο σύνθετο πρόγραμμα για το παραπέρα βάθεμα, την υλοποίηση της συνεργασίας και την ανάπτυξη της σοσιαλιστικής οικονομικής ολοκλήρωσης των χωρών μελών του ΣΟΑ, υπογραμμίζεται ότι «ο διεθνής σοσιαλιστικός καταμερισμός της εργασίας πραγματοποιείται παίρνοντας υπόψη την παγκόσμια κατανομή της εργασίας». Στον παγκόσμιο καταμερισμό της εργασίας επιδρούν παράγοντες ιστορικού και γεωγραφικού χαρακτήρα. Η βασική όμως αιτία για την ανάπτυξη του παγκόσμιου καταμερισμού της εργασίας στις σύγχρονες συνθήκες ανόδου της κλίμακας και της πολυπλοκότητας της παραγωγής, είναι η διεθνής ειδίκευση και συνεταιριστικότητα, όχι μόνο στο καθένα από τα δύο παγκόσμια συστήματα οικονομίας, αλλά και μεταξύ τους.

Εκτός αυτού υπάρχει αντικειμενικά αμοιβαίο συμφέρον για τα δύο κοινωνικο-οικονομικά συστήματα να ανταλλάσσουν επιστημονικοτεχνική πείρα προϊόντα νεότατων επιχειρήσεων, τα αποτελέσματα επιστημονικών  ερευνών και πειραματικών κατασκευαστικών επεξεργασιών. Η  αναγκαιότητα για τον καταμερισμό της εργασίας εμφανίζεται όχι μόνο στη σφαίρα της παραγωγής, αλλά και στον τομέα της επιστημονικής δραστηριότητας.

Εμφανίζονται δυνατότητες για συνεργασία ανάμεσα στις διάφορες χώρες στον τομέα της πιο ορθολογικής χρησιμοποίησης των ηλεκτροενεργειακών αποθεμάτων με τη μεταφορά ηλεκτρενέργειας από τη μια στην άλλη σε ώρες συμφόρησης, για την ορθολογική χρησιμοποίηση των θαλασσών και των ωκεανών, για την ανάπτυξη της αλιείας κλπ. Η ανάπτυξη του παγκόσμιου καταμερισμού της εργασίας συνδέεται με την επέκταση της οικονομικής συνεργασίας των σοσιαλιστικών με τις αναπτυσσόμενες χώρες, των οικονομικών δεσμών ανάμεσα στις σοσιαλιστικές χώρες και τις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες. (σ. 458-459).

 

Καπιταλιστική ολοκλήρωση

Είναι μορφή οικονομικής και πολιτικής  ενοποίησης των καπιταλιστικών χωρών με τη μορφή διακρατικών συμφωνιών και με σκοπό την απόκτηση του ανώτερου κέρδους. Η ολοκλήρωση αυτή ενσαρκώθηκε πληρέστερα στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (Ε.Ο.Κ. ή «Κοινή Αγορά») που συγκρότησαν η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας (ΟΔΓ), η Γαλλία η Ιταλία το Βέλγιο, η Ολλανδία και το  Λουξεμβούργο. Οι χώρες αυτές υπέγραψαν στις 25 Μαρτίου 1957 στη Ρώμη τη «Συνθήκη για την Ιδρυση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας», διακηρύσσοντας σαν επίσημο σκοπό την άσκηση συμφωνημένης οικονομικής πολιτικής στον τομέα των τελωνειακών δασμών, των νομισματικών σχέσεων, των επενδύσεων, και την εξασφάλιση της ανεμπόδιστης  κίνησης των κεφαλαίων και της εργατικής δύναμης από τη μια χώρα στην άλλη στα πλαίσια της «Κοινής Αγοράς». Διακρατικές ενώσεις είναι επίσης οργανώσεις όπως η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα (ΕΚΑΧ), η Ευρωπαϊκή Ζώνη Ελεύθερων Συναλλαγών (ΕΖΕΣ) κλπ. Κυρίαρχη θέση στις ενώσεις αυτές κατέχουν τα ισχυρότερα κράτη. Έτσι στην ΕΟΚ και την ΕΚΑΧ την πρώτη θέση κατέχει το μονοπωλιακό κεφάλαιο της Δυτ. Γερμανίας. Τη δυνατότητα εμφάνισης παρόμοιων ενώσεων την προείδε ο Β. Ι. Λένιν, αναφέροντας ότι το οικονομικό μοίρασμα του κόσμου μπορεί να πραγματοποιείται όχι μόνο με τη μορφή της δημιουργίας διεθνών μονοπωλίων, αλλά και με τη μορφή διακρατικών συμφωνιών.

Η επιδίωξη της ολοκλήρωσης στις σύγχρονες συνθήκες εξηγείται με τη δράση δύο ειδών παραγόντων. Πρώτο, σ’ αυτό ωθούν η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων στις συνθήκες της επιστημονικοτεχνικής επανάστασης, η αντικειμενική τάση της διεθνοποίησης, δηλαδή της οικονομικής προσέγγισης των επιμέρους χωρών, που εντείνεται ορμητικά από τη γοργή επιστημονικοτεχνική πρόοδο. Δεύτερο, σ’ αυτό ωθούν η αυξανόμενη ισχύς του παγκόσμιου σοσιαλιστικού συστήματος με τη σχεδιασμένη οικονομία του και ή άνοδος των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων των λαών κατά της ιμπεριαλιστικής καταπίεσης.

Με τη βοήθεια της ολοκλήρωσης, η  μεγάλη μονοπωλιακή αστική τάξη προσπαθεί να εξασθενίσει τις αρνητικές συνέπειες της αυθόρμητης ανάπτυξης της παγκόσμιος καπιταλιστικής  οικονομίας, να αμβλύνει τις εσωτερικές της αντιθέσεις, να συσπειρώσει τις  οικονομικές και πολιτικές δυνάμεις των καπιταλιστικών χωρών, για να  διατηρήσει και να στερεώσει τις βάσεις του καπιταλισμού, να τοποθετήσει την υλικοτεχνική βάση κάτω από τις επιθετικές στρατιωτικο-πολιτικές συμμαχίες του τύπου του Βορειοατλαντικού Συμφώνου (NATO), που κατευθύνεται πρώτα απ’ όλα κατά της κοινότητας των σοσιαλιστικών χωρών. Η 15χρονη πείρα της ύπαρξης της «Κοινής Αγοράς» έδειξε, ότι η  απόπειρα του μονοπωλιακού κεφαλαίου να «συμφιλιώσει» τη μορφή  οικονομίας που στηρίζεται στην ατομική ιδιοκτησία με τις παραγωγικές δυνάμεις που αναπτύχθηκαν πέρα από τα εθνικά σύνορα, χρησιμοποιώντας την ολοκλήρωση, δεν απέφεραν τα αναμενόμενα αποτελέσματα.  Δημιουργώντας την «Κοινή Αγορά», τα δυτικοευρωπαϊκά μονοπώλια επιδίωκαν να αποκτήσουν οικονομικό όφελος, που εξασφαλίζεται από το βάθεμα του διεθνούς καταμερισμού εργασίας και την εξειδίκευση της παραγωγής,  χρησιμοποιώντας τις διαδικασίες αυτές για την αύξηση των κερδών, για την ένταση της εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης και της αγροτιάς. Η δημιουργία της «Κοινής Αγοράς» δεν οδήγησε στην άμβλυνση, αλλά στην όξυνση της ταξικής πάλης του προλεταριάτου και της αγροτιάς κατά των  μονοπωλίων.

Δεν επαληθεύτηκαν και οι υπολογισμοί των ιμπεριαλιστών, ότι η ΕΟΚ θα μπορούσε να εξασφαλίσει την εναρμόνιση των σχέσεων στο ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο. Ούτε οι διαδικασίες της ολοκλήρωσης ούτε το

ταξικό συμφέρον του ιμπεριαλισμού για τη συνένωση των προσπαθειών του εναντίον του παγκόσμιου σοσιαλισμού, μπόρεσαν να εξαλείψουν τις αντιθέσεις ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Αυτό μαρτυρεί ο  οξύτατος ανταγωνισμός, ο νομισματικός και ο εμπορικός πόλεμος που έχει ξεσπάσει ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές χώρες.

Οι νέες καπιταλιστικές  διακρατικές οργανώσεις, που εμφανίζονται με το σύνθημα της  «ολοκλήρωσης», στην πράξη οδηγούν στο δυνάμωμα των αντιθέσεων και της πάλης ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές χώρες, αποτελούν νέες μορφές μοιράσματος της παγκόσμιας καπιταλιστικής αγοράς ανάμεσα στις μεγαλύτερες ενώσεις των καπιταλιστών, σημαίνουν διείσδυση των ισχυρότερων  ιμπεριαλιστικών κρατών στην οικονομία των ασθενέστερων εταίρων τους, την εκμετάλλευση των τελευταίων από το διεθνές μονοπωλιακό κεφάλαιο.

Πραγματική ολοκλήρωση των προσπαθειών των διάφορων χωρών προς

το συμφέρον των λαϊκών μαζών είναι δυνατό να πραγματοποιηθεί μονό μετά την εγκαθίδρυση σ’ αυτές της εξουσίας των εργαζομένων, όταν οι σχέσεις ανάμεσα στα κράτη οικοδομούνται με πλήρη ισότητα και  κυριαρχία με τη συντροφική και αδελφική αλληλοβοήθεια των μεγάλων και  μικρών λαών και χωρών (βλ. σοσιαλιστική οικονομική ολοκλήρωση). (σ. 247-249).

Οικονομική διαίρεση του κόσμου

Ένα από τα σοβαρότερα  οικονομικά γνωρίσματα του ιμπεριαλισμού- το σύστημα συμφωνιών ανάμεσα στα μονοπώλια των ιμπεριαλιστικών χωρών για το μοίρασμα της  παγκόσμιας καπιταλιστικής αγοράς (βλ. λ.).

Το μοίρασμα των βασικών εμπορικών αγορών ανάμεσα στις ενώσεις των μονοπωλίων είχε προετοιμαστεί με τη μονοπώληση της οικονομίας ξεχωριστών χωρών του καπιταλισμού από τις μεγαλύτερες εταιρίες, με την είσοδο τους στην παγκόσμια αγορά, με την αύξηση της εξαγωγής κεφαλαίων και την επέκταση άλλων μορφών  εξωτερικών οικονομικών δεσμών.

Στα χέρια μιας μικρής ομάδας των  μεγαλύτερων μονοπωλίων των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, βρέθηκε ένα σημαντικό μέρος της παραγωγής και διάθεσης πολλών ειδών προϊόντων σε  παγκόσμια κλίμακα, πράγμα που δημιούργησε τις συνθήκες για την οργάνωση των διεθνών καρτέλ. Ο Β.Ι. Λένιν υπογράμμισε ότι ο σχηματισμός των διεθνών καρτέλ είναι «η νέα βαθμίδα της παγκόσμιας συγκέντρωσης του κεφαλαίου και της παραγωγής, ασύγκριτα πιο υψηλή από την προηγούμενη» (Άπαντα, τομ. 27, σελ. 364-365, ρωσ. έκδ.). Ο κύριος σκοπός των διεθνών καρτέλ, δηλαδή των υπερμονοπωλίων, όπως τα χαρακτήρισε ο Β.Ι. Λένιν, είναι τα μονοπωλιακά υπερκέρδη (βλ. λ.). Για αυτό ανάμεσα στους μετόχους μοιράστηκαν οι αγορές διάθεσης και οι πηγές των πρώτων υλών,  καθορίστηκαν μονοπωλιακά υψηλές τιμές.

Συχνά με σκοπό την αύξηση των τιμών, τα διεθνή καρτέλ συμφωνούν να περιορίσουν την άνοδο του όγκου της παραγωγής των προϊόντων ή ακόμα και να τη μειώσουν, εμποδίζοντας την επιστημονικοτεχνική πρόοδο. Στα 1897 οι διεθνείς συμφωνίες για το  μοίρασμα των παγκόσμιων αγορών, υπολογίζονταν σε 40, στα 1910 σε 100 και στις αρχές της δεκαετίας του 1930 έφτασαν στις 320. Τα διεθνή καρτέλ ήταν η βασική μορφή των διεθνών μονοπωλίων ως το τέλος του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου.

Το βάθεμα της γενικής κρίσης του καπιταλισμού (βλ. λ.), ο σχηματισμός και το δυνάμωμα του παγκόσμιου σοσιαλιστικού  συστήματος, η κατάρρευση του αποικιακού συστήματος του ιμπεριαλισμού (βλ. λ.) άλλαξε ριζικά τις συνθήκες μοιράσματος των παγκόσμιων αγορών από τα διεθνή μονοπώλια. Αυτά έχασαν ολοκληρωτικά την εξουσία τους πάνω στην οικονομία των χωρών που μπήκαν στο δρόμο της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Δραστήριο αγώνα κάνουν με τα μονοπώλια και οι χώρες που απελευθερώθηκαν. Στις ίδιες τις καπιταλιστικές χώρες αναπτύχθηκε πλατύ κοινωνικό κίνημα, που δυνάμωσε ιδιαίτερα όταν έγινε γνωστή η συνεργασία των διεθνών καρτέλ με τα φασιστικά κράτη εναντίον της  δραστηριότητας των διεθνών μονοπωλίων, στην πρακτική τους για την  ανύψωση των τιμών και το συγκρότημα της τεχνικής προόδου. Αυτές ήταν οι αιτίες που, μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, ο ρόλος των «κλασικών»

καρτέλ στη μοιρασιά της παγκόσμιας καπιταλιστικής αγοράς μειώθηκε, αν

και τώρα βέβαια κλείνονται (πολύ συχνά μυστικές, κρυφές από το κοινό) συμφωνίες ανάμεσα στα μεγάλα μονοπώλια των ιμπεριαλιστικών χωρών για τη διαίρεση των παγκόσμιων αγορών και την καθιέρωση  μονοπωλιακών τιμών (βλ. λ.).

Στη σύγχρονη περίοδο αυξάνεται ο ρόλος των νέων διεθνών μονοπωλίων, δηλαδή των υπερεθνικών μονοπωλίων (βλ. λ.) και των διεθνών μονοπωλίων, που η παραγωγική δραστηριότητα τους έχει ξαπλωθεί σε όλο τον καπιταλιστικό κόσμο. Στις συνθήκες της σύγχρονης σύνθετης και πολυκλαδικής παραγωγής, όταν παίρνουν πλατιά έκταση οι αναπτυγμένες μορφές του διεθνούς καπιταλιστικού καταμερισμού της εργασίας (βλ. λ.), που συνδέονται με τα βάθεμα της ειδίκευσης μέσα στους κλάδους και τους τομείς, στα χέρια των υπερεθνικών και των διεθνών εταιριών βρίσκεται ένα σημαντικό, στην κλίμακα όλου του καπιταλιστικού κόσμου, μέρος της παραγωγής καθορισμένων μορφών προϊόντων, που τους κάνει μονοπωλητές σε αυτούς τους τομείς, τους επιτρέπει να επιβάλουν τους δικούς τους όρους στην αγορά. Τα υπερεθνικά και διεθνή μονοπώλια στις αρχές της δεκαετίας ταυ 1970 έλεγχαν γύρω στο 1 /2 της βιομηχανικής παραγωγής των καπιταλιστικών χωρών, τα 90% των άμεσων εξωτερικών επενδύσεων. Καθοριστικό ρόλο στην οικονομική  διαίρεση του καπιταλιστικού κόσμου στη μεταπολεμική περίοδο παίζει η ιμπεριαλιστική ολοκλήρωση (βλ. καπιταλιστική ολοκλήρωση), που στοχεύει στη δημιουργία καλύτερων συνθηκών για τη δραστηριότητα των μονοπωλίων των χωρών που παίρνουν μέρος σ’ αυτές τις ολοκληρώσεις σε σύγκριση με τις υπόλοιπες χώρες. Οι αστοί οικονομολόγοι και αναθεωρητές, ο Κ. Κάουτσκι στην προκειμένη περίπτωση, προσπάθησαν να  αποδείξουν ότι η γρήγορη άνοδος των διεθνών συμφωνιών για το μοίρασμα των διεθνών αγορών οδηγεί στη μετατροπή του ιμπεριαλισμού σε υπεριμπεριαλισμό (βλ. θεωρία του υπεριμπεριαλισμού»), στον οπαίο παύει ο ανταγωνιστικός αγώνας και αρχίζει η εποχή της σταθερής ειρήνης. Στην πραγματικότητα το μοίρασμα ταυ κόσμου ανάμεσα στα τραστ (βλ. λ.), όπως υπογράμμισε ο Β. Ι. Λένιν, «δεν αποκλείει το ξαναμοίρασμα αν αλλάξουν οι συσχετισμοί δυνάμεων, εξαιτίας τις ανισομερής ανάπτυξης, των πολέμων, των χρεοκοπιών, κλπ.» (Άπαντα, τομ. 27, σελ. 367, ρωσ. έκδ.). Ουσιαστική επίδραση στην αλλαγή του συσχετισμού των δυνάμεων των μονοπωλίων,

που κάνει αναπόφευκτη τη μοιρασιά των αγορών, έχουν τα επιτεύγματα της επιστήμης και της τεχνικής, που σταθερά οδηγούν στην εμφάνιση  καινούριων προϊόντων και στην αλλαγή του ρόλου των παλιών, η ανακάλυψη νέων κοιτασμάτων ορυκτών, η εξάντληση των γνωστών πηγών πρώτων υλών και άλλοι συντελεστές.

Στις συνθήκες κυριαρχίας του μονοπωλιακού κεφαλαίου, η οικονομική κυριαρχία πάνω στον κόσμο δεν εξαλείφεται και εκφράζει την ουσία των διεθνών σχέσεων του ιμπεριαλισμού. (σ. 413-415).

 

Περιφερειακή διαίρεση του κόσμου

Ένα από τα χαρακτηριστικά  γνωρίσματα του ιμπεριαλισμού, μορφή της αποικιακής δουλείας, καταπίεσης και εκμετάλλευσης των εργαζομένων στις οικονομικά καθυστερημένες  χώρες. Το 19ο αιώνα, οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, παρά την αντίσταση των καταπιεζόμενων λαών, πραγματοποίησαν το μοίρασμα των καταχτημένων περιοχών (βλ. αποικιακό σύστημα του ιμπεριαλισμού). Αποτέλεσμα ήταν η δημιουργία τεράστιων αποικιακών αυτοκρατοριών: της βρετανικής, της γαλλικής, της βελγικής, της ολλανδικής. Λίγο αργότερα ακολούθησαν τον ίδιο δρόμο η Γερμανία και οι Η ΠΑ. Τα καπιταλιστικά μονοπώλια  προσπάθησαν να στερεώσουν τη θέση τους με την άμεση κατάληψη ξένων  περιοχών, που έγιναν για αυτούς πηγή φτηνής εργατικής δύναμης (βλ. λ.), πρώτων υλών, υλικών, αγορών κατανάλωσης, συμφερόντων επένδυσης  κεφαλαίων, εξαγωγής μέγιστων κερδών. Πραγματοποιώντας την άμεση πολιτική κυριαρχία στις καταχτημένες χώρες, τα ιμπεριαλιστικά κράτη εξασφάλισαν στα μονοπώλια τους βοήθεια για να εκμεταλλευθούν τα πλούτη αυτών των χωρών, κατάπνιξαν σκληρά τον αγώνα των χωρών ενάντια στην  ιμπεριαλιστική, εθνική και φυλετική καταπίεση. Η ανισομερή ανάπτυξη του καπιταλισμού στην εποχή του ιμπεριαλισμού (βλ. νόμος της ανισομερής  οικονομικής και πολιτικής ανάπτυξης των καπιταλιστικών χωρών) άλλαξε το συσχετισμό των δυνάμεων ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις.

Ξεχωριστές χώρες, που πέρασαν μπροστά, ξεπερνώντας τους αντιπάλους τους στην ανάπτυξη, απαίτησαν το ξαναμοίρασμα του διαιρεμένου κόσμου  ανάλογα με τη θέση που κατείχαν. Αυτό ήταν η αιτία των γενικών ή τοπικών πολέμων για το μοίρασμα του κόσμου ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές  δυνάμεις.

Μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, περιφέρειες και χώρες που ήταν πρωτύτερα κάτω από το ζυγό της αποικιακής και μισοαποικιακής  καταπίεσης, η μια μετά την άλλη κατέκτησαν την πολιτική ανεξαρτησία τους, πήραν το δρόμο της ανεξάρτητης κοινωνικοοικονομικής ανάπτυξης. Το αποικιοκρατικό σύστημα του ιμπεριαλισμού έπαψε να υπάρχει. Αυτό οδήγησε στην κατάργηση της περιφερειακής διαίρεσης του κόσμου από τις μεγαλύτερες καπιταλιστικές δυνάμεις. (σ. 473-474).

 

Υπερεθνικά μονοπώλια

Τα μεγαλύτερα μονοπώλια των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων με εθνικά κεφάλαια, που όμως μετατράπηκαν με την εξαγωγή κεφαλαίου (βλ. λ.) σε διεθνή, στον τομέα της δραστηριότητας τους. Έξω από τα όρια της βασικής χώρας στην οποία ανήκει το μονοπώλιο  πραγματοποιείται η λειτουργία όχι λιγότερο από το 1 /4 της παραγωγικής δραστηριότητάς τους.

Η εμφάνιση μονοπωλίων τέτοιου τύπου ανάγεται στις αρχές του 20ου αιώνα, όταν τα μεγαλύτερα μονοπώλια των  ιμπεριαλιστικών δυνάμεων στον αγώνα για την κατάληψη των πηγών πρώτων υλών, όχι μόνο των χωρών τους αλλά και άλλων χωρών, άρχισαν να δημιουργούν στο εξωτερικό παραγωγικά παραρτήματα. Η τάση δημιουργίας τους και η άνοδος του ρόλου τους στο παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα δυναμώνει μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, όταν στις συνθήκες της επιστημονικοτεχνικής προόδου, τα μεγαλύτερα συγκροτήματα των αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών, προσπαθώντας να χρησιμοποιήσουν την τεχνική τους υπεροχή για τη μονοπώληση της παραγωγής καθορισμένων εμπορευμάτων σε παγκόσμια κλίμακα, άρχισαν να δημιουργούν δραστήρια επιχειρήσεις σε πολλές χώρες του καπιταλιστικού κόσμου. Σήμερα στα χέρια τέτοιων μονοπωλίων βρίσκεται σημαντικό μέρος της παγκόσμιας  καπιταλιστικής παραγωγής, αυτά είναι συμμέτοχοι στην οικονομική διαίρεση του κόσμου (βλ. λ.). Στα μεγαλύτερα υπερεθνικά μονοπώλια ανήκουν τα  αμερικανικά μονοπώλια γίγαντες των κλάδων του πετρελαίου, των αυτοκινήτων, της ηλεκτροτεχνικής, της χημικής βιομηχανίας και άλλων, που δημιούργησαν πλατύ δίχτυ επιχειρήσεων στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης, του Καναδά και μιας σειράς αναπτυσσόμενων χωρών. Παραδείγματος χάρη, το  αμερικανικό κονσέρν «Φορντ» των αυτοκινήτων, έχει παραρτήματα σε 30 χώρες.

Οι κλίμακες της δραστηριότητας των μονοπωλίων αυτών είναι τόσο μεγάλες που το σύνολο των πωλήσεων τους (παραδείγματος χάρη, της «Τζένεραλ Μότορς» ή της «Φορντ») να είναι μεγαλύτερο από το εθνικό εισόδημα  χωρών όπως η Δανία, η Αυστρία, η Νορβηγία και να πλησιάζουν το μέγεθος του ακαθάριστου εθνικού προϊόντος του Βελγίου και της Ελβετίας. Στα υπερεθνικά μονοπώλια ανήκουν και τα μεγάλα αγγλικά μονοπώλια («Μπρίτις Πετρόλεουμ», «Ι ΚΙ», και άλλα) τα δυτικογερμανικά κονσέρν («Χαστ», «Ζίμενς» κ.α.), το ολλανδικό κονσέρν «Φίλιπς» κλπ. Η δραστηριότητα των υπερεθνικών μονοπωλίων οδηγεί στο δυνάμωμα της διεθνούς ειδίκευσης και συνεταιριστικοποίησης, στο βάθεμα του διεθνούς καπιταλιστικού καταμερισμού της εργασίας (βλ. λ.), γιατί ανάμεσα στις επιχειρήσεις τους, ανεξάρτητα από τον τόπο που βρίσκονται, αναπτύσσονται βαθιές παραγωγικές σχέσεις. Οι επενδύσεις κεφαλαίων πραγματοποιούνται σε κείνη τη χώρα, όπου υπάρχουν οι καλύτερες προοπτικές για την απόσπαση του μέγιστου κέρδους. Όλος ο μηχανισμός του κεφαλαίου, η χρησιμοποίηση της  τεχνικής, των πρώτων υλών των στελεχών κλπ., υποτάσσονται στο καθήκον της απόσπασης υπερκερδών στην κλίμακα όλου του καπιταλιστικού κόσμου.

Τεράστια κέρδη είναι συνδεμένα όχι μόνο με τις μεγάλες κλίμακες των  παραγωγικών δραστηριοτήτων των μονοπωλίων και τη χρησιμοποίηση των αποτελεσμάτων της επιστημονικοτεχνικής προόδου, αλλά και με τη  χρησιμοποίηση των διαφορών στην αμοιβή εργασίας και την κοινωνική νομοθεσία διάφορων χωρών, την απόκλιση της φορολογίας, τη συναλλαγματική αισχροκέρδεια κλπ. Χάρη σ’ αυτά εμφανίζονται σοβαρές αντιθέσεις ανάμεσα στις εταιρίες και τα αστικά κράτη και μάλιστα τόσο στις χώρες στις οποίες  λειτουργούν οι επιχειρήσεις του εξωτερικού όσο και στις δικές τους χώρες.

Η δράση των υπερεθνικών εταιριών σε πολλές περιπτώσεις μειώνει την αποδοτικότητα των μέτρων της κρατικομονοπωλιακής ρύθμισης της  εθνικής οικονομίας και τις εξωτερικές οικονομικές σχέσεις.

Τα μονοπώλια  διατηρούν και επεκτείνουν τις θέσεις τους στην οικονομία των  αναπτυσσόμενων χωρών, και τις εκμεταλλεύονται με την εξαγωγή πολύτιμων πρώτων υλών, την πώληση εμπορευμάτων σε μονοπωλιακά υψηλές τιμές, την πληρωμή χαμηλής αμοιβής στους ντόπιους εργαζόμενους, κλπ. Αυξάνοντας τον τελευταίο καιρό τις επενδύσεις στο μεταποιητικό τομέα των αναπτυσσόμενων χωρών, δημιουργούν εκεί επιχειρήσεις παραγωγής ξεχωριστών τμημάτων των μηχανών ή ορισμένες επιμέρους τεχνολογικές επιχειρήσεις, δένοντας ταυτόχρονα στενά την οικονομία τους με την οικονομία των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων.

Προωθώντας τη διεκδίκηση για τη νέα διεθνή οικονομική τάξη (βλ. λ.), οι αναπτυσσόμενες χώρες πετυχαίνουν τον έλεγχο πάνω στη δραστηριότητα των υπερεθνικών μονοπωλίων στην οικονομία των χωρών τους, τον περιορισμό των θέσεων τους στην επεξεργασία των εθνικών πόρων. (σ. 614-616).

 

Εικονικό κεφάλαιο

Το κεφάλαιο που υπάρχει με τη μορφή τίτλων οι οποίοι δίνουν εισόδημα στον κάτοχο τους. Οι μετοχές, οι ομολογίες  καπιταλιστικών επιχειρήσεων και κρατικών δανείων, τα έγγραφα υποθήκης των τραπεζών υποθηκών, δεν έχουν καμία εσωτερική αξία. Τα έγγραφα αυτά μαρτυρούν την παροχή χρημάτων είτε σαν δανείων είτε για τη δημιουργία καπιταλιστικής επιχείρησης, για αυτό δίνουν στους κατόχους τους το δικαίωμα να εισπράττουν τακτικά υπεραξία, που δημιουργείται στη  διαδικασία της καπιταλιστικής παραγωγής. 0 κάτοχος της μετοχής παίρνει κάθε χρόνο εισόδημα με τη μορφή του μερίσματος, ενώ ο κάτοχος των  ομολογιών παίρνει εισόδημα με τη μορφή του τόκου (βλ. λ.). Η κίνηση των αξιών γίνεται στο χρηματιστήριο (βλ. λ.).

Σε αντίθεση με το πραγματικό κεφάλαιο, που τοποθετείται στους διάφορους κλάδους της οικονομίας, το εικονικό κεφάλαιο δεν είναι πραγματικός πλούτος και για αυτό δεν εκπληρώνει καμιά λειτουργία στη διαδικασία της καπιταλιστικής αναπαραγωγής. Το απατηλό του εικονικού κεφαλαίου αποκαλύπτεται με ιδιαίτερη δύναμη στη διάρκεια των χρηματιστηριακών κραχ, όταν γίνεται  υποτίμηση της αξίας των μετοχών και των ομολογιών κατά πολλά δισεκατομμύρια νομισματικών μονάδων, αν και ο πραγματικός κοινωνικός πλούτος δε μειώθηκε καθόλου. Παράλληλα, η μείωση είτε ύψωση της τιμής  πώλησης των μετοχών και των ομολογιών, η κερδοσκοπία με τις μετοχές και ομολογίες, είναι αποτελεσματικό μέσο πλουτισμού της μεγάλης αστικής τάξης, και έτσι οι μικροί και μεσαίοι κάτοχοι αξιών καταστρέφονται.

Με την ανάπτυξη του καπιταλισμού, το εικονικό κεφάλαιο αυξάνει  γρηγορότερα απ’ ό,τι το πραγματικό κεφάλαιο. Αυτό οφείλεται στη μεγάλη ανάπτυξη της μετοχικής μορφής των καπιταλιστικών επιχειρήσεων, στην  αύξηση των εσόδων από τις αξίες, εξαιτίας της αύξησης των κερδών των  μονοπωλίων και της πτώσης του επιτοκίου των δανείων, καθώς επίσης και

στην αύξηση του κρατικού χρέους.

Ιδιαίτερα αυξάνει το εικονικό κεφάλαιο στο σύγχρονο στάδιο ανάπτυξης του καπιταλισμού. Αυτό αποτελεί  έκφραση της διαδικασίας της όλο και μεγαλύτερης συγκέντρωσης του  πλούτου της καπιταλιστικής κοινωνίας από τη χρηματιστική ολιγαρχία (βλ. λ.) και δυναμώματος του παρασιτικού χαρακτήρα του καπιταλισμού. (σ. 124).

 

Εξωτερικά δάνεια

Είναι τα δάνεια που συνάπτονται στις ξένες  χρηματαγορές, είτε παρέχονται από ξένες κυβερνήσεις ή από διεθνείς  οργανισμούς. Τα ξένα δάνεια, παράλληλα με τις άμεσες ιδιωτικές επενδύσεις κεφαλαίων αποτελούν μια από τις μορφές εξαγωγής κεφαλαίου (βλ. λ.), που είναι χαρακτηριστική για την εποχή του ιμπεριαλισμού.

Τα δάνεια αυτά αποτελούν όπλο στα χέρια των ιμπεριαλιστικών κρατών για να  κατακτήσουν τις καταναλωτικές αγορές και τις πηγές πρώτων υλών των χωρών στις οποίες χορηγούνται τα δάνεια, μέσο για την οικονομική και πολιτική υποδούλωση τους και επικερδή τοποθέτηση κεφαλαίων.

Το εξωτερικό χρέος των αναπτυσσόμενων χωρών συχνά οδηγεί στην εξάρτηση τους από την πιστώτρια χώρα.

Αν στην περίοδο του προμονοπωλιακού  καπιταλισμού, δανειστές ήταν συνήθως ξένες τράπεζες είτε μεμονωμένοι καπιταλιστές, στην περίοδο του ιμπεριαλισμού, ιδιαίτερα μετά το δεύτερο  παγκόσμιο πόλεμο, εξαιτίας της ανάπτυξης του κρατικομονοπωλιακού  καπιταλισμού (βλ. λ.) τα ξένα δάνεια παρέχονται συνήθως από τα κράτη. Ο  μεγαλύτερος εξαγωγέας κρατικών κεφαλαίων είναι οι Η ΠΑ. Με τα δάνεια και την παροχή βοήθειας σε χρήμα, οι Η ΠΑ υποστηρίζουν σε διάφορα μέρη του κόσμου, αντιδημοκρατικά και αντιδραστικά καθεστώτα. Μεγάλοι  εξαγωγείς κρατικών κεφαλαίων είναι επίσης η Αγγλία, η Γαλλία, η Δυτ. Γερμανία και η Ιαπωνία.

Εξωτερικά δάνεια παρέχονται επίσης και από μια σειρά διεθνείς οργανισμούς απ’ τους οποίους σημαντικότεροι είναι το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και η Παγκόσμια Τράπεζα Ανασυγκρότησης και  Ανάπτυξης. Και ενώ τα δάνεια των ιμπεριαλιστικών κρατών είναι, στην ουσία μια μορφή καταλήστευσης των υπανάπτυκτων χωρών και μέθοδος  υποδούλωσης τους, η βοήθεια των σοσιαλιστικών χωρών έχει θεμελιακά  διαφορετικές βάσεις.

Η Σοβιετική Ένωση παρέχει δάνεια και πιστώσεις στα σοσιαλιστικά κράτη και στις απελευθερωμένες από τον αποικιακό ζυγό χώρες της Ασίας, της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής, καθοδηγούμενη από τις αρχές του προλεταριακού διεθνισμού και της συντροφικής  βοήθειας. Τα ξένα δάνεια και οι πιστώσεις των σοσιαλιστικών κρατών βοηθούν τα νεαρά κράτη να εφαρμόσουν τα προγράμματα εκβιομηχάνισης τους.

Με τη βοήθεια των δανείων, οι αναπτυσσόμενες χώρες ενισχύουν την  πολιτική ανεξαρτησία τους, δημιουργούν αυτοτελή εθνική οικονομία. Τα  σοβιετικά δάνεια και οι πιστώσεις παρέχονται με εξαιρετικά επωφελείς όρους και δε συνδέονται με κανένα πολιτικό ή στρατιωτικό όρο. Με τα  σοβιετικά δάνεια και τις πιστώσεις στις χώρες της Ασίας και της  Αφρικής έχουν χτιστεί και χτίζονται εκατοντάδες βιομηχανικές επιχειρήσεις και άλλες μονάδες, ανάμεσα τους εργοστάσια χαλυβουργίας και  έγχρωμης ή άλλης μεταλλουργίας, εργοστάσια κατεργασίας μετάλλων και μηχανοκατασκευών, πετρελαιοειδών και χημικών, ηλεκτροσταθμών κ.α. (σ. 154-155).

 

Μονοπωλιακή τιμή

Είναι η τιμή των εμπορευμάτων, που αποκλίνει σε μεγάλο βαθμό από την αξία ή την τιμή παραγωγής, και εξασφαλίζει στα μονοπώλια την αποκόμιση υπερκέρδους. Η μονοπωλιακή τιμή είναι ίση με τα έξοδα παραγωγής συν το μονοπωλιακό υπερκέρδος (βλ. λ.).

Μονοπωλιακές τιμές υπήρχαν και στην προμονοπωλιακή περίοδο, όταν

κυριαρχούσε ο ελεύθερος ανταγωνισμός, αλλά τότε καθορίζονταν μόνο για ορισμένα σπάνια αγροτικά προϊόντα και περιορισμένα βιομηχανικά είδη.

Σαν μαζικό και νομοτελές φαινόμενο, οι μονοπωλιακές τιμές  χαρακτηρίζουν μόνο τον ιμπεριαλισμό όταν, εξαιτίας της κυριαρχίας στη σφαίρα της παραγωγής και κυκλοφορίας, τα μονοπώλια καταφέρνουν, στη μακροχρόνια περίοδο και σε πλατιά κλίμακα, να απομακρύνουν την τιμή αγοράς από την τιμή παραγωγής, τόσο προς τα πάνω, όσο και προς τα κάτω. Η μονοπωλιακή τιμή στον ιμπεριαλισμό είναι μονοπωλιακό φαινόμενο που απορρέει από την ίδια την ουσία του μονοπωλιακού καπιταλισμού.

Διακρίνονται δύο είδη μονοπωλιακών τιμών:

  1. οι μονοπωλιακά υψηλές τιμές στις οποίες τα μονοπώλια πωλούν τα προϊόντα τους, και
  2. οι μονοπωλιακά χαμηλές τιμές στις οποίες αγοράζουν χοντρικά, κυρίως από τις αποικιακές και  εξαρτημένες χώρες, πρώτες ύλες είτε προϊόντα για παραπέρα επεξεργασία.

Με μονοπωλιακά χαμηλές τιμές τα μονοπώλια αγοράζουν επίσης την παραγωγή των μικρών εμπορευματοπαραγωγών στις δικές τους χώρες. Για να  διατηρήσουν τις μονοπωλιακές τιμές στην αγορά, τα καπιταλιστικά μονοπώλια:

(1) εμποδίζουν την ελεύθερη διακίνηση κεφαλαίων, επειδή δεν αφήνουν

τον ανταγωνιστή τους να ρίξει τη μονοπωλιακή τιμή, είτε συμφωνούν μαζί

του για τη διατήρηση συμφωνημένης τιμής*

(2) περιορίζουν την παραγωγή εμπορευμάτων στην εσωτερική αγορά, επειδή δε διστάζουν να περιορίσουν ως ένα βαθμό την παραγωγή ή να καταστρέφουν τα «πλεονάζοντα» εμπορεύματα

(3) περιορίζουν τον όγκο των εμπορευμάτων του ενός ή του άλλου είδους, καθώς επίσης εμποδίζουν την ελεύθερη κίνηση των  τιμών στην παγκόσμια αγορά, και για αυτό το σκοπό συνενώνονται σε διεθνή κονσόρτσιουμ (βλ. λ.)·

(4) χρησιμοποιούν το αστικό κράτος για την περιφρούρηση της εσωτερικής αγοράς από τον ανταγωνισμό του  εξωτερικού, με τη βοήθεια υψηλών τελωνειακών δασμών.

Οι μονοπωλιακές  τιμές δεν εξαλείφουν την ισχύ του νόμου της αξίας (βλ. λ.) σαν νόμου της τιμής των εμπορευμάτων.

Όσα κερδίζει το μονοπωλιακό κεφάλαιο με τη βοήθεια των μονοπωλιακών τιμών, τόσα χάνουν η μη μονοπωλιακή αστική τάξη, οι εργαζόμενοι των καπιταλιστικών χωρών, καθώς επίσης οι λαϊκές μάζες των οικονομικά εξαρτημένων και υπανάπτυκτων χωρών, από τις οποίες οι μονοπωλητές, διαμέσου των άνισων ανταλλαγών, απομυζούν τεράστια κέρδη.

Έτσι στη μονοπωλιακή τιμή διασταυρώνονται τα  συμφέροντα διάφορων τάξεων και ομάδων της σύγχρονης καπιταλιστικής κοινωνίας. Γι’ αυτό η αδιάκοπη αύξηση των μονοπωλιακά υψηλών τιμών στην παραγωγή που ρευστοποιούν τα μονοπώλια, και η μείωση των τιμών στα προϊόντα που αγοράζουν, οδηγεί σε όξυνση των ταξικών αντιθέσεων του ιμπεριαλισμού. (σ. 353-354).

 

Μονοπωλιακά υπερκέρδη

Είναι τα κέρδη που τα ιδιοποιούνται τα  καπιταλιστικά μονοπώλια χάρη στην εγκαθίδρυση της κυριαρχίας τους σ’ έναν ή σε μερικούς κλάδους της οικονομίας και που υπερβαίνουν σημαντικά το μέσο ποσοστό κέρδους (βλ. λ.). Στις συνθήκες του προμονοπωλιακού καπιταλισμού τα μονοπωλιακά υπερκέρδη ήταν σπάνιο και προσωρινό  φαινόμενο.

Στον ιμπεριαλισμό έγινε μια από τις μόνιμες μορφές κέρδους. Η  ιδιοποίηση μονοπωλιακού υπερκέρδους είναι ο σκοπός όλης της δράσης των μονοπωλίων. Η απομύζηση από το μεγάλο κεφάλαιο μονοπωλιακού  κέρδους είναι, στις συνθήκες του ιμπεριαλισμού, μια από τις μορφές  εκδήλωσης του βασικού οικονομικού νόμου του καπιταλισμού (βλ. λ.).

Η κυριαρχία των μονοπωλίων στην οικονομία των ιμπεριαλιστικών χωρών δυσχεραίνει την ελεύθερη διακίνηση του κεφαλαίου από τους κλάδους που έχουν χαμηλό ποσοστό κέρδους στους κλάδους με υψηλό ποσοστό  κέρδους, δηλαδή εμποδίζει την εξίσωση των διάφορων ποσοστών κέρδους σ’ ένα ενιαίο μέσο ποσοστό. Έτσι, το μονοπωλιακό κεφάλαιο αποκτά τη δυνατότητα να ιδιοποιείται κέρδη σημαντικά υψηλότερα από το μέσο  ποσοστό κέρδους. Τα μεγάλα μονοπώλια των Η Π Α, λόγου χάρη, με κεφάλαιο πάνω από τα 100 εκατομμύρια δολάρια παίρνουν 3 και περισσότερες φορές μεγαλύτερο κέρδος απ’ ό,τι οι μικρές επιχειρήσεις με κεφάλαιο  λιγότερο από το 1 εκατομμύριο δολάρια.

«Το μονοπώλιο δίνει υπερκέρδος, δηλαδή πρόσθετο κέρδος πάνω από το κανονικό, το συνηθισμένο σ’ όλο τον κόσμο καπιταλιστικό κέρδος» (Β. Ι. Λένιν). Το υπερκέρδος αυτό  αποσπούν τα μονοπώλια κατά κανόνα, με τον καθορισμό μονοπωλιακών τιμών (βλ. λ.) στα εμπορεύματα.

Το μονοπωλιακό υπερκέρδος σχηματίζεται με την υπεραξία που δημιουργείται από την εργασία των μισθωτών  εργατών, καθώς και από μέρος της αξίας που δημιουργείται από την  εργασία των μικρών εμπορευματοπαραγωγών και έχει τις εξής πηγές:

(1) Την τεράστια ένταση της εκμετάλλευσης του προλεταριάτου της δοσμένης χώρας, με την εντατικοποίηση της εργασίας, την πλατιά χρησιμοποίηση της γυναικείας εργασίας που πληρώνεται χαμηλότερα, τη μείωση του  μισθού κάτω από την αξία της εργατικής δύναμης, την ιδιοποίηση μέρους του μισθού των εργαζομένων με τους φόρους, τον πληθωρισμό, την  ανύψωση των τιμών στα είδη πλατιάς κατανάλωσης.

(2) Την εκμετάλλευση των εργαζόμενων αγροτών και των μικρών αγροκτηματιών με την  επιβολή του λεγομένου «ψαλιδιού των τιμών» —στα βιομηχανικά είδη, που πουλούν τα μονοπώλια, καθορίζονται μονοπωλιακά υψηλές τιμές ενώ στα αγροτικά εμπορεύματα μονοπωλιακά χαμηλές τιμές— καθώς και με την βοήθεια των πιστώσεων και των φόρων. Έτσι, σημαντικό μέρος της αξίας που δημιουργείται από τους εργαζόμενους αγρότες και τους  αγροκτήματος, περνά στα χέρια των μονοπωλίων.

(3) Την εκμετάλλευση των λαών των άλλων χωρών, ιδιαίτερα των υπανάπτυκτων από οικονομική άποψη, διαμέσου των άνισων ανταλλαγών με τις χώρες αυτές και την απόκτηση τεράστιων κερδών από το εξαγόμενο σ’ αυτές κεφάλαιο.

Σοβαρό λόγο στην εξασφάλιση μονοπωλιακού υπερκέρδους έχουν επίσης οι πόλεμοι και η στρατιωτικοποίηση της οικονομίας.

Τα στρατιωτικοβιομηχανικά κονσένρ, χρησιμοποιώντας κατά την έκφραση του Β.Ι. Λένιν το σύστημα της  «νομιμοποιημένης κλοπής του ταμείου του κράτους», βγάζουν τεράστια κέρδη που τα εγγυάται το κράτος.

Τα μονοπώλια ιδιοποιούνται επίσης μέρος της υπεραξίας που παράχθηκε στις επιχειρήσεις των μικρών και μεσαίων καπιταλιστών. Η επιδίωξη των μονοπωλητών να αποκτήσουν το μεγαλύτερο δυνατό κέρδος, δημιουργεί μια απεγνωσμένη ανταγωνιστική πάλη ανάμεσα τους, οδηγεί στην όξυνση όλων των αντιθέσεων του  καπιταλισμού. (σ. 351-352).

 

Χρηματιστική ολιγαρχία

Μια ολιγάριθμη ομάδα των μεγαλύτερων  χρηματιστών, που κατέχουν τα βιομηχανικά και τραπεζικά κεφάλαια και ασκούν ουσιαστικά την οικονομική και πολιτική κυριαρχία στους σπουδαιότερους κλάδους της οικονομίας στις ιμπεριαλιστικές χώρες.

Στην περίοδο του ιμπεριαλισμού, σε στενή σύνδεση με τη συγκέντρωση της παραγωγής στις μεγαλύτερες επιχειρήσεις και το σχηματισμό των βιομηχανικών  μονοπωλίων, γίνεται συγκέντρωση των τραπεζών και δημιουργούνται τα τραπεζικά μονοπώλια. Σε λίγες τράπεζες συγκεντρώνεται η μερίδα του λέοντος όλων των καταθέσεων. Διαμέσου των τραπεζών γίνονται όλες σχεδόν οι χρηματικές πράξεις στη χώρα.

Αποκτώντας κάθε είδους χρεόγραφα, μετοχές διάφορων εταιριών, οι τράπεζες γίνονται συνιδιοκτήτες των βιομηχανικών, εμπορικών και άλλων επιχειρήσεων.

Από την άλλη πλευρά, οι ιδιοκτήτες των βιομηχανικών επιχειρήσεων γίνονται συνιδιοκτήτες των τραπεζών.

Οι μεγιστάνες του χρηματιστικού κεφαλαίου (βλ. λ.) κατέχουν ταυτόχρονα καθοδηγητικές θέσεις και στις τραπεζικές και στις βιομηχανικές μονοπωλιακές επιχειρήσεις. Η κυριαρχία της χρηματιστικής ολιγαρχίας επεκτείνεται στις πιο διαφορετικές σφαίρες της καπιταλιστικής οικονομίας. Η ανάπτυξη των μονοπωλίων και του χρηματιστικού κεφαλαίου έχει σαν αποτέλεσμα να κυριαρχούν στην οικονομία των ιμπεριαλιστικών χωρών ολιγάριθμες χρηματιστικές ομάδες. Παραδείγματος χάρη, στην οικονομία των Η ΠΑ κυριαρχούν μερικές από τις μεγαλύτερες χρηματιστικές ομάδες, που ελέγχουν εκατοντάδες μεγάλες εταιρίες στους διάφορους κλάδους της βιομηχανίας, των τραπεζών, των ασφαλειών κλπ. Πρόκειται για τους Μόργκαν, τους Ροκφέλλερ, τους Ντυπόν, τους Χαντ και άλλους.

Χαρακτηριστική ιδιομορφία της κυριαρχίας της χρηματιστικής ολιγαρχίας είναι ότι οι χρηματιστές μεγαλοεπιχειρηματίες διαχειρίζονται όχι μόνο την ξένη  εργασία αλλά και το ξένο κεφάλαιο. Ο έλεγχος αυτός πετυχαίνεται με τη  μετοχική μορφή του κεφαλαίου (βλ. μετοχική εταιρία) που στην περίοδο του ιμπεριαλισμού απλώνεται παντού και προσφέρει τεράστια κέρδη στη χρηματιστική ολιγαρχία. Η κυριαρχία της χρηματιστικής ολιγαρχίας στην οικονομία όλων των καπιταλιστικών κρατών συνδυάζεται και συμπληρώνεται με την κυριαρχία της στην πολιτική και στην ιδεολογία.

Στα κυβερνητικά όργανα των ιμπεριαλιστικών κρατών, τις θέσεις-κλειδιά κατέχουν οι άμεσοι εκπρόσωποι της χρηματιστικής ολιγαρχίας ή δικοί της τοποτηρητές.

Η κυριαρχία της χρηματιστικής ολιγαρχίας οδηγεί στην ενίσχυση της ταξικής και εθνικής καταπίεσης, στο βάθεμα του παρασιτισμού και του σαπίσματος του καπιταλισμού και γι’ αυτό έχει βαθύτατα αντιδραστικό χαρακτήρα.

Η χρηματιστική ολιγαρχία οξύνει την ένταση στις σχέσεις μεταξύ των κρατών, επιχειρεί να εξαπολύσει νέο παγκόσμιο πόλεμο. Οι χρηματιστές-μεγιστάνες των ΗΠΑ οργανώνουν την «ιερή συμμαχία» των ιμπεριαλιστών κατά των σοσιαλιστικών χωρών και του εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος των λαών που αγωνίζονται κατά του ιμπεριαλιστικού ζυγού.

Η χρηματιστική ολιγαρχία καταφεύγει στην εγκαθίδρυση φασιστικών, δικτατορικών καθεστώτων, στηρίζεται στο στρατό, στην αστυνομία, σαν μέσα σωτηρίας από τον αναπόφευκτο χαμό του ιμπεριαλισμού.

 

Χρηματιστικό κεφάλαιο

Το ενωμένο, το συμφυόμενο κεφάλαια των τραπεζικών και βιομηχανικών μονοπωλίων στις ιμπεριαλιστικές χώρες.

Η ύπαρξη χρηματιστικού κεφαλαίου και η εμφάνιση, σαν συνέπεια του, της χρηματιστικής ολιγαρχίας (βλ. λ.) αποτελεί ένα από τα βασικά  γνωρίσματα του ιμπεριαλισμού (βλ. λ.).

Ο σχηματισμός του χρηματιστικού

κεφαλαίου στα τέλη του 19ου αρχές του 20ου αιώνα, ήταν το αποτέλεσμα της μεγάλης συγκέντρωσης κεφαλαίων στην παραγωγή και στις τράπεζες.

«Η συγκέντρωση της παραγωγής, τα μονοπώλια που ξεπήδησαν από αυτή, η συγχώνευση ή η σύμφυση των τραπεζών με τη βιομηχανία — αυτή είναι η ιστορία της γέννησης του χρηματιστικού κεφαλαίου και το περιεχόμενο αυτής της έννοιας» (Β.Ι. Λένιν). Χρησιμοποιώντας τα ελεύθερα χρηματικά μέσα, οι τράπεζες αρχίζουν να χορηγούν στις βιομηχανικές επιχειρήσεις όχι μόνο βραχυπρόθεσμα αλλά και μακροπρόθεσμα δάνεια, αποκτώντας έτσι τη δυνατότητα να επιδρούν στη δράση των επιχειρήσεων και σε πολλές περιπτώσεις να καθορίζουν την τύχη τους. Τα κεφάλαια των τραπεζών  εισβάλλουν επίσης στη βιομηχανία με την αγορά μετοχών και τη δημιουργία του λεγομένου «συστήματος συμμετοχής» (βλ. λ.), που με σχετικά μικρό ποσό «ιδίων κεφαλαίων» επιτρέπει να ελέγχονται πολύ μεγαλύτερα ποσά ξένων κεφαλαίων. Ταυτόχρονα πραγματοποιείται η διαδικασία της  συγχώνευσης των μικρών τραπεζών από τις μεγάλες, ο σχηματισμός των  μονοπωλιακών ενώσεων των τραπεζικών κονσόρτσιουμ.

Υποτάσσοντας την οικονομία, οι μεγιστάνες του χρηματιστικού κεφαλαίου καθορίζουν και την πολιτική των καπιταλιστικών κρατών. (σ. 639-640).

 

 

 

Μη καπιταλιστικός δρόμος ανάπτυξης

Η ιστορική πορεία του  περάσματος στο σοσιαλιστικό σύστημα, με την παράκαμψη του καπιταλισμού, των χωρών που βρίσκονται στην προκαπιταλιστική περίοδο. Τη δυνατότητα του μη καπιταλιστικού δρόμου ανάπτυξης θεμελίωσε θεωρητικά ο μαρξισμός-λενινισμός.

«Με τη βοήθεια της εργατικής τάξης των  πρωτοπόρων χωρών», υπογράμμισε ο Β.Ι. Λένιν, «οι καθυστερημένες χώρες  μπορούν να περάσουν στο σοσιαλιστικό σύστημα και, μετά από ορισμένες βαθμίδες ανάπτυξης, στον κομμουνισμό, παρακάμπτοντας το  καπιταλιστικό στάδιο ανάπτυξης».

Ένας από τους βασικούς ιστορικούς όρους που έδωσαν τη δυνατότητα του μη καπιταλιστικού δρόμου ανάπτυξης στις καθυστερημένες από κοινωνικοοικονομική άποψη χώρες, ήταν η μεγάλη Οκτωβριανή σοσιαλιστική επανάσταση και η εμφάνιση του παγκόσμιου σοσιαλιστικού συστήματος.

Το παράδειγμα της Σοβιετικής Ένωσης και των άλλων σοσιαλιστικών χωρών δείχνει ότι μόνο το σοσιαλιστικό σύστημα ανοίγει στους λαούς, που βρίσκονταν σε προκαπιταλιστικό στάδιο  ανάπτυξης, το συντομότερο δρόμο γιο τη γρήγορη άνθηση της οικονομίας και του πολιτισμού, για την μετατροπή μιας καθυστερημένης χώρας σε  βιομηχανική στη διάρκεια της ζωής μιας γενεάς.

Βασική προϋπόθεση του μη καπιταλιστικού δρόμου ανάπτυξης είναι η δυνατότητα εξασφάλισης της ανιδιοτελούς βοήθειας των χωρών του παγκόσμιου σοσιαλιστικού  συστήματος. Η δυνατότητα του περάσματος στο σοσιαλισμό, παρακάμπτοντας τον καπιταλισμό, που έχει αποδειχθεί με το παράδειγμα των καθυστερημένων στο παρελθόν λαών της Σοβιετικής Ένωσης, της Λαϊκής Δημοκρατίας της Μογγολίας και άλλων χωρών, έχει τεράστια σημασία για τις χώρες που απελευθερώθηκαν από το ζυγό της αποικιοκρατίας.

Εξαιτίας των  διαφορετικών ιστορικών και κοινωνικοοικονομικών συνθηκών, που  διαμορφώθηκαν στη μια είτε την άλλη απελευθερωμένη χώρο, είναι πιθανό να υπάρξουν διαφορετικές μορφές μη καπιταλιστικού δρόμου ανάπτυξης που να ανταποκρίνονται στα συμφέροντα του λαού. Η δυνατότητα μη καπιταλιστικού δρόμου ανάπτυξης εκπηγάζει από την επενέργεια των  αντικειμενικών νόμων της κοινωνικής ανάπτυξης και δεν έχει καμιά σχέση με την «εξαγωγή της επανάστασης». Το θέμα της επιλογής του δρόμου της παραπέρα ανάπτυξης αποτελεί εσωτερική υπόθεση των ίδιων των λαών.

Παίρνοντας υπόψη το συσχετισμό των δυνάμεων στον παγκόσμιο στίβο,  στηριζόμενοι στην πείρα και τη βοήθεια του παγκόσμιου συστήματος του  σοσιαλισμού, οι λαοί των πρώην αποικιών «στην Ασία και την Αφρική ακόλουθη σαν το μη καπιταλιστικό δρόμο ανάπτυξης, δηλαδή προτίμησαν τη γραμμή οικοδόμησης στο απώτερο μέλλον της σοσιαλιστικής κοινωνίας. Στο δρόμο αυτό βαδίζουν πολλά κράτη. Στα κράτη αυτά πραγματοποιούνται και με την πάροδο του χρόνου γίνονται περισσότερο βαθιές κοινωνικές αλλαγές, που ανταποκρίνονται στα συμφέροντα των λαϊκών μαζών και οδηγούν στη  στερέωση της εθνικής ανεξαρτησίας», υπογράμμισε ο Λ. Ι. Μπρέζνιεφ στην έκθεση απολογισμού της ΚΕ του ΚΚΣΕ στο 24ο συνέδριο του ΚΚΣΕ. Ο μη καπιταλιστικός δρόμος ανάπτυξης εξασφαλίζεται με την πάλη της  εργατικής τάξης, των λαϊκών μαζών, με το πανδημοκρατικό κίνημα και  ανταποκρίνεται στ     α συμφέροντα των λαών, που θέλουν την εγκαθίδρυση του σοσιαλιστικού συστήματος. (σ. 338-339).