image_pdfimage_print

Η υδροηλεκτρική μηχανική στην ΕΣΣΔ κατά τη διάρκεια του Β’ ΠΠ 1941-1945

Μετάφραση από τα αγγλικά: Αντώνης Ευθυμιάτος

Πηγή αρχικής δημοσίευσης: Η υδροηλεκτρική μηχανική στην ΕΣΣΔ κατά τη διάρκεια του Β’ ΠΠ 1941-1945 (substack.com)

[Engineering & Socialism]

Αριστερά: Viktor Koretsky, Να θριαμβεύσει η ειρήνη, Μόσχα, 1950. Δεξιά: Mykhaylo Khmelko, Θρίαμβος της νικηφόρου πατρίδας, 1949.

[…] Ο μέσος ετήσιος ρυθμός αύξησης της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας ήταν 11,5% τα τελευταία 55 χρόνια, δηλαδή από το 1920 [1920-1975], όταν η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας στη νεαρή σοβιετική δημοκρατία ήταν στο χαμηλότερο επίπεδό της και ανερχόταν σε μόλις 520 εκατομμύρια kWh [1920]. Ακόμη και αν πάρουμε το προπολεμικό 1940 ως αρχή, όταν η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας στη χώρα ήταν 48,3 δισεκατομμύρια kWh, τότε κατά τη διάρκεια των 35 ετών [1940-1975] έχει αυξηθεί 21,5 φορές ή 10,9% κατά μέσο όρο ετησίως. Ο ρυθμός είναι πρωτοφανής ακόμη και για τις πιο ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες. Εδώ είναι απαραίτητο να έχουμε κατά νου ότι ο εν λόγω ρυθμός ανάπτυξης της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στη Σοβιετική Ένωση κατά τα τελευταία 35 χρόνια θα ήταν σημαντικά μεγαλύτερος εάν η επιτυχής εκπλήρωση του 3ου Πεντάχρονου Πλάνου (Σχεδίου) (1938-1942) δεν είχε διακοπεί από τη δόλια επίθεση της ναζιστικής Γερμανίας στη χώρα μας. Αυτή η επίθεση και η προσωρινή κατάληψη σημαντικού μέρους της χώρας μας από τον εχθρό οδήγησε στην καταστροφή από τους φασίστες εισβολείς περισσότερων από 60 μεγάλων ηλεκτρικών σταθμών με συνολική εγκατεστημένη ισχύ 5,8 εκατομμυρίων kW (πάνω από τη μισή εγκατεστημένη ισχύ όλων των ηλεκτρικών σταθμών στα τέλη του 1940), με αποτέλεσμα η εγκατεστημένη ισχύς των σταθμών να πέσει στο επίπεδο του 1934.

Η ανακατασκευή των ηλεκτρικών σταθμών που καταστράφηκαν από τους εισβολείς, η οποία ξεκίνησε κατά τη διάρκεια των ετών του πολέμου και η αδιάκοπη κατασκευή νέων ηλεκτρικών σταθμών κατά τη διάρκεια αυτών των ετών, ιδίως στις ανατολικές περιοχές της χώρας, κατέστησε δυνατή την προσέγγιση μέχρι το τέλος του 1945 του επιπέδου του 1940 όσον αφορά την εγκατεστημένη ισχύ (11,12 και 11,19 εκατομμύρια kW, αντίστοιχα) και όσον αφορά την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας το 90% του επιπέδου αυτού (43,3 και 48,3 δισεκατομμύρια KWh, αντίστοιχα). Το προπολεμικό επίπεδο παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας επιτεύχθηκε ήδη από το 1946 και μέχρι το 1947 η Σοβιετική Ένωση είχε καταλάβει την πρώτη θέση στην Ευρώπη και τη δεύτερη στον κόσμο (μετά τις ΗΠΑ) στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας.

Η ανάπτυξη της Υδροηλεκτρικής Μηχανικής στη Σοβιετική Ένωση

Η παραγωγή 140 δισεκατομμυρίων kWh που προβλέπεται για το 1975 στους υδροηλεκτρικούς σταθμούς θα υπερβαίνει 4.000 φορές την παραγωγή του 1913 (34 εκατομμύρια kWh) και σχεδόν 28 φορές την παραγωγή των υδροηλεκτρικών σταθμών του προπολεμικού 1940. Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι η παραγωγή των υδροηλεκτρικών σταθμών αυξήθηκε με ακόμη μεγαλύτερο ρυθμό από τη συνολική παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας στη χώρα. Αυτό είναι φυσικό, δεδομένου ότι η σοβιετική υδροηλεκτρική μηχανική -ένα γνήσιο τέκνο του Μεγάλου Οκτώβρη- άρχισε να αναπτύσσεται μετά την εγκαθίδρυση της σοβιετικής εξουσίας στη χώρα μας.

Τους πρώτους μήνες μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση ο Β. Ι. Λένιν υπέδειξε την ανάγκη να χρησιμοποιηθούν για την εξασφάλιση της οικονομικής ανάκαμψης της χώρας «[…] οι δυνάμεις του νερού και των κινητήρων που κινούνται από τον άνεμο γενικά, και σε σχέση με τη γεωργία […]»[1], και τον Ιούνη του 1918, με επιμονή του, το Συμβούλιο των Λαϊκών Επιτρόπων ενέκρινε ψήφισμα για την έναρξη της κατασκευής του πρωτότοκου της σοβιετικής υδροηλεκτρικής μηχανικής, του υδροηλεκτρικού σταθμού Βόλκοφ. Οι αρχές του Λένιν για τον εξηλεκτρισμό της εγχώριας οικονομίας, οι οποίες ήταν το θεμέλιο του σχεδίου ΓΚΟΕΛΡΟ (Κρατική Επιτροπή για τον Εξηλεκτρισμό της Ρωσίας), που εγκρίθηκε το Δεκέμβρη του 1920 από το 8ο Πανρωσικό Συνέδριο των Σοβιέτ, αποτέλεσαν τη βάση για την επεξεργασία των σχεδίων ανάπτυξης της οικονομίας της χώρας μας.

Σύμφωνα με το σχέδιο ΓΚΟΕΛΡΟ, από τους 30 μεγάλους περιφερειακούς ηλεκτρικούς σταθμούς συνολικής ισχύος 1.750.000 kW που είχαν προγραμματιστεί για κατασκευή, 10 σταθμοί συνολικής ισχύος 640.000 kW ήταν υδραυλικοί [υδροηλεκτρικοί].

Η σημασία του σχεδίου ΓΚΟΕΛΡΟ για την ανάπτυξη συνολικά της ηλεκτρικής ενεργειακής μηχανικής στη χώρα μας, ιδιαίτερα της υδροηλεκτρικής μηχανικής, μπορεί να κριθεί από το γεγονός ότι στην τσαρική Ρωσία η συνολική εγκατεστημένη ισχύς όλων των υδροηλεκτρικών σταθμών το 1913 ήταν μόνο 16.000 kW, ενώ η εγκατεστημένη ισχύς όλων των υδροηλεκτρικών σταθμών του κόσμου ήταν 12 εκατομμύρια kW, συμπεριλαμβανομένων 3 εκατομμυρίων kW στις ΗΠΑ. Από τους 74 υδροηλεκτρικούς σταθμούς που υπήρχαν εκείνη την εποχή, μόνο δύο είχαν εγκατεστημένη ισχύ πάνω από 1.000 kW.

Η συμπερίληψη από την Κρατική Επιτροπή Εξηλεκτρισμού (ΓΚΟΕΛΡΟ) ενός σχεδίου για την κατασκευή των 10 υδροηλεκτρικών σταθμών (το ποσοστό τους όσον αφορά την εγκατεστημένη ισχύ ήταν σχεδόν ίσο με το 37% της συνολικής εγκατεστημένης ισχύος) επέτρεψε τη χρησιμοποίηση των κύριων χαρακτηριστικών αυτών των σταθμών, που συμπεριλαμβάνουν:

α) Ανεξαρτησία. Η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας δεν εξαρτάται από εισαγόμενα καύσιμα και το ποσό της εργασίας που πρέπει να πραγματοποιηθεί [καταναλωθεί] με τη μεταφορά.

β) Χρήση των πλούσιων υδροηλεκτρικών πόρων των απομακρυσμένων περιοχών της τσαρικής Ρωσίας -των δημοκρατιών της Κεντρικής Ασίας, της Υπερκαυκασίας[2], της Αλτάι[3], της Πολικής Περιοχής και του Βόρειου Καυκάσου- που δε διαθέτουν δικούς τους πόρους καυσίμων. Ταυτόχρονα, η κατασκευή υδροηλεκτρικών σταθμών σε αυτές τις περιοχές απάντησε στις απαιτήσεις της πολιτικής του Λένιν, η οποία πραγματοποιήθηκε από το πρώτο κράτος των εργατών και των αγροτών στον κόσμο, η οποία καλούσε για την επιτάχυνση της εκβιομηχάνισης των προηγούμενα καθυστερημένων απομακρυσμένων περιοχών της χώρας.

Η οικοδόμηση υδροηλεκτρικών σταθμών, η οποία ξεκίνησε ακόμα από τα χρόνια του εμφυλίου πολέμου, προώθησε την υπερκάλυψη του σχεδίου ΓΚΟΕΛΡΟ όσον αφορά τον αριθμό και την εγκατεστημένη ισχύ των υδροηλεκτρικών σταθμών. Ήδη από την περίοδο αποκατάστασης και ανασυγκρότησης της οικονομίας της χώρας (1919-1927), η κατασκευή των ακόλουθων 13 υδροηλεκτρικών σταθμών συνολικής εγκατεστημένης ισχύος 847.000 kW ξεκίνησε παρά την έλλειψη υλικών και μηχανημάτων και την απουσία ειδικευμένων στελεχών: το 1919 ο σταθμός Βόλκοφ κοντά στο Λένινγκραντ‧ το 1923 ο Zemo Avchal στη Γεωργία, ο Boz Sui στο Ουζμπεκιστάν, ο Ερεβάν-1 στο αρδευτικό κανάλι στην Αρμενία, ο Kondopoga στην Καρελία[4]‧ το 1924 ο Adzharis-Tskhal στη Γεωργία‧ το 1925 ο Khariuzov στο Αλτάι‧ το 1926 ο Λενινακάν[5] στο αρδευτικό κανάλι στην Αρμενία‧ το 1927 ο Gizeldon στη Βόρεια Οσετία, ο Rioni στη Γεωργία, ο Dzoragetsk στην Αρμενία και ο πιο ισχυρός υδροηλεκτρικός σταθμός στην Ευρώπη, ο Δνείπερος στην Ουκρανία. Από τους αναφερόμενους υδροηλεκτρικούς σταθμούς, οι Βόλκοφ, Ερεβάν-1 και Boz Sui τέθηκαν σε λειτουργία το 1926, ο Zemo Avchal το 1927 και ο Λενινακάν το 1928. Το 1928 η εγκατεστημένη ισχύς των υδροηλεκτρικών σταθμών της Σοβιετικής Ένωσης είχε υπερβεί τα 120.000 kW και η ετήσια παραγωγή ενέργειάς τους ήταν 430 εκατομμύρια kWh, δηλαδή 10 φορές μεγαλύτερη από ό,τι το 1917.

Ένα ακόμη μεγαλύτερο βήμα στην ανάπτυξη των υδροηλεκτρικών πόρων της χώρας, τόσο όσον αφορά την κλίμακα της υδραυλικής κατασκευής όσο και την επίλυση πολύπλοκων τεχνικών προβλημάτων, πραγματοποιήθηκε κατά την προπολεμική περίοδο οικονομικής ανάπτυξης -την περίοδο των πρώτων πενταετών σχεδίων (1929-1940). Η υδροηλεκτρική μηχανική κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου έγινε η κύρια ενεργειακή βάση για τη βιομηχανική ανάπτυξη πολλών ενωσιακών δημοκρατιών και περιοχών της χώρας μας. Τέθηκαν σε λειτουργία οι Λένιν-Δνείπερος (1932), ο Κάτω Σβιρ (1933), ο Rioni (1933), ο Dzoragetsk (1932) και αρκετοί άλλοι. Η κατασκευή όλων αυτών των σταθμών ξεκίνησε πριν από το 1929. Τέθηκαν επίσης σε λειτουργία 15 υδροηλεκτρικοί σταθμοί των οποίων η κατασκευή άρχισε και τελείωσε την περίοδο 1929-1940. Μεταξύ αυτών των σταθμών ήταν οι: Niva-II και Κάτω Tuloma στη χερσόνησο Κόλα[6], Uglich και Ivankovo στον Άνω Βόλγα (αυτό ήταν η αρχή της ανάπτυξης των υδροηλεκτρικών πόρων του εν λόγω ισχυρού ποταμού), Skhodnya στο κανάλι της Μόσχας, Baksan στο Βόρειο Καύκασο, Kanaker στην Αρμενία, Chirchik, Kadyrya και Burdzhar στο Ουζμπεκιστάν, Άνω Varzob στο Τατζικιστάν και Ulba στην περιοχή Αλτάι.

Κατά τα τελευταία έτη της περιόδου 1929-1940 ξεκίνησαν προπαρασκευαστικές εργασίες μεγάλης κλίμακας για την κατασκευή μεγάλων υδροηλεκτρικών σταθμών όπως οι: Niva- III στην Πολική Περιοχή, Ρίμπινσκ στο Βόλγα (τέθηκε σε λειτουργία στα τέλη του 1941), Volzhsk κοντά στην πόλη Κούιμπισεφ [7], Κάμα στα Ουράλια, Svistukha στο Βόρειο Καύκασο, Khrami-1 και Σουκούμι στη Γεωργία, οι υδροηλεκτρικοί σταθμοί των ακολουθιών Sevan Razdan στην Αρμενία και της ακολουθίας Chirchik-Boz-Sui στο Ουζμπεκιστάν.

Η εγκατεστημένη ισχύς όλων των υδροηλεκτρικών σταθμών στη Σοβιετική Ένωση μέχρι το τέλος του 1940 ήταν 1,59 εκατομμύρια kW (14,2% της συνολικής παραγωγικής ικανότητας όλων των σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας) και η παραγωγή τους ηλεκτρικής ενέργειας εκείνο το έτος ήταν 5,11 δισεκατομμύρια kWh, δηλαδή 10,6% της συνολικής παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στη χώρα.

Το 1940 η ηλεκτρική ενέργεια που παράγεται στους υδροηλεκτρικούς σταθμούς στα βορειοδυτικά, το Βόρειο Καύκασο και τις περιοχές Αλτάι της ΡΣΟΣΔ (Ρωσική Σοβιετική Ομοσπονδιακή Σοσιαλιστική Δημοκρατία) και σε πολλές δημοκρατίες της Ένωσης κατείχε ένα σημαντικά μεγαλύτερο ποσοστό στη συνολική παραγωγή: 92% στη δημοκρατία της Αρμενίας, 73% στη Γεωργιανή, 50% στο Τατζικιστάν, 51% στη Λετονική και 41% στο Ουζμπεκιστάν.

Η υδροηλεκτρική μηχανική της Σοβιετικής Ένωσης κατά τη διάρκεια του πολέμου

Η επίθεση της ναζιστικής Γερμανίας στη χώρα μας προκάλεσε τεράστιες ζημιές στους υδροηλεκτρικούς μας σταθμούς. Κατά τη διάρκεια των τριών πρώτων χρόνων του Β’ ΠΠ περισσότερα από τα 2/3 της εγκατεστημένης ισχύος τους χάθηκε. 11 από αυτούς, συνολικής ικανότητας περίπου 1 εκατομμυρίου kW τέθηκαν εκτός λειτουργίας και αποσυναρμολογήθηκαν, συμπεριλαμβανομένων των σταθμών Δνείπερος, Κάτω Σβιρ, Kegum, Niva, Baksan, και άλλοι. Μόνο το 1941 τέθηκαν εκτός λειτουργίας 18 μονάδες συνολικής ισχύος 708.000 kW. Επιπλέον, ο πόλεμος καθυστέρησε την κατασκευή και την εκκίνηση περίπου 1,5 εκατομμυρίου υδροηλεκτρικών kW.

Παρά τις αναφερόμενες απώλειες, οι υδροηλεκτρικοί σταθμοί της Σοβιετικής Ένωσης συνέβαλαν ανεκτίμητα στη νίκη επί της ναζιστικής Γερμανίας. Αυτό αφορά κυρίως τους υδροηλεκτρικούς σταθμούς οι οποίοι, παρά τη δράση των εχθρικών αεροσκαφών και του πυροβολικού, υπό τις δριμύτατες πολεμικές συνθήκες, παρείχαν ηλεκτρική ενέργεια στους καταναλωτές σε περιοχές κοντά στο μέτωπο, όταν η τροφοδοσία καυσίμων των θερμοηλεκτρικών σταθμών διακόπηκε πλήρως ή εν μέρει ως αποτέλεσμα των στρατιωτικών ενεργειών. Στους εν λόγω υδροηλεκτρικούς σταθμούς περιλαμβάνονται οι ακόλουθοι:

α) Οι υδροηλεκτρικοί σταθμοί του συστήματος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας της χερσονήσου Κόλα[8]. Σε αυτό το σύστημα, στο οποίο το ποσοστό της υδροηλεκτρικής ενέργειας είναι αρκετά μεγάλο, αποκομμένο από την προμήθεια καυσίμων τον πρώτο χρόνο του πολέμου, πρακτικά το σύνολο της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας παραγόταν σε υδροηλεκτρικούς σταθμούς. Η ενέργεια αυτών των υδροηλεκτρικών σταθμών χρησιμοποιήθηκε στις επιχειρήσεις του Μούρμανσκ, στο λιμάνι και στον ηλεκτρικό σιδηρόδρομο. Επιπλέον, η ενέργεια των υδροηλεκτρικών σταθμών του συστήματος ηλεκτρικής ενέργειας της Κόλα χρησιμοποιήθηκε τα χρόνια του πολέμου για τη θέρμανση κατοικημένων περιοχών που βρίσκονται στις αντίξοες κλιματολογικές συνθήκες του βορρά.

β) Οι υδροηλεκτρικοί σταθμοί του συστήματος ηλεκτρικής ενέργειας του Λένινγκραντ. Το σύστημα αυτό περιλάμβανε 3 υδροηλεκτρικούς σταθμούς, τους Βόλκοφ[9], Κάτω Σβιρ[10] και Raukhala. Το ποσοστό της υδροηλεκτρικής ενέργειας στο σύστημα το προπολεμικό 1940 ήταν 21,1%. Ως αποτέλεσμα των στρατιωτικών επιχειρήσεων το β’ μισό του 1941, αυτοί οι 3 υδροηλεκτρικοί σταθμοί βγήκαν εκτός δράσης. Μέχρι το τέλος του 1941, μόνο το 34% της προπολεμικής παραγωγικής ικανότητας [σε kW] παρέμεινε στο σύστημα ηλεκτρικής ενέργειας του Λένινγκραντ. Ο υδροηλεκτρικός σταθμός Βόλκοφ διαδραμάτισε ιδιαίτερο ρόλο στην παροχή ενέργειας στο πολιορκημένο Λένινγκραντ. Η ανακατασκευή του ξεκίνησε αμέσως μόλις εκδιώχθηκαν τα γερμανικά ναζιστικά στρατεύματα έξω από το Τίκβιν[11] στα τέλη του 1941. Το 1942 οι μονάδες επανακτήθηκαν, συναρμολογήθηκαν και στις αρχές του 1943 λειτουργούσαν 3 μονάδες στο σταθμό. Η ηλεκτρική ενέργεια του σταθμού Βόλκοφ παρεχόταν στο πολιορκημένο Λένινγκραντ, χάρη στην εφευρετικότητα και τον ηρωισμό που επέδειξαν οι ενεργειακοί μηχανικοί του Λένινγκραντ, μέσω εναέριων γραμμών και ενός υποβρύχιου καλωδίου, παρακάμπτοντας το έδαφος που έλεγχαν τα εχθρικά στρατεύματα. Το φθινόπωρο του 1940, κάτω από τις απίστευτα δύσκολες συνθήκες του πολέμου, κατασκευάστηκε μια γραμμή μεταφοράς από το σταθμό Βόλκοφ στο Λένινγκραντ, το μεσαίο τμήμα της οποίας διέτρεχε το βυθό της λίμνης Λάντογκα[12]. Το καλώδιο τοποθετήθηκε από μια πλωτή πλατφόρμα ικανότητας φορτίου 300 τόνων, κατασκευασμένη από τους ίδιους τους ενεργειακούς μηχανικούς.

Επιπλέον, για την πληρέστερη χρησιμοποίηση της ενέργειας του σταθμού Βόλκοφ κατασκευάστηκε μια γραμμή μεταφοράς κατά μήκος της παγωμένης επιφάνειας της λίμνης Λάντογκα στις αρχές του 1943, η οποία έκανε δυνατή την αύξηση της ημερήσιας παραγωγής του σταθμού Βόλκοφ σε 200.000 kWh. Με τον ερχομό της άνοιξης, αυτή η γραμμή μεταφοράς αποσυναρμολογήθηκε και τη θέση της πήρε μια εναέρια γραμμή μεταφοράς που τοποθετήθηκε κατά μήκος της ακτής της λίμνης Λάντογκα. Κατά τη διάρκεια της πολιορκίας, ο σταθμός Βόλκοφ έδωσε στο Λένινγκραντ 110 εκατομμύρια kWh ηλεκτρικής ενέργειας, και καθόλη τη διάρκεια του πολέμου (1941-1945) παρήγαγε περισσότερα από 1.100 δισεκατομμύρια kWh, για τις οποίες θα απαιτούνταν 300.000 τόνοι εισαγόμενου άνθρακα, εξαιρετικά δυσεύρετου εκείνα τα χρόνια.

γ) Οι υδροηλεκτρικοί σταθμοί του συστήματος ηλεκτρικής ενέργειας της Μόσχας. Αυτό το σύστημα ηλεκτρικής ενέργειας αποτελούνταν από τους πρώτους υδροηλεκτρικούς σταθμούς που κατασκευάστηκαν στο Βόλγα -τους Ivankovo, Uglich και Rybinsk, τον υδροηλεκτρικό σταθμό στο κανάλι της Μόσχας και άλλους. Υπενθυμίζεται ότι ο πρώτος μεγάλος υδροηλεκτρικός σταθμός του Βόλγα, ο Uglich (110.000 kW), τέθηκε σε λειτουργία 3 μήνες πριν από την έναρξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου (η πρώτη μονάδα τέθηκε σε βιομηχανική λειτουργία το Δεκέμβριο του 1940 και η δεύτερη το Μάρτιο του 1941) και η πρώτη μονάδα του σταθμού Rybinsk ξεκίνησε στην πιο τεταμένη περίοδο, όταν τα γερμανικά ναζιστικά στρατεύματα πλησίαζαν στη Μόσχα, στις 18 Νοεμβρίου 1941. Η δεύτερη μονάδα του σταθμού Rybinsk ξεκίνησε στις 15 Ιανουαρίου 1942. Και οι δύο υδροηλεκτρικοί σταθμοί τέθηκαν σε λειτουργία υπό συνθήκες πολέμου με τις δεξαμενές όχι γεμισμένες στα κανονικά επίπεδα.

Μέχρι την έναρξη του πολέμου, ο σταθμός Uglich λειτουργούσε σε πλήρη εγκατεστημένη ισχύ σύμφωνα με τη σχεδίασή του και οι δύο μονάδες του σταθμού Rybinsk τέθηκαν σε λειτουργία με αποκλίσεις από το σχεδιασμό. Είναι φυσικό ότι υπό αυτές τις συνθήκες ήταν δύσκολη η αξιόπιστη λειτουργία του σταθμού. Οι συνθήκες λειτουργίας του σταθμού Rybinsk ήταν εξαιρετικά οξυμένες, ειδικά κατά τη διάρκεια του χειμώνα. Οι μονάδες και ο βοηθητικός εξοπλισμός τους ήταν ελάχιστα προστατευμένοι από τις κατακρημνίσεις και το κρύο. Το προσωρινό κύκλωμα των ηλεκτρικών συνδέσεων των 220 kV, το οποίο λειτουργούσε με ένα διακόπτη, ένα σύστημα ζυγού και μια γραμμή μεταφοράς, ήταν εξαιρετικά αναξιόπιστο. Παρόλα αυτά, λόγω της οξυμένης έλλειψης ενέργειας στο σύστημα ηλεκτρικής ενέργειας της Μόσχας το 1942 (οι περιφερειακοί ηλεκτρικοί σταθμοί Kashir και Shatur δεν είχαν ακόμη ανακατασκευαστεί), και οι δύο μονάδες του σταθμού Rybinsk λειτουργούσαν υπερφορτωμένες. Έτσι, με ονομαστική ισχύ 110.000 kW και για τις δύο μονάδες του υδροηλεκτρικού σταθμού, το μέγιστο φορτίο έφθασε τα 120.000 kW και κάποιες ημέρες τον Αύγουστο του 1942 το μέγιστο φορτίο της μονάδας No. 1 έφθασε τα 60.000 kW και της μονάδας No. 2 ακόμα και μέχρι 62.000 kW.

Ο βαθμός ενίσχυσης της λειτουργίας αυτών των μονάδων μπορεί να κριθεί από το γεγονός ότι κάλυπταν φορτίο με ακόμα χαμηλότερο ύψος νερού, όχι μόνο λόγω της υποπλήρωσης του ταμιευτήρα, αλλά και λόγω της πρόσθετης διαφοράς των επιπέδων πάνω στις σχάρες συγκράτησης φερτών υλικών, τα οποία έφτασαν τα 2,8 μέτρα, που σχηματίστηκαν λόγω της απουσίας ενός προστατευτικού διχτυού μπροστά από το εργοστάσιο παραγωγής ενέργειας. Η απουσία αυτού του προστατευτικού επέτρεψε την είσοδο μιας μεγάλης ποσότητας πλωτού ξύλου, σκουπιδιών και τύρφης από τον ταμιευτήρα στις υδατοθυρίδες των στροβίλων, με αποτέλεσμα οι σχάρες συγκράτησης απορριμμάτων στους υδαταγωγούς να ήταν φραγμένες.

Η επίπονη κατάσταση λειτουργίας των σταθμών Uglich και Rybinsk το 1942 μπορεί να κριθεί επίσης από το γεγονός ότι οι μονάδες (στην πραγματικότητα, πρωτότυπα) αυτών των σταθμών δε δοκιμάστηκαν και ελέγχθηκαν λόγω της οξείας έλλειψης ηλεκτρικής ενέργειας στο σύστημα ηλεκτρικής ενέργειας της Μόσχας. Η πρώτη μονάδα του σταθμού Rybinsk ορίστηκε για εξέταση, επισκευή και διόρθωση στις 24 Απριλίου 1943, δηλαδή μετά από λειτουργία 12.317 ωρών από τη στιγμή που τέθηκε σε βιομηχανική λειτουργία και η δεύτερη μονάδα στις 28 Μαρτίου 1943, δηλαδή μετά τη συνεχή λειτουργία της για 10.188 ώρες.

Τέτοιες εξαιρετικά δυσμενείς συνθήκες λειτουργίας των σταθμών Uglich και, κυρίως, Rybinsk χαρακτηρίζουν ξεκάθαρα το ανιδιοτελές έργο ολόκληρης της κολεκτίβας αυτών των υδροηλεκτρικών σταθμών το 1941-1942, τα πιο κρίσιμα χρόνια για το σύστημα ηλεκτρικής ενέργειας της Μόσχας. Αν και οι συνθήκες λειτουργίας των σταθμών Uglich και Rybinsk αργότερα, δηλαδή από το 1943 έως το τέλος του πολέμου, ήταν λιγότερο άσχημες, ωστόσο, η ενέργεια από αυτούς τους σταθμούς ήταν και σε αυτήν την περίοδο εξαιρετικά σημαντική για το ενεργειακό σύστημα της Μόσχας. Η τρίτη μονάδα του σταθμού Rybinsk τέθηκε σε λειτουργία στις 15 Αυγούστου 1945.

Οι σταθμοί Uglich και Rybinsk διαδραμάτισαν τεράστιο ρόλο στην παροχή ενέργειας κατά τη διάρκεια του πολέμου στην πρωτεύουσα της Πατρίδας μας, τη Μόσχα. Συνολικά, κατά τη διάρκεια των χρόνων του πολέμου αυτοί οι σταθμοί παρέδωσαν στο ενεργειακό σύστημα της Μόσχας περίπου 4 δισεκατομμύρια kWh, για τις οποίες θα είχαν απαιτηθεί περισσότεροι από 1,5 εκατομμύριο τόνοι καυσίμων.

Η ανοικοδόμηση των κατεστραμμένων και διαλυμένων υδροηλεκτρικών σταθμών

Ο σοβιετικός λαός ξεκινούσε την ανοικοδόμηση των διαλυμένων και κατεστραμμένων υδροηλεκτρικών σταθμών αμέσως όταν απελευθερωνόταν μια περιοχή από τους επιδρομείς. Κατά τη διάρκεια της περιόδου του πολέμου, όλοι οι αποσυναρμολογημένοι και κατεστραμμένοι υδροηλεκτρικοί σταθμοί ανακατασκευάστηκαν εν μέρει ή πλήρως, εκτός από τους σταθμούς Kondopoga και Δνείπερο. Η ενέργεια από τους αποκατεστημένους υδροηλεκτρικούς σταθμούς διαδραμάτισε εξέχοντα ρόλο στο ισοζύγιο ηλεκτρικής ενέργειας της χώρας, στο οποίο κατά τη διάρκεια του πολέμου προστέθηκε ένα σημαντικό έλλειμμα επειδή πολλοί θερμικοί ηλεκτρικοί σταθμοί τέθηκαν εκτός λειτουργίας και λόγω της εξαιρετικά σοβαρής κατάστασης με την προμήθεια καυσίμων των λειτουργικών θερμικών ηλεκτρικών σταθμών που προκλήθηκε από την απώλεια των λεκανών άνθρακα του Ντονέτσκ[13] και της Μόσχας.

Η ανακατασκευή των αποσυναρμολογημένων και κατεστραμμένων υδροηλεκτρικών σταθμών περιελάμβανε τεράστιο όγκο εργασιών, καθώς τα φράγματα, οι υδατοφράκτες, οι σταθμοί παραγωγής ενέργειας, ο εξοπλισμός, οι γέφυρες και οι μηχανές είχαν ανατιναχτεί στους σταθμούς Δνείπερο, Σβιρ, Kegum, Baksan και άλλους. Οι πρώτες εργασίες ανοικοδόμησης πραγματοποιήθηκαν στο σταθμό Βόλκοφ. Το 1942 οι μονάδες και ο υπόλοιπος εξοπλισμός του σταθμού Niva-II του ενεργειακού συστήματος της Κόλα, ο οποίος είχε αποσυναρμολογηθεί το 1941 σε σύνδεση με την προσέγγιση του μετώπου, επιστράφηκαν και συναρμολογήθηκαν εκ  νέου.

Οι εργασίες ανοικοδόμησης του σταθμού Κάτω Σβιρ ξεκίνησαν το 1944. Η καταστροφή των υδραυλικών κατασκευών αυτού του σταθμού, σε αντίθεση με τις άλλες, ήταν μικρότερη και από τεχνική άποψη η αποκατάστασή τους καθορίστηκε μόνο από το φυσικό όγκο της εργασίας. Η κύρια δυσκολία στην αποκατάστασή του ήταν η σοβαρή ζημιά στον κύριο και βοηθητικό εξοπλισμό. Ο σταθμός Κάτω Σβιρ αποκαταστάθηκε στην προηγούμενη κατάστασή του, έγιναν αλλαγές κυρίως στα ηλεκτρικά κυκλώματά του, εγκαταστάθηκε βελτιωμένη προστασία ρελέ στις μονάδες και ο σταθμός εξοπλίστηκε με αυτόματο εξοπλισμό. Η πρώτη μονάδα τέθηκε σε βιομηχανική λειτουργία το 1945.

Το 1944 ξεκίνησε επίσης η ανοικοδόμηση σε άλλους υδροηλεκτρικούς σταθμούς στα βορειοδυτικά. Μέχρι το τέλος του 1945 ξεκίνησαν 3 από τις 4 προηγουμένως εγκατεστημένες μονάδες στον υδροηλεκτρικό σταθμό Raukhiala. Οι σταθμοί Κάτω Σβιρ και Raukhiala έφτασαν σε πλήρη παραγωγική ικανότητα το 1946-1950. Η ανακατασκευή του υδροηλεκτρικού σταθμού Kegum ξεκίνησε το 1944, δηλαδή αμέσως μετά την απελευθέρωση της Βαλτικής από τους φασίστες εισβολείς. Το εργοστάσιο παραγωγής ενέργειας με τρεις μονάδες και άλλο εξοπλισμό που είχε εγκατασταθεί σε αυτό ανατινάχτηκε από τα εχθρικά στρατεύματα κατά τη διάρκεια της υποχώρησής τους. Η καταστροφή του φράγματος αποφεύχθηκε από τους εργάτες του σταθμού Kegum. Οι πολύπλοκες και εκτεταμένες εργασίες ανοικοδόμησης σε αυτόν τον σταθμό πραγματοποιούνταν όλο το εικοσιτετράωρο. Οι εργαζόμενοι που στάλθηκαν από τα εργοστάσια του Λένινγκραντ συμμετείχαν ενεργά στην αποκατάσταση, τη συναρμολόγηση και την προσαρμογή του εξοπλισμού. Το Νοέμβριο του 1945, η πρώτη αποκατεστημένη μονάδα τέθηκε σε βιομηχανική λειτουργία, η δεύτερη μονάδα το 1946 και η τρίτη τον Ιούλιο του 1947. Η τέταρτη και τελευταία μονάδα τέθηκε σε λειτουργία το 1953 και ο σταθμός άρχισε να λειτουργεί σε πλήρη δυναμικότητα (68.000 kW). Ήταν εντελώς αυτοματοποιημένος και ελεγχόταν από το κεντρικό σημείο ελέγχου του ενεργειακού συστήματος.

Εντατικές εργασίες ξεκίνησαν για την ανακατασκευή του υδροηλεκτρικού σταθμού Baksan που είχε ανατιναχτεί από τα γερμανικά ναζιστικά στρατεύματα. Παρά τις σημαντικές καταστροφές και ζημιές, οι πρώτες μονάδες τέθηκαν σε λειτουργία κατά το β’ μισό του 1943. Την ίδια χρονιά, ανακατασκευάστηκε και ο υδροηλεκτρικός σταθμός Gizeldon. Έτσι, όλοι οι προαναφερόμενοι υδροηλεκτρικοί σταθμοί ανακατασκευάστηκαν πλήρως ή εν μέρει όχι αργότερα από τον τελευταίο χρόνο του πολέμου και η ηλεκτρική ενέργεια που παραγόταν απ’ αυτούς κατά τη διάρκεια των χρόνων του πολέμου διαδραμάτισε ηγετικό ρόλο στο ισοζύγιο ηλεκτρικής ενέργειας της χώρας.

Η ανακατασκευή του υδροηλεκτρικού σταθμού του Δνείπερου ξεκίνησε τον Φεβρουάριο του 1944.  Οι 3 πρώτες από τις 9 μονάδες του, εγκατεστημένης ισχύος 72.000 kW η καθεμία, τέθηκαν σε λειτουργία το 1947. Εδώ υπήρξε σημαντική καταστροφή: ο εχθρός είχε ανατινάξει το φράγμα από την πάνω ανθρωποθυρίδα του φράγματος, το τείχος συγκράτησης από την κάτω ανθρωποθυρίδα, το εργοστάσιο παραγωγής ενέργειας, τον πίνακα ελέγχου του σταθμού, το κτίριο ελέγχου των υδατοφρακτών και οι υδατοφράκτες. Επιπλέον, καταστράφηκαν 32 από τις 45 τσιμεντένιες βάσης στήριξης του φράγματος. Οι Γερμανοί ναζί εισβολείς δεν κατάφεραν να ανατινάξουν ολόκληρο το φράγμα. Έβαλαν μεγάλη ποσότητα εκρηκτικών στην κάτω ανθρωποθυρίδα που βρίσκεται στη βάση του φράγματος. Ωστόσο, το φράγμα δεν ανατινάχτηκε λόγω της έγκαιρης αποτροπής από τους σαμποτέρ μας. Εκτεταμένες και τεχνικά αρκετά πολύπλοκες εργασίες πραγματοποιήθηκαν για την ανακατασκευή της υδροηλεκτρικής ανάπτυξης. Το τείχος συγκράτησης της δεξαμενής απόσβεσης μπροστά από το εργοστάσιο παραγωγής ενέργειας και το ίδιο το εργοστάσιο παραγωγής, το οποίο είχε ανατιναχτεί συθέμελα, ανασκάφηκαν και ξαναχτίστηκαν. Πραγματοποιήθηκαν εκ νέου εργασίες για την τσιμεντένια πλευρική κάλυψη στην περιοχή του λιμανιού και για την κατασκευή των αποβάθρων.

Οι εργάτες της ανοικοδόμησης αντιμετώπισαν την εξάλειψη των επικίνδυνων συνεπειών της έκρηξης, η οποία προκάλεσε πολυάριθμες ρωγμές σε τμήματα τσιμεντένιων κατασκευών που έπρεπε να αποκατασταθούν. Για το σκοπό αυτό, πραγματοποιήθηκαν μακρές και πολύπλοκες εργασίες για την εσωτερική αρμολόγηση, την αποκατάσταση των αρμών συστολο-διαστολής, τη διασφάλιση της βάσης του φράγματος στη θεμελίωση του βράχου, καθώς και μια σειρά από άλλα μέτρα. Ιδιαίτερα κατά την ανακατασκευή του φράγματος, αποφασίστηκε να γίνουν τρύπες στο φράγμα για τη μείωση της στάθμης του νερού στον ταμιευτήρα και την απελευθέρωση της εισροής. Είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι αφού έγιναν οι τρύπες στο κάτω μέρος του φράγματος, το επίπεδο του ταμιευτήρα έπεσε τόσο πολύ που τα φημισμένα ορμητικά νερά του Δνείπερου, που φούσκωσαν το 1932, εκτέθηκαν. Τα ορμητικά νερά φούσκωσαν πάλι το 1947 μετά την ανακατασκευή του σταθμού. Με τη δημιουργία μεταλλικών πάνελ έγινε δυνατό να αυξηθεί η στάθμη του νερού του ταμιευτήρα κατά 1 m, το οποίο παρείχε πρόσθετη παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας.

Δεδομένου ότι και οι 9 μονάδες του σταθμού του Δνείπερου καταστράφηκαν, αντικαταστάθηκαν από νέες με αύξηση της παραγωγικής ικανότητας κατά 16%. Η εγκατεστημένη ισχύς του όταν ολοκληρώθηκε η ανακατασκευή του (1950) ήταν 652.000 kW (562.000 kW πριν από τον πόλεμο). Αυτός ο μεγαλύτερος (πριν από τη λειτουργία του σταθμού Βόλγα) υδροηλεκτρικός σταθμός της ΕΣΣΔ και της Ευρώπης κατά τη διάρκεια της ανοικοδόμησης ανακαινίστηκε και αυτοματοποιήθηκε πλήρως. Έτσι, οι κατεστραμμένοι υδροηλεκτρικοί σταθμοί ανακατασκευάστηκαν σε μια νέα, πιο τελειοποιημένη τεχνική βάση -οι δυνατότητές τους αυξήθηκαν, εισάχθηκαν ο αυτοματισμός και ο απομακρυσμένος έλεγχος κ.λπ.

Κατά τη διάρκεια του πολέμου και κατά την περίοδο της ανοικοδόμησης των συστημάτων ηλεκτρικής ενέργειας ελήφθησαν πολλές αποφάσεις, ιδιαίτερα ορισμένες που χαμήλωναν τις απαιτήσεις σχετικά με τα πρότυπα σχεδιασμού, οι οποίες, ωστόσο, έκαναν δυνατή τη διατήρηση και την παροχή ενέργειας στους καταναλωτές κατά τη διάρκεια δύσκολων πολεμικών συνθηκών. Ειδικότερα, επετράπη η σημαντική απλούστευση των ηλεκτρικών δικτύων, η αύξηση της πυκνότητας του ρεύματος και η αύξηση της επιτρεπόμενης θέρμανσης των καλωδίων των γραμμών μεταφοράς. Για να αυξηθεί η στατική σταθερότητα των συστημάτων ηλεκτρικής ενέργειας, χρησιμοποιήθηκε η ενίσχυση της διέγερσης των γεννητριών κ.λπ.

Είναι ιδιαίτερα απαραίτητο να σημειωθεί ότι κατά την ανακατασκευή των υδροηλεκτρικών σταθμών ελήφθησαν υπόψη και διατηρήθηκαν πλήρως η πολλαπλού σκοπού σημασία τους σύμφωνα με την αρχή της χρησιμοποίησης των υδάτινων πόρων προς το συμφέρον όλων των κλάδων της οικονομίας, η οποία είχε καθοριστεί ήδη από το σχέδιο ΓΚΟΕΛΡΟ.

Οι δομές μεταφορών των υδροηλεκτρικών σταθμών, οι οποίες ανακατασκευάστηκαν ταυτόχρονα με την ανοικοδόμηση των ίδιων των σταθμών, ήταν ανεκτίμητες για την εξυπηρέτηση των προμηθειών των περιοχών του μετώπου υπό συνθήκες ακραίας υπερφόρτωσης των σιδηροδρόμων που έμειναν κατά τη διάρκεια του πολέμου.  Έτσι, σημαντικό ρόλο στην υπεράσπιση της Μόσχας και του Λένινγκραντ διαδραμάτισαν οι μεταφορικές εγκαταστάσεις της ακολουθίας των υδροηλεκτρικών σταθμών του Βόλγα· μέσω των υδατοφρακτών των σταθμών Rybinsk και Uglich πέρασαν εκατομμύρια τόνοι φορτωμένων αγαθών για τους εργαζόμενους της Μόσχας και μέσω του συστήματος Βόλγα-Βαλτικής για τους υπερασπιστές του Λένινγκραντ. Το 1947, δηλαδή κατά το έτος λειτουργίας των πρώτων αποκατεστημένων μονάδων του σταθμού του Δνείπερου, ξαναχτίστηκε και ο υδατοφράκτης στο φράγμα, με αποτέλεσμα μέσω της ναυσιπλοΐας στον ποταμό Δνείπερο, η μεγαλύτερη πλωτή οδός στην ουκρανική Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία ήταν και πάλι ανοικτή. Επίσης, ξαναχτίστηκαν τα υδατοφράγματα στα φράγματα άλλων υδροηλεκτρικών σταθμών.

Κατασκευή νέων υδροηλεκτρικών σταθμών κατά τη διάρκεια του Πολέμου

Κατά τη διάρκεια του Β’ ΠΠ υπήρχαν μόνο δύο υδροηλεκτρικοί σταθμοί υπό κατασκευή στη ζώνη κοντά στο μέτωπο, ο Uglich και ο Rybinsk στο Βόλγα. Η κατασκευή αυτών των υδροηλεκτρικών σταθμών, η οποία διακόπηκε προσωρινά το Νοέμβριο του 1941, λόγω των ακραίων συνθηκών, άρχισε ξανά την άνοιξη του 1942 και συνεχίστηκε καθόλη τη διάρκεια του πολέμου (η πρώτη μονάδα στο σταθμό Rybinsk τέθηκε σε λειτουργία στις 18 Νοεμβρίου 1941, η δεύτερη στις 15 Ιανουαρίου 1942, η τρίτη στις 15 Αυγούστου 1945, η τέταρτη στις 31 Μαρτίου 1948, η πέμπτη στις 7 Δεκεμβρίου 1949 και η έκτη στις 30 Δεκεμβρίου 1950). Το 1941 η τελευταία μονάδα του σταθμού Uglich τέθηκε σε βιομηχανική λειτουργία και οι δύο πρώτες μονάδες του υδροηλεκτρικού σταθμού Tavak στον ποταμό Chirchik στο Ουζμπεκιστάν με συνολική ικανότητα 36.800 kW τέθηκαν επίσης σε λειτουργία. Η μεταφορά της βιομηχανίας των περιοχών κοντά στο μέτωπο στις αρχές του πολέμου στα ανατολικά απαιτούσε γρήγορη συγκέντρωση της ικανότητας παραγωγής ενέργειας [της εγκατεστημένης ισχύος] προκειμένου να οργανωθεί η μεταποίηση το συντομότερο δυνατό. Οι οικοδόμοι υδροηλεκτρικών εγκαταστάσεων συμμετείχαν κι αυτοί στη λύση αυτού του προβλήματος. Η κατασκευή ορισμένων υδροηλεκτρικών σταθμών χαμηλής και μεσαίας ικανότητας ξεκίνησε κατά τη διάρκεια του πολέμου στα Ουράλια, την Κεντρική Ασία και το Καζακστάν. Μεσαίοι και μικροί υδροηλεκτρικοί σταθμοί συνολικής ισχύος 113.000 kW κατασκευάστηκαν στα Ουράλια (Argaza, Alapaevsk, Beloretsk, Verkhoture, Zyuratkul).

Στην Κεντρική Ασία και το Καζακστάν, η κατασκευή νέων υδροηλεκτρικών σταθμών ξεκίνησε σε μεγάλη κλίμακα στο Ουζμπεκιστάν, στα κανάλια άρδευσης Boz Sui και Dargom και στον ποταμό Syr Darya· στο Τατζικιστάν στον ποταμό Varzob· στο Kirgiz στο κανάλι Zadapnyi και Bolshoi Chu· στο Καζακστάν στους ποταμούς Bolshaya Almaatinka και Gromotutkha. Το 1944-1945 ξεκίνησε η κατασκευή στο Βόρειο Καύκασο του υδροηλεκτρικού σταθμού Maikop στον ποταμό Belaya, του σταθμού Ordzhonikidze στον ποταμό Terek και του Krasnopolye στον ποταμό Bzyb· στο Αζερμπαϊτζάν ξεκίνησε η κατασκευή του υδροηλεκτρικού σταθμού Mingechaur στον ποταμό Kura και στην Αρμενία του σταθμού Gyurnush στον ποταμό Razdan.

Η σημασία εκείνων των υδροηλεκτρικών σταθμών που τέθηκαν σε λειτουργία κατά τη διάρκεια των πολεμικών χρόνων ήταν ιδιαίτερα μεγάλη. Μεταξύ αυτών των υδροηλεκτρικών σταθμών ήταν οι ακόλουθοι: στο Ουζμπεκιστάν οι Akkavak No. 1, Kibrai και Aktepa, τέθηκαν σε λειτουργία το 1943 (η κατασκευή των δύο πρώτων ξεκίνησε το 1942), ο σταθμός Κάτω Boz Sui No. 1 (η κατασκευή άρχισε το 1942, τέθηκε σε λειτουργία το 1944) και ο σταθμός Salar (η κατασκευή ξεκίνησε το 1943, τέθηκε σε λειτουργία το 1944).

Η κατασκευή των υδροηλεκτρικών σταθμών κατά τη διάρκεια του Β’ ΠΠ διακρίθηκε από αρκετά χαρακτηριστικά γνωρίσματα. Όλοι οι σταθμοί κατασκευάστηκαν σε πρωτοφανή σύντομο χρονικό διάστημα. Αυτό έγινε δυνατό λόγω της χρησιμοποίησης της μεθόδου κατασκευής υψηλής ταχύτητας που αναπτύχθηκε τον καιρό του πολέμου.

Η πρόταση της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος (Μπολσεβίκοι) του Ουζμπεκιστάν και του Συμβουλίου των Κομισάριων της Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία του Ουζμπεκιστάν για την κατασκευή των τεσσάρων υδροηλεκτρικών σταθμών στον ποταμό Boz Sui και του μεγάλου υδροηλεκτρικού σταθμού Farkhad με ικανότητα 130.000 kW στον ποταμό Syr Darya εγκρίθηκε στις 18 Νοεμβρίου 1942. Η πρόταση για χρήση της μεθόδου κατασκευής υψηλής ταχύτητας σε όλες τις κύριες εργασίες εκσκαφής για την κατασκευή του σταθμού έλαβε επίσης πλήρη υποστήριξη. Παραδείγματα της χρήσης της αναφερόμενης μεθόδου είναι ο υδροηλεκτρικός σταθμός Salar που κατασκευάστηκε σε 14 μήνες και ο σταθμός Κάτω Boz Sui No. 1 που κατασκευάστηκε σε 21 μήνες.

Οι μονάδες στους υδροηλεκτρικούς σταθμούς που υπήρχαν πριν από τον πόλεμο, οι οποίες αποσυναρμολογήθηκαν καθώς το μέτωπο πλησίαζε και μεταφέρθηκαν στα μετόπισθεν το 1941-1942, εγκαταστάθηκαν σε όλους τους αναφερόμενους υδροηλεκτρικούς σταθμούς. Σε σύνδεση με τη λειτουργία των υδροηλεκτρικών σταθμών κατά τη διάρκεια των πολεμικών χρόνων, η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας στο Ουζμπεκιστάν ήταν σχεδόν 2,5 φορές μεγαλύτερη το 1943 από ό, τι στο προπολεμικό 1940.

Στο Kirgiz, ο υδροηλεκτρικός σταθμός Lebedin, η κατασκευή του οποίου ξεκίνησε το 1942, τέθηκε σε λειτουργία το 1943 και το 1945 ο υδροηλεκτρικός σταθμός Alamedinsk, η κατασκευή του οποίου ξεκίνησε το 1943. Στο Καζακστάν, αρκετοί υδροηλεκτρικοί σταθμοί της ακολουθίας Almaatinka, η κατασκευή των οποίων ξεκίνησε το 1943, τέθηκαν σε λειτουργία το 1944 (σταθμοί Almaatinka Νο. 5 και Νο. 9-11). Αυτοί οι υδροηλεκτρικοί σταθμοί κατασκευάστηκαν επίσης με τη μέθοδο κατασκευής υψηλής ταχύτητας.

Ως αποτέλεσμα των εργασιών ανακατασκευής που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου στους υδροηλεκτρικούς σταθμούς και της κατασκευής νέων, η εγκατεστημένη ισχύς όλων των υδροηλεκτρικών σταθμών της Σοβιετικής Ένωσης μέχρι το τέλος του 1945 ανήλθε σε 1,25 εκατομμύρια kW, δηλαδή το 78,6% του προπολεμικού επιπέδου (μέχρι τις αρχές του 1941 η δυναμικότητα των υδροηλεκτρικών σταθμών ήταν 1,59 εκατομμύρια kW). Η παραγωγή υδροηλεκτρικής ενέργειας στη χώρα το 1945 ήταν 4,84 δισεκατομμύρια kWh ή 94,7% του προπολεμικού επιπέδου (το 1940 ήταν 5,11 δισεκατομμύρια kWh). Η επίτευξη μέχρι το τέλος του πολέμου σχεδόν της προπολεμικής παραγωγής υδροηλεκτρικής ενέργειας αποδεικνύει πειστικά την ιδιαίτερη αξία αυτής της ενέργειας για την παραγωγή της οποίας δεν απαιτούνταν καύσιμα, τα οποία ήταν τόσο σπάνια κατά τη διάρκεια του πολέμου. Πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι από την παραγωγή υδροηλεκτρικής ενέργειας το 1940 (5,11 δισεκατομμύρια kWh) περίπου 3,5 δισεκατομμύρια kWh δε θα μπορούσαν να παραχθούν το 1945 (πάνω από 2 δισεκατομμύρια kWh στο σταθμό του Δνείπερου και περίπου 1 εκατομμύριο kWh στους μερικώς αποκατεστημένους υδροηλεκτρικούς σταθμούς -Κάτω Σβιρ, Raukhiala κ.λπ.).

Σε αυτή την περίπτωση, είναι δύσκολο να υπερεκτιμηθεί η αξία της ηρωικής εργασίας των σοβιετικών μηχανικών υδροηλεκτρικής ενέργειας, οι οποίοι, κάτω από απίστευτα δύσκολες συνθήκες πολέμου,  “συμπίεσαν” κάθε κιλοβατώρα ενέργειας με την πλήρη έννοια της λέξης. Πάρτε, για παράδειγμα, τη λειτουργία του σταθμού Rybinsk, του οποίου οι δύο πρώτες μονάδες τέθηκαν σε λειτουργία κατά τη διάρκεια του πολέμου (Νοέμβριος 1941 και Ιανουάριος 1942). Παρά τη σημαντική μη εκπλήρωση των κατασκευαστικών εργασιών στο εργοστάσιο παραγωγής ενέργειας του σταθμού, με απουσία της θέρμανσης, με παρουσία διαρροών στην οροφή πάνω από τον λειτουργικό εξοπλισμό (οι υδρογεννήτριες προστατεύονταν από τη βροχή και το χιόνι από μια τέντα από μουσαμά [λινάτσα]), η ανάγκη να λειτουργήσει με ένα προσωρινό σχεδιασμό των ηλεκτρικών συνδέσεων με ένα σύστημα ζυγού και μια γραμμή μεταφοράς, ο σταθμός Rybinsk λειτούργησε κατά τη διάρκεια όλων των ετών πολέμου στην πραγματικότητα χωρίς διακοπή: 8.678 ώρες το 1942, 8.639 ώρες το 1943 , 8.721 ώρες το 1944, και 8.674 ώρες το 1945. Ο αριθμός των ωρών χρησιμοποίησης της εγκατεστημένης ισχύος του (110.000 kW) ήταν ίσος με 6.850 το 1942 (παραγωγή ενέργειας 752,3 εκατομμύρια kWh), 5.790 το 1943 (633,1 εκατομμύρια kWh), 7.680 το 1944 (848,4 εκατομμύρια kWh) και 5.950 το 1945 (654,6 εκατομμύρια kWh).

Όλοι οι υδροηλεκτρικοί σταθμοί που τέθηκαν σε λειτουργία κατά τη διάρκεια του πολέμου στην Κεντρική Ασία και το Καζακστάν, όπου εγκαταστάθηκαν οι αποσυναρμολογημένες μονάδες, λειτουργούσαν επίσης για μεγάλο αριθμό ωρών σε πλήρη δυναμικότητα. Ο αριθμός των ωρών χρήσης της εγκατεστημένης ισχύος των σταθμών που κατασκευάστηκαν στο Ουζμπεκιστάν ήταν 6.000 στο σταθμό Akkavack No. 1 και στο σταθμό Κάτω Boz Sui No. 1 και 8.000 στους σταθμούς Kibrai και Salar. Οι υδροηλεκτρικοί σταθμοί Almaatinka στο  Καζακστάν και οι σταθμοί Lebedin και Alamedinsk στο Kirgiz λειτουργούσαν με ίδιο αριθμό ωρών χρήσης της εγκατεστημένης ισχύος.

Ο πίνακας 1 παρουσιάζει την κατανομή της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας το 1940 και το 1945 από τις οικονομικές περιφέρειες. Τα στοιχεία αυτά δείχνουν μια αύξηση του ρόλου των ανατολικών περιοχών στο ενεργειακό ισοζύγιο της χώρας που συνέβη κατά τη διάρκεια των χρόνων του πολέμου. Έτσι, η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας στα Ουράλια, τη Σιβηρία και την Άπω Ανατολή, στις δημοκρατίες της Κεντρικής Ασίας και του Καζακστάν αυξήθηκε πάνω από δύο φορές από το 1940 έως το 1945. Η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας στις περιοχές αυτές ανήλθε σχεδόν στο μισό της παραγωγής σε ολόκληρη τη χώρα (το 1940 το ποσοστό παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στις περιοχές αυτές ανερχόταν σε 22%). Ωστόσο, ενώ η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας σε περιοχές της Ρωσικής Σοβιετικής Ομοσπονδιακής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας (ΡΣΟΣΔ) αυξήθηκε λόγω της κατασκευής και της εκκίνησης κυρίως θερμικών ηλεκτρικών σταθμών κατά τη διάρκεια του πολέμου, η αύξηση της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στις δημοκρατίες της Κεντρικής Ασίας και του Καζακστάν συνέβη κυρίως λόγω της ενέργειας που παραγόταν σε νέους κατασκευασμένους υδροηλεκτρικούς σταθμούς. Παρά τη μείωση της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στην Κεντρική περιοχή από 13,3 δισεκατομμύρια kWh το 1940 σε 10,3 δισεκατομμύρια kWh το 1945, ο ρόλος της παραγωγής υδροηλεκτρικής ενέργειας στην περιοχή αυτή αυξήθηκε κατά τη διάρκεια των ετών του πολέμου λόγω των υδροηλεκτρικών σταθμών Uglich και Rybinsk που τέθηκαν σε λειτουργία στην αρχή του πολέμου.

Η δημιουργική ανιδιοτελής εργασία των κατασκευαστών και των χειριστών των υδροηλεκτρικών σταθμών κατά τη διάρκεια του Β’ ΠΠ συνέβαλε σημαντικά στη βοήθεια προς το μέτωπο μέσω της συνεχούς παροχής στη στρατιωτική βιομηχανία ηλεκτρικής ενέργειας. Το Κόμμα και η κυβέρνηση επισήμαναν την ηρωική εργασία των σοβιετικών μηχανικών υδροηλεκτρικής ενέργειας για τα επιτεύγματά τους στην παροχή ενέργειας στην αμυντική βιομηχανία κατά τη διάρκεια των δύσκολων πολεμικών χρόνων. Με διαταγή του Προεδρείου του Ανώτατου Συμβουλίου [Σοβιέτ] της ΕΣΣΔ της 14ης Ιουλίου 1944, απονεμήθηκαν μετάλλια και παράσημα της ΕΣΣΔ σε μια μεγάλη ομάδα οικοδόμων, συναρμολογητών και χειριστών των σταθμών Uglich και Rybinsk. Τον Απρίλιο του 1945, η κατασκευαστική ένωση Chirchik τιμήθηκε με την Κόκκινη Σημαία της Εργασίας. Τον Απρίλιο του 1946, η κολεκτίβα του σταθμού Rybinsk παρουσιάστηκε ως μόνιμη φρουρά της Κόκκινης Σημαίας της Λαϊκής Επιτροπής Ηλεκτρικών Σταθμών και της Κεντρικής Επιτροπής του Συνδικάτου Εργαζομένων Ηλεκτρικών Σταθμών της ΕΣΣΔ για τη συνεχή παροχή ηλεκτρικής ενέργειας στο σύστημα ηλεκτρικής ενέργειας της Μόσχας κατά τη διάρκεια του πολέμου. Το 1948 το η κατασκευαστική ένωση Δνείπερου τιμήθηκε με το Παράσημο του Λένιν για την ανακατασκευή του σταθμού του Δνείπερου και περίπου 600 από τους εργαζομένους της έλαβαν παράσημα και μετάλλια. Η νίκη του σοβιετικού λαού στο Β’ ΠΠ (1941-1945) δημιούργησε όλες τις προϋποθέσεις για μια νέα άνθιση της ενεργειακής μηχανικής της Σοβιετικής Ένωσης, η οποία, κατά τη διάρκεια των μεταπολεμικών χρόνων, συμπεριλαμβανομένης της υδροηλεκτρικής μηχανικής, αναπτύχθηκε με πρωτοφανή ρυθμό. Η συνολική παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας κατά τη διάρκεια των 30 μεταπολεμικών ετών αυξήθηκε 24 φορές και η υδροηλεκτρική ενέργεια 29 φορές. Η κλίμακα των υδροηλεκτρικών κατασκευών που αναπτύχθηκε στη Σοβιετική Ένωση στα μεταπολεμικά χρόνια μπορεί να κριθεί από τα ακόλουθα στοιχεία: πριν από τον πόλεμο λειτουργούσαν περίπου 30 περιφερειακοί υδροηλεκτρικοί σταθμοί συνολικής ικανότητας 1,46 εκατομμυρίων kW, ενώ κατά τη διάρκεια των 30 μεταπολεμικών ετών κατασκευάστηκαν περισσότεροι από 140 υδροηλεκτρικοί σταθμοί με συνολική ικανότητα της τάξης των 39 εκατομμυρίων kW.

Ως αποτέλεσμα των υδροηλεκτρικών κατασκευών που επιτεύχθηκαν στα μεταπολεμικά χρόνια η Σοβιετική Ένωση κατέλαβε ηγετική θέση στον κόσμο στη χρήση των υδροηλεκτρικών πόρων. Από το 1958 η χώρα μας κατέχει την πρώτη θέση στον κόσμο όσον αφορά την εγκατεστημένη ισχύ των υδροηλεκτρικών σταθμών και την ισχύ των ξεχωριστών μονάδων. […] Το 1940 ο μεγαλύτερος υδροηλεκτρικός σταθμός ήταν ο Δνείπερος και τώρα ο μεγαλύτερος είναι ο Krasnoyarsk, του οποίου η εγκατεστημένη ισχύς είναι 6 εκατομμύρια kW. Είναι ο πιο ισχυρός υδροηλεκτρικός σταθμός στον κόσμο. Η μέγιστη χωρητικότητα της κάθε μονάδας ήταν, αντίστοιχα, 62.000 [ξεχωριστή μονάδα στο Δνείπερο] και 500.000 kW [ξεχωριστή μονάδα στο Krasnoyarsk].

Η υδροηλεκτρική κατασκευή στη Σοβιετική Ένωση πραγματοποιείται σύμφωνα με το πιο ορθολογικό σχεδιασμό χρησιμοποίησης των υδάτινων πόρων -την κατασκευή ακολουθιών σταθμών. Επί του παρόντος [1975] λειτουργούν περίπου 100 υδροηλεκτρικοί σταθμοί που περιλαμβάνουν περισσότερες από 20 ακολουθίες.  Όλοι έχουν σημασία πολλαπλών σκοπών.  Οι ακολουθίες σταθμών στο Βόλγα, για παράδειγμα, και στο κανάλι της Μόσχας, τα κανάλια Βόλγα-Βαλτικής και Λευκής Θάλασσας – Βαλτικής, που χτίστηκαν στα προπολεμικά χρόνια, και το κανάλι Βόλγα-Ντον, που κατασκευάστηκε στα μεταπολεμικά χρόνια, κατέστησαν την πρωτεύουσα της Πατρίδας μας λιμάνι 5 θαλασσών. Η ακολουθία σταθμών του Δνείπερου παρείχε όρους για τη διέλευση από τη Μαύρη Θάλασσα στο Κίεβο. Η κατασκευή υδροηλεκτρικών σταθμών στην Κεντρική Ασία και την Υπερκαυκασία έκανε δυνατή την άρδευση άνυδρων εκτάσεων. Οι ταμιευτήρες πολλών υδροηλεκτρικών σταθμών χρησιμοποιούνται και σε άλλους κλάδους της εγχώριας οικονομίας (ύδρευση, αλιεία κ.λπ.).

Τα κατορθώματα του σοβιετικού λαού που επιτεύχθηκαν υπό την καθοδήγηση του μεγάλου Κόμματος του Λένιν το 1941-1945 θα ζήσουν για πάντα. Οι κατασκευαστές υδροηλεκτρικών έργων της Σοβιετικής Ένωσης εκτέλεσαν επίσης το καθήκον τους προς την Πατρίδα και συνέβαλαν επάξια στη νίκη επί του πιο μισητού εχθρού της ανθρωπότητας -το γερμανικό φασισμό.

Σημειώσεις

[1] «Στην Ακαδημία Επιστημών, που άρχισε συστηματική μελέτη και έρευνα των φυσικών παραγωγικών δυνάμεων τής Ρωσίας, πρέπει να δοθεί αμέσως εντολή από το Ανώτατο Συμβούλιο Λαϊκής Οικονομίας να σχηματίσει μια σειρά επιτροπές από ειδικούς για να καταρτίσουν όσο το δυνατό πιο γρήγορα ένα σχέδιο αναδιοργάνωσης της βιομηχανίας και οικονομικής ανόδου τής Ρωσίας. Στο σχέδιο αυτό πρέπει να περιλαμβάνονται: Η ορθολογική χωροδιάταξη της βιομηχανίας της Ρωσίας […] Η συγκέντρωση ιδιαίτερης προσοχής στον εξηλεκτρισμό τής βιομηχανίας και των συγκοινωνιών και η χρησιμοποίηση του ηλεκτρισμού στη γεωργία. […] Οι υδραυλικές δυνάμεις και οι αεροκινητήρες γενικά και η χρησιμοποίησή τους στη γεωργία». Γράφτηκε ανάμεσα στις 18 και 25 Απρίλη 1918. (Β. Ι. Λένιν, Άπαντα, τ. 36, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Προσχέδιο για τις επιστημονικοτεχνικές εργασίες, σελ. 228-231).

[2] Περιοχή στα σύνορα της ανατολικής Ευρώπης και της νοτιοδυτικής Ασίας. Γνωστή και ως Νότιος Καύκασος.

[3] Περιοχή στα σύνορα της Ρωσίας με το Καζακστάν, την Κίνα και τη Μογγολία.

[4] Περιοχή στην περιφέρεια Λένινγκραντ στα σύνορα Ρωσίας-Φιλανδίας.

[5] Το Λενινακάν έγινε μεγάλο βιομηχανικό κέντρο στην Αρμένικη Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία και η 2η μεγαλύτερη πόλη, μετά την πρωτεύουσα Ερεβάν. Ονομάστηκε έτσι το 1924 προς τιμήν του Β. Ι. Λένιν. Από το 1991 ονομάζεται Γκιουμρί.

[6] Χερσόνησος στον Αρκτικό Ωκεανό στη διοικητική περιφέρεια Μούρμανσκ της Ρωσίας. Συνορεύει με τη Φινλανδία και τη Νορβηγία.

[7] Πόλη της Ρωσίας χτισμένη στην όχθη του ποταμού Βόλγα, στα νοτιοανατολικά του ευρωπαϊκού τμήματος της χώρας. Από το 1935 ως το 1991 ονομαζόταν Κούιμπισεφ προς τιμήν του μπολσεβίκου ηγέτη Valerian Kuybyshev, στη συνέχεια ονομάστηκε Σαμάρα.

[8] Η χερσόνησος Κόλα βρίσκεται στο βορειοδυτικότερο τμήμα της Ρωσίας. Αποτελεί το μεγαλύτερο μέρος της επικράτειας της περιφέρειας του Μούρμανσκ και βρίσκεται σχεδόν εξολοκλήρου μέσα στον Αρκτικό Κύκλο. Σήμερα, τον ενεργειακό τομέα της οικονομίας της περιοχής αντιπροσωπεύουν ένας πυρηνικός σταθμός, ο οποίος παράγει περίπου τη μισή ενέργεια της συνολικής παραγωγής, και ένα δίκτυο από 17 υδροηλεκτρικούς και 2 θερμοηλεκτρικούς σταθμούς, οι οποίοι παράγουν το άλλο μισό. Το ενεργειακό πλεόνασμα, που υπολογίζεται περίπου στο 20% της συνολικής παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, μεταφέρεται στο ενοποιημένο ενεργειακό σύστημα της Ρωσίας και εξάγεται στη Νορβηγία και τη Φιλανδία μέσω του συστήματος NORDEL.

[9] Ο υδροηλεκτρικός σταθμός του Βόλκοφ στην περιφέρεια του Λένινγκραντ ξεκίνησε να κατασκευάζεται το 1918. Στις 16/9/1921 συμπεριλήφθηκε στο σχέδιο ΓΚΟΕΛΡΟ. Το εργοστάσιο ολοκληρώθηκε το 1927 με εγκατεστημένη ισχύ 6 MW.

[10] Η κατασκευή του ξεκίνησε το 1927 και ήταν περίπλοκη εξαιτίας του μαλακού εδάφους της περιοχής και γι’ αυτό το φράγμα του χτίστηκε με συγκεκριμένη γωνία προς την κοίτη του ποταμού Σβιρ έτσι ώστε η πίεση του νερού να το σπρώχνει προς το έδαφος. Η κατασκευή του τελείωσε το 1933. Στο Β’ ΠΠ, το φράγμα καταστράφηκε. Ξαναχτίστηκε μετά τον πόλεμο.

[11] Κωμόπολη στα ανατολικά της περιφέρειας του Λένινγκραντ, 200 km ανατολικά της πόλης του Λένινγκραντ.

[12] Είναι η μεγαλύτερη λίμνη της Ευρώπης και η 16η μεγαλύτερη στον κόσμο. Σε έκταση είναι λίγο μικρότερη από την Πελοπόννησο.

[13] Μεγάλη πόλη στην ανατολική Ουκρανία.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.